Τι Θέλει Άραγε να Πει ο Ποιητής;

Τι Θέλει Άραγε να Πει ο Ποιητής;

Η Υπερ – ανάλυση της Τέχνης

Και μουρμουρίζεις το στίχο και τον επαναλαμβάνεις και δε θυμάσαι παρακάτω και συνεχίζεις με την επόμενη στροφή και δε βγάζει νόημα το τραγούδι που λες. Ψάχνετε κι εσείς να βρείτε τι εννοούν οι στίχοι; Αναρωτιέστε κι εσείς αν θα σας έλκυαν περισσότερο γραμμένοι σ’ άλλη μουσική; Αν θα τους προτιμούσατε γραμμένους σε μονόγραμμο αντί για πεντάγραμμο;

Τι Θέλει Άραγε να Πει ο Ποιητής;

Τόσα χρόνια φιλόλογοι και κριτικοί τέχνης αναλύουν ποιήματα και πεζά ψάχνοντας πίσω απ’ τις λέξεις τι σκεφτόταν ο ποιητής κι ο συγγραφέας, σκαλίζουν τη μπογιά να βρουν τι σκεφτόταν ο ζωγράφος όταν ακουμπούσε το πινέλο στον καμβά κι ο γλύπτης αποθέτοντας τον πηλό στο μισοτελειωμένο έργο του και ξηλώνουν πλήκτρα και χορδές να βρουν το νόημα πίσω απ’ τις παρτιτούρες. Κατάφερε άραγε κανείς ποτέ να μάθει τι σκεφτόταν ο καλλιτέχνης;

Κι ύστερα οι κριτικές κι οι αναλύσεις τους γεμίζουν σελίδες και σελίδες και εκμεταλλεύονται «αποθηκευτικό χώρο» στη μνήμη των μαθητών που «οφείλουν» να σώσουν στο σκληρό το ποίημα ή το δοκίμιο όπως αποφάσισε να το εκλάβει ο εκάστοτε κριτικός κι ο εκάστοτε καθηγητής για το πολυπόθητο διψήφιο 20. Κι έτσι πάει η κριτική σκέψη που τόσο πολύ αναμασούν οι εκπαιδευτικοί. Εν τέλει λοιπόν, με περίσσια άνεση φτιάχνουμε ανθρώπους που καλλιεργούνται με τη γνώμη της προηγούμενης γενιάς μαθητών. Η γνώση όλο και μειώνεται, περιορίζεται στο λιγότερο δυνατόν. Τα παιδιά βλέπουν απ’ όλο και πιο απομακρυσμένη οπτική κάθε κομμάτι τέχνης. Ετών είκοσι χορεύουν το «λιωμένο παγωτό» με την ακαταμάχητη πεποίθηση πως αναφέρεται στη χαρά του καλοκαιριού και όχι στην φτιαχτή χαρά κάποιας ουσίας. Δεν σκέφτηκε κανείς να εντάξει ξύλινα σπαθιά στη διδακτέα ύλη και αυτό ήταν αρκετό για να μην μπορούμε να αντιληφθούμε τη δεύτερη ανάγνωση.

Και τι απέγινε άραγε η φαντασία; Γιατί το νησί που περιγράφει ο Παπαδιαμάντης να ‘ναι το δικό του νησί; Γιατί η καθημερινότητα που περιγράφει να μη δημιουργήσει εικόνες στο μυαλό του αναγνώστη από την Κάλυμνο και τη Νάξο και να αφήνει μόνο τους αναγνώστες εκ Σκιάθου να ονειρευτούν; Γιατί ο Καβάφης, ένας άνθρωπος που δήλωνε στο κράτος «επάγγελμα ποιητής» να θέλει να μπούμε στη θέση του για να θαυμάσουμε τους στίχους του ενώ θα μπορούσαμε κάλλιστα να αναλογιστούμε τη δική μας ζωή σκανάροντας τις γραμμές του; Και ψάχνουν χρόνια να βρουν τα κόκαλα κάποιας Μόνα Λίζα που θα μπορούσε να ‘ναι δημιούργημα της φαντασίας του Λεονάρντο.

Τι Θέλει Άραγε να Πει ο Ποιητής;
«Το σούρουπο έχει πάντα τη θλίψη ενός ατέλειωτου χωρισμού», είπε ο Τάσος Λειβαδίτης

«Το σούρουπο έχει πάντα τη θλίψη ενός ατέλειωτου χωρισμού», είπε ο Τάσος Λειβαδίτης. Σε ποιο χωρισμό αναφέρεται και από πού έβλεπε τον ήλιο να πέφτει, ή αν εκείνος μνημόνευε μέρα με συννεφιά, μάλλον δεν θα μάθουμε ποτέ. «Άγνωσται αι βουλαί του ποιητή». Χωρισμός από το δυνατότερο έρωτα με θέα το ηλιοβασίλεμα της Σαντορίνης ή και αποχωρισμός από το φοιτητικό σπίτι που έζησες στιγμές και στιγμές με θέα το φως να χάνεται πίσω από την απέναντι πολυκατοικία και τα καλώδια της ηλεκτρικής; Σε κάθε περίπτωση μιλάμε για έναν στίχο… ποιητικό…

Στα κονσέρτα, τα μπαλέτα και τις όπερες μας κάνουν την τιμή να μας δώσουν μία γεύση απ’ τις σκέψεις τους γραμμένη με μικρά τυπωμένα γράμματα στο πρόγραμμα. Με τη διαφορά πως εκείνοι μιλάνε με μουσική και χορό για ιστορίες κι είναι ο δικός τους στόχος η κατανόηση του έργου τους σαν να ‘ναι αφήγηση…ένα μετακείμενο στο πιάτο…

Πολύ αμφιβάλλω αν ο Tchaikovsky οραματιζόταν μια μεταμορφωμένη γυναίκα να πετά πάνω από μια λίμνη δακρύων όταν έγραφε τον Μαύρο Κύκνο μπροστά στο πιάνο του. Κι αν ακόμα έβλεπε μπροστά του την εικόνα της Οντέτ και του έφερνε δάκρυα θλίψης θα ήταν πλεονεξία η απαίτηση κάθε θεατής να αντιγράψει το ρυθμό της κομμένης ανάσας του. Ακόμα και ξέροντας πώς να μεταφράσει κάθε φιγούρα ο θεατής δεν σημαίνει πως νιώθει ό, τι ακριβώς κι ο διπλανός του.

Η κριτική και η ανάλυση του καλλιτεχνικού έργου έχει συχνά αληθινή χρησιμότητα. Απλώς είναι καλό να έρχεται αφού ένα δημιούργημα αγγίξει την ψυχή του αποδέκτη. Μια κριτική ταινίας, μια κριτική παράστασης ή βιβλίου που θα βοηθήσει τον μέσο θεατή και αναγνώστη να επιλέξει ποιο καλλιτεχνικό αποτέλεσμα θα κερδίσει το χρόνο και πιθανώς κάποια χρήματά του διαφέρει κατά πολύ από την αναγκαστική αποστήθιση αναλύσεων ποίησης που εμπεριέχεται στην ύλη που δίνει το εισιτήριο για τα ελληνικά πανεπιστήμια.

Συνήθως όμως η υπέρ – ανάλυση και η μανία να γνωρίζουμε τα πάντα, να μπούμε δηλαδή στο μυαλό του καλλιτέχνη, του φίλου μας, του συντρόφου, του εχθρού μας, δεν προέρχεται από δική τους επιθυμία. Ίσως να το λένε τελικά «αλαζονεία», ή μήπως «αυτοκαταστροφικότητα» αφού διαλύουμε τη δική μας ευκαιρία να φτιάξουμε το δικό μας κόσμο πίσω από τους στίχους, τις λέξεις, τη μπογιά και τις νότες.

΄Κείμενο: Άρτεμις Στυλιανού (Lavart)

Φωτογραφίες: Tassos Stylianou

➔ Δείτε όλες τις τελευταίες ειδήσεις και όλα τα πιο πρόσφατα άρθρα της Lavart στο lavart.gr

Κοινοποίηση

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΑΚΟΜΗ