To διάβασμα είναι ένας άλλος τρόπος να είσαι κάπου

Βόλτες με ένα βιβλίο στο χέρι – Τσίρκας, Σουρούνης, Πεντζίκης   

Θεσσαλονίκη: Βιβλίο-προτάσεις για υπαίθριες αναγνώσεις

Με ένα βιβλίο μπορούμε να προσεγγίσουμε ακόμη και το πιο απομακρυσμένο σημείο του πλανήτη. Χωρίς να κάνουμε ούτε ένα βήμα. Αυτό άλλωστε, μας εξιτάρει· το μακρινό, το εξωτικό, το άγνωστο. Κι όμως, ένα από τα πιο συγκλονιστικά ταξίδια που μπορούμε να πραγματοποιήσουμε με όχημα το βιβλίο είναι στο κοντινό μας περιβάλλον. Διαβάζοντας, να ανακαλύψουμε άγνωστες διαστάσεις οικείων τόπων. Να δούμε πως αυτοί εμπεριέχουν πραγματικές ή φανταστικές ιστορίες. Αξίζει λοιπόν, κάποια βιβλία να τα πάρουμε στο χέρι και να βγούμε στους δρόμους. Αξίζει να επισκεφτούμε συγκεκριμένες τοποθεσίες της πόλης και να διαβάσουμε κάποιες από τις σελίδες τους επί τόπου. Εκεί ακριβώς που διαδραματίζονται τα γεγονότα της αφήγησης. Για τη Θεσσαλονίκη, τρία βιβλία ιδανικά για υπαίθριες αναγνώσεις είναι «Η Νυχτερίδα» του Στρατή Τσίρκα, το «Μονοπάτι στη θάλασσα» του Αντώνη Σουρούνη και το «Μυθιστόρημα της κυρίας Έρσης» του Νίκου Γαβριήλ Πεντζίκη.

 «Η Νυχτερίδα», του Στρατή Τσίρκα

Mε ένα βιβλίο στο χέρι - Τσίρκας, Σουρούνης, Πεντζίκης
Βόλτες με ένα βιβλίο στο χέρι – Τσίρκας / Κάπου εδώ εμπνεύστηκε το τέλος στις “Ακυβέρνητες Πολιτείες” του

Το τελευταίο κεφαλαίο της «Νυχτερίδας» αξίζει να διαβαστεί στο «μπαλκόνι» της Λεωφόρου του Όχι. Παρά τον κίνδυνο που υπάρχει η ανεμπόδιστη θέα της πόλης να κλέβει συχνά το βλέμμα από την ανάγνωση. Δεν είναι μόνο ότι το τελευταίο αυτό κεφάλαιο της εμβληματικής μυθιστορηματικής τριλογίας «Ακυβέρνητες πολιτείες» («Η λέσχη» – «Αριάγνη» – «Η Νυχτερίδα») διαδραματίζεται εδώ, σε ένα τραπεζάκι κάτω από μια μουριά. Ο ίδιος ο Τσίρκας αποκαλύπτει* ότι στο ίδιο μέρος, ακριβώς κάτω από τη μουριά, στην άκρη του γκρεμού, εμπνεύστηκε ο ίδιος το τέλος της τριλογίας. Στην παρέα του η Όλη και ο Μανόλης Ανδρόνικος, η Μίνα και ο Παύλος Ζάννας, η Λένα και ο Γιώργος Σαββίδης, η Μίκα και ο Δημήτρης Φατούρος. Ένας ναύτης που τσουλούσε ένα μοτοσακό, έγινε ο  Παντελής του Τσίρκα, ο οποίος με «με το αριστερό τσουλούσε το μηχανάκι και με το δεξί σφιχταγκάλιαζε μια παχουλή γυναικά». Κατά τα γραφόμενα του Τσίρκα «Θες η παρουσία του Ανδρόνικου, που είχε κάμει στη Μέση Ανατολή, θες η γειτονιά του Επταπύργιου», οπού ήξερε πως είχαν εκτελεστεί ο Θανάσης και η Χήρα (Γιώργης Διαμαντάρης) κι ο Παντελής (Αντώνης Δασκαλάκης), ήρωες του βιβλίου, λειτούργησαν ώστε ένα μίγμα δέους, λύπησης και φώτισης να τον συνεπάρει και να αποφασίσει στο τέλος της ιστορίας να συγκεντρώσει σε αυτό το συγκεκριμένο σημείο της πόλης όσους επέζησαν.

«Το γκαρσόνι πήρε την παραγγελία κι έφυγε. Το μαγαζί βρισκόταν αντίκρυ, σ’ ένα παλιό τούρκικο σπίτι, διώροφο και άσπρο, με μονό μπαλκόνι και κλειστά παντζούρια. Ανάμεσα στη μουριά και το μαγαζί περνούσε ο δρόμος. Τα λαμπιόνια της ταβέρνας φώτιζαν αμυδρά τους διαβάτες· κάτι παιδιά περνούσαν τρέχοντας τη φωτισμένη περιοχή κι ύστερα ακούονταν οι φωνές τους, τσιριχτές κι ανυπόμονες μέσα στη νύχτα. Πιο ψηλά, σαν τζιτζίκι μέσ’ στο καταμεσήμερο, ακουόταν η εξάτμιση ενός μοτοσακό, μ’ εκνευριστικές διαλείψεις.»

*Bλ. Στρατής Tσίρκας,  Τα Ημερολόγια της Τριλογίας Ακυβέρνητες Πολιτείες, Kέδρος, Aθήνα 2004, σ. 82-84.

«Μονοπάτι στη θάλασσα», του  Αντώνη Σουρούνη  

Mε ένα βιβλίο στο χέρι - Τσίρκας, Σουρούνης, Πεντζίκης
Βόλτες με ένα βιβλίο στο χέρι – Σουρούνης / Η οδός Μουσών σήμερα

Την οδό Μουσών και την Άνω Πόλη οφείλει να την γνωρίσει κανείς μέσα από την αφήγηση του Αντώνη Σουρούνη, μέσα από την αφοπλιστική ματιά ενός μικρού παιδιού. Τη χρονιά που πέρασε η  Υπηρεσία Νεωτέρων Μνημείων Κεντρικής Μακεδονίας, στο πλαίσιο περιοδικής έκθεσης στον Πολυχώρο Πολιτισμού Ισλαχανέ, πολύ εύστοχα διοργάνωσε λογοτεχνικούς περιπάτους στα βήματα και στα γραπτά του συγγραφέα.  Ειδικά η Άνω Πόλη είναι μια περιοχή αγκιστρωμένη στο παρελθόν. Ειδικοί όροι δόμησης προσπαθούν να συντηρήσουν μια νοσταλγική ατμόσφαιρα, που όμως φαίνεται να στερείται περιεχομένου. Μέσα από τη γλαφυρή αφήγηση του Σουρούνη είναι δυνατή μια βαθύτερη σύνδεση με την αυθεντική παλαιά πόλη. Ανοίγοντας το βιβλίο, τα αυτοκίνητα με έναν μαγικό τρόπο εξαφανίζονται, τα σοκάκια γίνονται χωμάτινα και γεμίζουν ξυπόλυτα παιδιά.

«Είμαι βέβαιος ότι η καταστροφή του πλανήτη άρχισε από τη γειτονιά μου στη Θεσσαλονίκη. Για την ακρίβεια, μέσα από την αυλή μας. Μέχρι τότε όλα ήταν καλά κι ωραία. Υπήρχε χώμα παντού κι επομένως και λουλούδια. Ακόμα και τα σπίτια ήταν φτιαγμένα από χώμα και άχυρο. Τραβώντας ένα κομματάκι άχυρο κατέβαινε ολόκληρος σοβάς. Κι αν συνέχιζες, μπορούσες να ρίξεις και τον τοίχο. Μικροί το συνηθίζαμε πολύ αυτό το παιχνίδι, μια και δεν είχαμε με τι άλλο να παίξουμε. Το σπίτι μας ήταν από τα μεγαλύτερα στο Κουλέ Καφέ, με μπαξέ και μια χωμάτινη αυλή περικυκλωμένη από γκαζοτενεκέδες με λουλούδια. Στον μπαξέ υπήρχαν μουριές, ροδιές, συκιές, βερικοκιές, κι εμείς τα παιδιά μαθαίναμε τους μήνες από το κάρπισμα των δέντρων. Ήμασταν καμιά δεκαπενταριά παιδιά σ’ αυτό το σπίτι. Κι άλλοι τόσοι μεγάλοι. Μ’ ένα και μοναδικό αποχωρητήριο στην άκρη της χωμάτινης αυλής. Από τα ίχνη στο χώμα καταλάβαινα ποιος βρίσκεται εκεί μέσα. Οι ξαδέρφες μου άφηναν κάτι πατημασιές σαν να περπατούσαν με τις γροθιές τους — κι αυτές ήταν που ενδιέφεραν εμένα. Άνοιγα απότομα τη σανιδένια πόρτα του «μέρους» και τινάζονταν επάνω, όπως τιναζόμουν κι εγώ, όταν από τη στρογγυλή τρύπα πεταγόταν κανένας ποντικός. Χρειάζονταν κότσια τότε, ακόμα και για τις πιο απλές σου ανάγκες.»

«Μυθιστόρημα της κυρίας Έρσης» , του Νίκου Γαβριήλ Πεντζίκη

Mε ένα βιβλίο στο χέρι - Τσίρκας, Σουρούνης, Πεντζίκης
Βόλτες με ένα βιβλίο στο χέρι – Πεντζίκης / Περιμένοντας την κυρια Έρση στην Αγία Σοφίας

Ένα μυθιστόρημα άκρως τοπιογραφικό που μπορεί να χαρίσει ένα όμορφο αναγνωστικό απόγευμα στην περιοχή Αχειροποιήτου – Άγιας Σοφίας. Ένα βιβλίο εσωστρεφές και λαβυρινθώδες, ένα «παιζω-γράφημα» δύσβατο για τον αναγνώστη, πιστεύω θα διαβαστεί ευκολότερα στον δρόμο, πάρα σε ένα κλειστό δωμάτιο. Η ανάγκη να κατανοήσεις απόλυτα θα υποχωρήσει μπροστά στην αναγνωστική ανάγκη να συνδεθείς με τον συνειρμό του συγγραφέα, άλλωστε στο συγκεκριμένο έργο η υπόθεση δεν είναι πάρα ένα μόνο πρόσχημα στοχασμού.

«Στη γωνία της οδού Πλάτωνος είναι ένα Γαλακτοζαχαροπλαστείο. Όμοιο κατάστημα υπάρχει επίσης σχεδόν αντίκρυ, γωνία Εγνατίας – Αγίας Σοφίας. Από την πλατεία καθώς είναι ανήφορος, το βλέμμα μπορεί να δει άνετα ίσαμε την άλλη πλατεία μπροστά στο Ναό της Αγίας Σοφίας, το κόκκινο σπίτι με το καφενείο «Ερμής» στο ‘να μέρος, το σταχτί με τη μεγάλη επιγραφή του καπελάδικου στην άλλη. Ακριβώς αντίκρυ στο σπίτι με το καπελάδικο, στο σημείο όπου η Αγίας Σοφίας στενεύει πάλι μετά την πλατεία, γωνία με το κόκκινο σπίτι που ο ρυθμός του θυμίζει Αραβία, είν’ έν’ άλλο ψηλό μέγαρο μέγαρο χλωμό με παραθυρόφυλλα κίτρινα και μπαλκόνι ημικυκλικό, πάνω από ‘να τρίτο Γαλακτοζαχαροπλαστείο. ‘Όλα αυτά μαζί κι’ ένα τέταρτο ανάλογο κατάστημα στα δεξιά μας καθώς κοιτούμε προς τη θάλασσα, αποτελούν διέξοδο όταν περιμένεις. Κάθεσαι σ’ ένα απ’ όλα και τρως.»

Καλές αναγνώσεις, καλές βόλτες!

Κείμενο, φωτογραφίες: Χριστίνα Βουμβουράκη (Lavart)

➔ Δείτε όλες τις τελευταίες ειδήσεις και όλα τα πιο πρόσφατα άρθρα της Lavart στο lavart.gr

Κοινοποίηση

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΑΚΟΜΗ