John Galliano – Το άλλοτε “κακό παιδί” της haute couture επανήλθε

Η άνοδος, η πτώση και το θριαμβευτικό come back του εκκεντρικού Βρετανού σχεδιαστή – Πώς μεταμόρφωσε τη σύγχρονη υψηλή ραπτική

Παρακολουθώντας σε κάθε τηλεοπτική ευκαιρία στα τέλη των ‘90s στιγμιότυπα διεθνούς πασαρέλας στο πρωτοεμφανιζόμενο τότε κανάλι Fashion TV, ευχάριστα συγκράτησα στη μνήμη μου το εύηχο όνομα του σχεδιαστή John Galliano. Κρίνοντας νωρίς την αντισυμβατική του εμφάνιση, τον θαύμασα σαν να ‘ταν ανερχόμενος pop star της εποχής. Αρχικά, γιατί κάθε φορά μου δημιουργούνταν η απορία για το τι είδους μόδα παρουσιάζει και πώς γίνεται να είναι τόσο διαφορετικός σε σχέση με όποιους άλλους σχεδιαστές γνώριζα μέχρι τότε. Όλη αυτή η ακατανόητη οπτική του για τα δικά μου περιγραφικά δεδομένα περί μόδας, τελικά, μου κέντριζαν περισσότερο το ενδιαφέρον στο να εστιάζω ακλόνητη σε κάθε του παρουσίαση συλλογής και να χαίρομαι και μόνο που ήξερα το όνομά του. Παρά την ασχετοσύνη μου περί haute couture, η έξαρση του super modelling τότε διευκόλυνε αρκετά την προσβασιμότητα στην υψηλή ραπτική, ενώ τα show του John Galliano, κατά την συνεργασία του με τον γαλλικό οίκο Dior, έγραφαν παροιμιώδη ιστορία στη νεότερη μόδα, ωσάν δημιουργίες σύγχρονης τέχνης.

Vogue US, Απρίλιος 1997, φωτογράφος Peter Lindbergh.
Vogue US, Απρίλιος 1997, φωτογράφος Peter Lindbergh
Από την συλλογή Asia Major 2003, φωτογραφία Steven Meisel.
Από την συλλογή Asia Major 2003, φωτογραφία Steven Meisel
Editorial από την Annie Leibovitz, Vogue US, Μάρτιος 2009.
Editorial από την Annie Leibovitz, Vogue US, Μάρτιος 2009
Από την editorial συλλογή του φωτογράφου Nick Knight.
Από την editorial συλλογή του φωτογράφου Nick Knight

Γεννημένος στο Γιβραλτάρ, γόνος μεταναστών, εγκαταστάθηκε στο νότιο Λονδίνο μαζί με την οικογένειά του σε ηλικία έξι ετών. Αργότερα, φοίτησε στη διάσημη σχολή Central Saint Martins of Art & Design, ενώ παράλληλα εργαζόταν ως ενδυματολόγος σε θεατρικές παραστάσεις. Η πτυχιακή του, το 1984, εμπνευσμένη από τη Γαλλική Επανάσταση με τίτλο «Les Incroyables», προκάλεσε πολύ νωρίς το γενικότερο θαυμασμό και ενδιαφέρον και εξαγοράστηκε εξ ολοκλήρου από τη γνωστή μπουτίκ του Λονδίνου «Browns». Ωστόσο, ο δρόμος μέχρι την καταξίωση ήταν μακρύς. Ξεκινώντας από το Λονδίνο, μη έχοντας στήριξη, συνάντησε οικονομικά αδιέξοδα και έτσι κατέληξε το 1990 στην πόλη του Φωτός, όπου εκεί, μετά την συνεργασία του το 1996 με τον γαλλικό οίκο Givency, τον περίμενε μία λαμπρή καριέρα. Το ταλέντο του αναγνωρίστηκε στο Παρίσι σχεδόν ανεμπόδιστα, παρά τις συνεχείς διακρίσεις του ως «Άγγλος Σχεδιαστής της Χρονιάς» (1987, 1994, 1995, 1997 -το μοιράστηκε με τον Alexander Mcqueen). Αρχές του 1997, είναι πια ο πρώτος Βρετανός καλλιτεχνικός διευθυντής του γαλλικού οίκου Dior και το όνομά του σύντομα θα συνδεθεί με μία νέα εποχή ενδυματολογικής καλαισθησίας, πρωτόγνωρη για τα μέχρι τότε δεδομένα του Dior.

Η συναρπαστική διαδρομή

Κατά την έλευση του John Galliano στον οίκο Dior, η κομψότητα και η φινέτσα, δύο έννοιες βαθύτατα συνδεδεμένες με την πενηνταετή πορεία του οίκου, γυρίζουν σελίδα. Ο ανατρεπτικός σχεδιαστής τολμά να εντάξει στην υψηλή ραπτική  στοιχεία ροκ, πανκ, έθνικ, ακόμη και φολκλορικά, επηρεασμένος πάντα από εμβληματικές ιστορικές περιόδους, όπου η μόδα άφησε τη δική της πολιτιστική παρακαταθήκη. Καταφέρνει να εκσυγχρονίσει αυτές τις δύο έννοιες, χωρίς να εγκαταλείπει ποτέ το αρχικό νόημά τους, προσδίδοντάς τους, όμως, νέα διάσταση. Τα fashion shows του διακατέχονται από μία απαράμιλλη θεατρικότητα, όπου τα μοντέλα, έχοντας σχεδόν πάντα περίτεχνα μαλλιά και μακιγιάζ, καλούνται να διεκπεραιώσουν ρόλους υψηλής αισθητικής, εμφανώς επηρεασμένα από την ιστορία της τέχνης. Επικαλείται συχνά τον τίτλο της αρχικής του συλλογής «Les Incroyables» σε επόμενες παρουσιάσεις του, προκειμένου να υπερτονίσει την έννοια της απελευθέρωσης, και συνάμα το επαναστατικό ύφος που συνοδεύει αυτήν, σε κάθε του σχεδιαστική αποκάλυψη. Η ολική μεταμόρφωση των μοντέλων του σε κινούμενες ηρωίδες πάνω στην πασαρέλα μετατρέπουν κάθε παρουσίαση συλλογής σε ένα υπερθέαμα μόδας και τέχνης συνάμα. Η δημιουργική του ευφυϊα φανερώνεται με απόλυτη συνέπεια τη στιγμή που η παράδοση, η ιστορία, η κομψότητα, η θηλυκότητα και φυσικά η πρωτοπορία συναντιούνται σε κάθε του φιγούρα, χωρίς να είναι τίποτα περιττό ή υπερβολικό πάνω της, παρά μόνο εντυπωσιακό. Η ισορροπία όλων των παραπάνω στοιχείων είναι αυτό που χαρακτηρίζει τελικά το εξαίρετο ταλέντο του αστείρευτου John Galliano. Η μετά millenium υψηλή ραπτική γνωρίζει στο πρόσωπό του την επόμενη μέρα, αφού είναι εκείνος που τολμά να παρουσιάσει τους τρισδιάστατους όγκους μέσα σε ένα πολιτιστικό μπλέξιμο. Για 14 χρόνια χάρισε στον κόσμο της μόδας φαντασμαγορικά fashion shows ως καλλιτεχνικός διευθυντής του Dior, με την προσωπική του σφραγίδα να είναι αναγνωρίσιμη και σεβαστή παγκοσμίως. Μέχρι που η προσωπική του εξωστρέφεια, υπό την επήρεια αλκοόλ και άλλων δαιμονίων, κατάφερε σε μία στιγμή δημόσιας εικόνας να ακυρώσει όλο το καλλιτεχνικό του εκτόπισμα.

Από την επέτειο 10 χρόνων στον οίκο Dior.
Από την επέτειο 10 χρόνων στον οίκο Dior

Το δημόσιο ατόπημα

Η κυκλοφορία ενός βίντεο το 2011, όπου ο σχεδιαστής απευθύνεται στους πελάτες ενός παρισινού μπαρ με αντισημιτικά σχόλια κατά τη διάρκεια βραδινής εξόδου του και η ακόλουθη σύλληψή του, είναι οι βασικές αιτίες της εξ ολοκλήρου απομάκρυνσης από τον οίκο Dior. Η άμεση αντίδραση του γαλλικού οίκου δεν άφησε κανένα περιθώριο υποστήριξής του. Προκειμένου να διαφυλάξει την ιστορική του φήμη και φυσικά τα κέρδη του από διαφημιστικές καμπάνιες, απέφυγε ακόμη και μία μετριοπαθή στάση απέναντι στην επιλήψιμη συμπεριφορά του σχεδιαστή. Αντίθετα, διαχώρισε επικοινωνιακά τη θέση του, καταδικάζοντας τέτοιου είδους περιστατικά και προβαίνοντας άμεσα στην απόλυση του πιο ευφάνταστα δημιουργικού καλλιτεχνικού διευθυντή που είχε ποτέ. Και έτσι ξαφνικά, το ένδοξο όνομα του Galliano άρχισε να παραπαίει στα αζήτητα. Ο ίδιος παραδέχτηκε δημοσίως τις αδυναμίες του λόγω διάφορων εθισμών, απολογήθηκε για τα λεγόμενά του και αρνήθηκε οποιαδήποτε έμπρακτη συσχέτιση με αντισημιτικές οργανώσεις. Η επικοινωνιακή ζημιά όμως είχε γίνει. Μετά από τόσες επικερδείς επιτυχίες στον κόσμο της μόδας, στα μάτια των περισσότερων, διάσημων και μη, ο John Galliano φαινόταν πια περισσότερο ως λάτρης του Χίτλερ, παρά ως ένας υπερ-ταλαντούχος σχεδιαστής που υπέκυψε στις προσωπικές του αδυναμίες, υπό το βάρος των αυξανόμενων προσδοκιών, όπως τόσοι άλλοι πετυχημένοι καλλιτέχνες. Σε μια εποχή που ξεκινά η ξέφρενη πορεία της αλληλεπίδρασης της αρνητικής είδησης και η τελική επικράτησή της στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, η δημόσια κατακραυγή του σχεδιαστή από ένα προβεβλημένο βίντεο είναι πλέον γεγονός.

Vogue IT, Σεπτέμβριος 1997, φωτογραφία Peter Lindbergh.
Vogue IT, Σεπτέμβριος 1997, φωτογραφία Peter Lindbergh
Συλλογή Dior Φθινόπωρο - Χειμώνας 2001. φωτογραφία Nick Knight.
Συλλογή Dior Φθινόπωρο – Χειμώνας 2001, φωτογραφία Nick Knight

Η ολική επαναφορά

Μετά από 4 χρόνια αδράνειας και αποστασιοποίησης από κάθε τι δημιουργικό, έκπληξη προκάλεσε το 2015 η ξαφνική συνεργασία του με τον μυστηριωδώς αντισυμβατικό οίκο Maison Margiela. Στο Λονδίνο, όπου επέλεξε να παρουσιάσει την επάνοδό του, ένιωθε πια περισσότερο ασφαλής και ώριμος να εκφράσει τις ανησυχίες του μέλλοντος της μόδας, μέσα από τη δεξιοτεχνία και την αποδόμηση ως βασικές δημιουργικές έννοιες. Το 2019, ανανεώθηκε εκ νέου η επαγγελματική του συμφωνία με τον δημοφιλή οίκο, αφού και οι δύο πλευρές παρέμεναν ικανοποιημένες από την ανάδειξη του branding τα τελευταία 5 χρόνια και την επακόλουθη αύξηση των πωλήσεων. Ο εξηντάχρονος πια John Galliano αρνείται την στασιμότητα και δηλώνει το όραμά του για τη μόδα, προσαρμοσμένο στα νέα δεδομένα επικοινωνίας, ακόμη και αν χρειαστεί να προάγει την εικονική πραγματικότητα στα show του. Βιώσιμη μόδα και gender fluid είναι οι κυρίαρχες τάσεις, πάνω στις οποίες κινείται στο εξής, πάντα με το ίδιο πάθος και την ελευθερία της δημιουργίας. Νεανικά ορμητικός ανατρέπει κάθε στερεότυπο, δημιουργώντας τη δική του τέχνη, με αναμφίβολη συνέπεια στον χρόνο. Δικαιωματικά ο καλύτερος της γενιάς του σε έναν απαιτητικό κόσμο μόδας και τέχνης  που λέγεται υψηλή ραπτική.

Από την πρώτη του παρουσίαση στον οίκο Maison Margiela, 2015.
Από την πρώτη του παρουσίαση στον οίκο Maison Margiela, 2015
Φθινόπωρο 2017, Maison Margiela.
Φθινόπωρο 2017, Maison Margiela
"The Wonderful World of Maison Margiela", φθινόπωρο 2016,
“The Wonderful World of Maison Margiela”, φθινόπωρο 2016
Maison Margiela, συλλογή άνοιξη 2017.
Maison Margiela, συλλογή άνοιξη 2017

Διαβάστε επίσης:

Peter Lindbergh – Ο πιο πετυχημένος ασυμβίβαστος φωτογράφος μόδας των ’90s

Κείμενο: Γεωργία Σταυρίδου (Lavart)

 

Φωτογραφία εξωφύλλου

Πηγές Φωτογραφιών: 1, 2, 3, 4, 5, 6, 7, 8, 9, 10, 11, 12, 13, 14, 15, 16, 17, 18, 19, 20

➔ Δείτε όλες τις τελευταίες ειδήσεις και όλα τα πιο πρόσφατα άρθρα της Lavart στο lavart.gr

Κοινοποίηση

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΑΚΟΜΗ