Δημήτρης Φαργκάνης (Lavart) Κύριε Θεοδωρόπουλε, ο Έλληνας στην πλειοψηφία του τάσσεται κατά των προσφύγων χωρίς όρια, υπέρ των προσφύγων χωρίς όρια και αυτοί που δοκιμάζουν να εξετάσουν το ζήτημα και να καταλήξουν σε μια λύση που να παντρεύει το σεβασμό προς τα ανθρώπινα δικαιώματα αλλά και την αναζήτηση μιας λογικής λύσης δεν ξεπερνούν σ’ αυτόν τον τόπο το 2%. Γιατί ως λαός είμαστε των άκρων και αδιαφορούμε για τις ενδιάμεσες αποχρώσεις του μαύρου και του άσπρου;

Βαγγέλης Θεοδωρόπουλος – Σε όλα τα πράγματα είμαστε των άκρων. Είναι ίσως το DNA; Δεν θεωρώ όμως πως το DNA κάπως διαμορφώνεται ή ότι παίζει ουσιαστικό ρόλο σε τέτοια πράγματα. Από την άλλη, παίζει ρόλο το γεγονός ότι τώρα έχουμε τόσο πολύ ήλιο και πριν μια εβδομάδα ήταν χειμώνας… Μπορεί να παίζει και αυτό ρόλο. Τι να σου πω; Συμφωνώ μαζί σου, από τη μία ο Έλληνας μπορεί να σου πει «Εγώ τον φοβάμαι τον ξένο» και από την άλλη να πάει να του ακουμπήσει μια κουβέρτα για να κοιμηθεί.

Δημήτρης Φαργκάνης (Lavart) Υπάρχει ένας φόβος προς τον ξένο…

Βαγγέλης Θεοδωρόπουλος – Ο φόβος όμως δεν έχει να κάνει ούτε με DNA ούτε με τίποτα, είναι κάτι που καλλιεργείται. Και ειδικά στους ηλικιωμένους ανθρώπους. Ανοίγουν την τηλεόρασή τους και βομβαρδίζονται από τα περισσότερα κανάλια και ραδιόφωνα, και γενικότερα υπάρχει μια τρομολαγνική ιστορία από την πλευρά των μέσων και έτσι δεν γίνεται να μην επηρεάζεται ένας ηλικιωμένος άνθρωπος που δεν θα ήθελε να μπουκάρει σπίτι του ένας κλέφτης και να τον σκοτώσει ή να τον τραυματίσει. Έχουν και τις φοβίες τους οι άνθρωποι. Δεν μιλώ για τις φυσικές φοβίες, μιλάω κυρίως για τις καλλιεργούμενες. Θεωρώ ότι γίνεται μια πολύ μεγάλη προπαγάνδα από την «ντεκαφεϊνέ» έως τη σκληρή, που σημαίνει Χρυσή Αυγή, φασίστες. Και όλα αυτά επηρεάζουν τους ανθρώπους. Και δεν μιλάω καθόλου για φασίστες, οι φασίστες είναι ένα είδος το οποίο δεν έχει να κάνει με τον άνθρωπο, με το ανθρώπινο είδος.

«Oι φασίστες είναι ένα είδος το οποίο δεν έχει να κάνει με τον άνθρωπο, με το ανθρώπινο είδος»

Δημήτρης Φαργκάνης (Lavart) Οι άνθρωποι δεν γεννιούνται φασίστες…

Βαγγέλης Θεοδωρόπουλος – Ο άνθρωπος ο οποίος εγκληματεί έχει πίσω απ’ αυτό μια, ας πούμε, φασιστική, μισανθρωπική ιδεολογία. Κι εγώ μπορώ να συνομιλήσω και να έχω και φίλους – και φαντάζομαι κι εσύ έχεις φίλους στο σχολείο ή στο πανεπιστήμιο, βέβαια εκεί λίγο πιο δύσκολα γιατί χωρίζονται πιο πολύ τα στρατόπεδα, αλλά στην οικογένειά σου σίγουρα, όπου ο ένας μπορεί να είναι δεξιός, ο άλλος αριστερός, ο άλλος κεντρώος και να τρως και να πίνεις μια χαρά με όλους. Θείος λες, είναι, τον αγαπάς κι ας διαφωνείς. Με το ακραίο, όμως, που είναι ο φασίστας, εγώ δεν θέλω να συναλλάσσομαι. Και λέγοντας εσένα, εννοώ τον εαυτό μου, έχω φίλους, έχω γνωστούς, μπορώ να ανταλλάξω κουβέντες και με ανθρώπους που μπορεί να έχω απόλυτη διαφωνία ιδεολογική. Με το φασίστα δεν θέλω καμιά επαφή.

Δημήτρης Φαργκάνης (Lavart) Υφίσταται, δηλαδή, κόκκινη γραμμή ακόμα και αν υπάρχει παράλληλα αυτό που λέμε αγάπη;

Βαγγέλης Θεοδωρόπουλος – Δεν υπάρχει για μένα. Δεν μπορώ να έχω συγγενή μου ένα φασίστα. Δεν μπορώ. Δεν γίνεται. Είναι άγριοι. Είναι βάρβαροι.

Δημήτρης Φαργκάνης (Lavart)  Είχατε ποτέ επαφές και τις κόψατε;

Βαγγέλης Θεοδωρόπουλος – Όχι.

Δημήτρης Φαργκάνης (Lavart) Αν είχατε ποτέ επαφές, δεν θεωρείτε ότι θα είχε διαμορφωθεί διαφορετικά η άποψή σας;

Βαγγέλης Θεοδωρόπουλος – Δεν μπορώ να έχω συναλλαγή με φασίστα. Θα χρησιμοποιήσω μια έκφραση λίγο παλιομοδίτικη. Είναι κακοί άνθρωποι. Δεν θέλω να έχω καμία σχέση με κακούς ανθρώπους.Δημήτρης Φαργκάνης (Lavart) Ο φασισμός των κληρικών; Η στάση του Χριστιανισμού;

Βαγγέλης Θεοδωρόπουλος – Χριστιανός δεν είμαι, σέβομαι αυτούς που πιστεύουν, είναι ανάγκη δική τους, με ηρεμεί καμιά φορά και μένα η βυζαντινή μουσική, είναι σπουδαία τέχνη, αλλά δεν μπορώ να δεχθώ έναν παπά, ο οποίος είναι κόντρα στην ίδια του τη θρησκεία και να είναι μισαλλόδοξος, φασίστας και τα λοιπά. Θεωρώ πως αν ήταν στρατιωτικός θα έπρεπε να του ξηλώνουν τα παράσημα, το βαθμό του. Αν είσαι παπάς, θα πρέπει να σε ξυρίζουν, με την έννοια της καθαίρεσης. Γιατί ο πρώτος ξένος στην Ορθοδοξία είναι ο ίδιος ο Χριστός. Υπάρχει ένα υπέροχο τροπάριο, να το ακούσεις, εγώ το άκουσα, γιατί με αφορά το θέμα από την πλευρά των προσφύγων κι επειδή στο Φεστιβάλ Αθηνών φέτος η θεματική που έβαλα είναι η έλευση του ξένου. Ο πρώτος ξένος στον αρχαίο κόσμο είναι ο Διόνυσος. Και ο πρώτος ξένος στην Ορθοδοξία είναι ο Χριστός. Υπάρχει λοιπόν ένα υπέροχο τροπάριο, είναι του Μεγάλου Σαββάτου, αλλά από ό, τι έμαθα ψάλλεται τη Μεγάλη Παρασκευή, και παίζει με τη φράση «ο ξένος» πάρα πολύ ωραία και πολύ ποιητικά, εννοώντας τον Χριστό. Διάλεξα, λοιπόν, εγώ ο μη Χριστιανός, αλλά όχι αγνοώντας επιθετικά, διαγράφοντας έναν από τους στίχους (γιατί είναι ολόκληρο ποίημα. Είναι του Γεωργίου Ακροπολίτη, του 13ου αιώνα, λέγεται Στιχηρόν Μεγάλης Παρασκευής.) Όλα μου άρεσαν, αλλά έπρεπε να διαλέξω έναν για motto. Δός μοι τοῦτον τὸν ξένον(…) ὃς ὡς ξένος οὐκ ἔχει τὴν κεφαλὴν ποῦ κλῖνη. Η ίδια λοιπόν αυτή η θρησκεία θεωρητικά προστατεύει τον ξένο, ενώ όλοι αυτοί που το παίζουν υπερπατριώτες και νομίζουν ότι προέρχονται από τους αρχαίους Έλληνες…

Οι Έλληνες στην αρχαιότητα προστάτευαν με νόμο τον ξένο, τον ικέτη. Δηλαδή ο ξένος ήταν απόλυτα σεβαστός. Για παράδειγμα, αν κάποιος έφευγε από τη δική του πόλη-κράτος και ερχόταν στη δική σου πόλη-κράτος, τον προστάτευαν και ας ήταν και εγκληματίας, επειδή ήταν ικέτης, ήταν ξένος. Αυτά ας τα διαβάζανε κάποιοι μητροπολίτες και κάποιοι φασίστες, αν θέλουν να είναι αυτοί οι Έλληνες. Εγώ είμαι Έλληνας για έναν πάρα πολύ απλό λόγο, γιατί εδώ αγάπησα τον τόπο μου. Τα παιδικά μου χρόνια. Τα παιδικά μου χρόνια είναι η πατρίδα μου. Και έτυχε η πατρίδα μου να είναι η Ελλάδα και αγαπώ πάρα πολύ τη χώρα μου. Αγαπώ και την πόλη μου και ας είναι άσχημη σε πολλά της σημεία.

Μου άρεσε ως παιδί να κάθομαι στα πόδια των γυναικών που έπιναν το απόγευμα καφέ, αλλά ταυτόχρονα κάτι δεν μου πήγαινε. Πίσω από τις γρίλιες, κοίταγαν ποιος μπήκε, ποιος βγήκε…

Δημήτρης Φαργκάνης (Lavart) Η πόλη σου είναι η Αθήνα…

Βαγγέλης Θεοδωρόπουλος – Η πόλη μου είναι η Αθήνα, είμαι Κωνσταντινουπολίτης και μικρασιατικής καταγωγής. Και τα δύο. Κωνσταντινουπολίτης από τον πατέρα μου, Μικρασιάτης από τη μητέρα μου. Ζω εδώ, σε αυτόν τον τόπο. Και τον πονάω, τον αγαπάω, θέλω να σέβομαι τη γη του και τον ουρανό του, αυτά που περπατάνε και αυτά που πετάνε σε αυτόν τον τόπο. Αυτό καλλιέργησα στη ζωή μου. Η γειτονιά που μεγάλωσα δεν ήταν όμορφη. Τα Άνω Ιλίσια. Ούτε μου άρεσαν, χωρίς να μπορώ να το συνειδητοποιήσω όταν ήμουν παιδάκι, οι γείτονές μου. Γιατί δεν μου αρέσει το κουτσομπολιό. Και πέφτει πολύ κουτσομπολιό στις γειτονιές. Δεν είναι τόσο υπέροχη αυτή η αυλή των θαυμάτων. Μου άρεσε ως παιδί να κάθομαι στα πόδια των γυναικών που έπιναν το απόγευμα καφέ, αλλά ταυτόχρονα κάτι δεν μου πήγαινε. Πίσω από τις γρίλιες, κοίταγαν ποιος μπήκε, ποιος βγήκε, ποιος κοιμήθηκε με ποιον. Και μετά στον καφέ να τα κουτσομπολεύουν. Και ταυτόχρονα μου άρεσε αυτή η αυλή. Μου άρεσαν οι συναντήσεις των ανθρώπων. Η γειτονιά που μεγάλωσα, λοιπόν, ήταν μια τέτοια μικροαστική γειτονιά, απ’ όπου εγώ έφυγα με τους γονείς μου στα δεκατέσσερά μου και ξαναγύρισα γύρω στα τριάντα μου, αλλά για άλλο λόγο. Γιατί η γειτονιά, δίπλα στο σπίτι στο οποίο είχα γεννηθεί, είχε αλλάξει και είχει γίνει ένα γήπεδο μπάσκετ και ένα κολυμβητήριο. Είχα ξεκινήσει το μπάσκετ από δεκατεσσάρων χρονών, αλλά δεν μου πήγαινε. Από τα δεκαοχτώ μου όμως, ξεκίνησα να κολυμπάω σε κολυμβητήριο και το καλοκαίρι στη θάλασσα. Χαίρομαι που επιστρέφω στην περιοχή που μεγάλωσα. Με συνδέουν ακόμα και τα άσχημα. Αλλά με μια αφαίρεση πια, λόγω εμπειρίας και γνώσης. Ίσως και με μια άποψη για τον κόσμο και για τη ζωή.

Δημήτρης Φαργκάνης (Lavart) Είπατε πριν για τον ηλικιωμένο που φοβάται. Κατά κύριο λόγο, η μερίδα των συμπολιτών μας που εκφράζει ανασφάλεια, φόβο ή και ρατσισμό αναφορικά με το προσφυγικό ζήτημα είναι οι ηλικιωμένοι. Συνάμα, όμως, είναι η ίδια ηλικιακή ομάδα που η σοφία της ενίοτε είναι αδιαμφισβήτητη. Είναι δικαιολογημένος ο φόβος τους ή η αντίδρασή τους οφείλεται σε κάποια έλλειψη παιδείας;

Βαγγέλης Θεοδωρόπουλος – Μικτά είναι τα πράγματα. Και η παιδεία αλλά και ο τρόπος με τον οποίο εμείς οι ίδιοι στη ζωή μας προστατεύουμε τον εαυτό μας για να μη χειροτερεύουμε. Γιατί εγώ δεν πιστεύω ότι ο άνθρωπος βελτιώνεται συνεχώς. Και, μεγαλώνοντας, η άσκηση είναι να μη χειροτερεύεις. Είναι σαν μια κατσαρόλα που πρέπει να μπορείς να κρατάς όσο γίνεται το καπάκι κλειστό για να μη βγαίνει το κακό από μέσα. Είναι δύσκολο. Στο λέω με προσωπική γνώση και εμπειρία, αλλά τουλάχιστον να το έχουμε στο μυαλό μας για τα πείσματά μας, για τους εγωισμούς μας, για το ότι έχουμε πάντα εμείς δίκιο και ο άλλος δεν έχει καθόλου. Αυτά που μας απασχολούν, αυτά που μας βασανίζουν, αυτά που μας κουράζουν, οι αποτυχίες μας, μας σφίγγουν, μας σκληραίνουν. Γινόμαστε δύσκολοι και ίσως, κάποιες φορές, κάποιοι, ρατσιστές. Έχει να κάνει πολύ με τον ίδιο μας τον εαυτό. Με τα πράγματα που φοβόμαστε, που θεωρούμε ότι φταίνε για αυτό που είμαστε εμείς τώρα. Τον ρατσισμό και τον συντηρητισμό, πιο έντονα θα τον δεις σε ανθρώπους που υποφέρουν, που είναι άνεργοι. Το βλέπεις στις εκλογές. Το πώς γίνεται συντηρητικός ή ακραίος κανείς. Όχι ότι είναι λύση το Κέντρο.

Δημήτρης Φαργκάνης (Lavart) Ένα ωραίο Κέντρο θα ήταν σίγουρα λύση.

Βαγγέλης Θεοδωρόπουλος – Αλλά, βλέπεις, στη Γαλλία υπήρχε κίνδυνος να βγει η Λεπέν. Και σε άλλες χώρες το ίδιο. Και σε πολλές πρώην σοσιαλιστικές χώρες. Έχει πάρει πολύ το πάνω χέρι η ακροδεξιά.

…το θέατρο συναλλάσσεται με την εποχή του ακέραια. Δεν έχει ημερομηνία λήξεως, μεταλλάσσεται, αλλάζει.

Δημήτρης Φαργκάνης (Lavart) – Έτσι είναι όμως στον αντίποδα, κάτι λάθος έκανε και η αριστερά. Και το ζήτημα είναι με την Ευρώπη. Η Ευρώπη τί οφείλει να διαφυλάξει; Όταν συγκρούεται ο Ευρωπαϊκός Διαφωτισμός με τους θρησκόληπτους κυρίως και φανατικούς μουσουλμάνους; Πώς η Ευρώπη των Εθνών – Κρατών που μάλιστα, τα τελευταία είκοσι χρόνια κρατάει επικριτική στάση σε καθετί που σχετίζεται με την θρησκεία και δη τον φανατισμό, θα μπορέσει να παντρευτεί και να αγκαλιαστεί με τους θρησκόληπτους μουσουλμάνους των μεσανατολικών κρατών;  (μπούρκες κ.ο.κ.)

Βαγγέλης Θεοδωρόπουλος – Έχει μια άλλη μπούρκα. Σε μπούρκες ανάμεσα ζούμε. Πολιτικές και θρησκευτικές. Επειδή έχω κάνει διάφορα ταξίδια, παντού βλέπω να παίρνει το πάνω χέρι ένας βαθύς συντηρητισμός, στα όρια ή και ξεπερνώντας τα όρια του συντηρητικού. Το συντηρητικό δεν είναι σώνει και καλά κακό. Αλλά όταν γίνεται ακραίο γίνεται και επικίνδυνο για την ελευθερία του ανθρώπου, για τη χαρά του ανθρώπου, αλλά δεν είναι χαρακτηριστικό των μουσουλμάνων μόνο.

Δημήτρης Φαργκάνης (Lavart) Ποια είναι η μπούρκα του Ευρωπαίου;

Βαγγέλης Θεοδωρόπουλος – Άσε τον Ευρωπαίο. Πιάσε τον Έλληνα. Δεν υπάρχει ένας συντηρητισμός απέναντι στην ομοφυλοφιλία; Αυτό είναι Ευρώπη;

Δημήτρης Φαργκάνης (Lavart) Όχι πέρα όμως από το αυτονόητα κατακριτέο.. Θεωρώ πως είναι και μεσοδιάστημα. Για παράδειγμα, πριν δέκα χρόνια κάποιοι ίσως και να πετροβολούσαν ομοφυλόφιλους, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι σήμερα υπάρχει σοβαρή αποδοχή από την ευρεία κοινή γνώμη.

Βαγγέλης Θεοδωρόπουλος – Και τώρα πετροβολούν. Ο φοιτητής στα Γιάννενα, τον ξεχνάς. Γιατί η βία δεν είναι μόνο η πέτρα. Η βία είναι η κοροϊδία, η ταπείνωση, το bullying. Δεν είναι σώνει και καλά να πέφτει ξύλο. Τρως άλλου είδους μπουνιές. Που σε διαλύουν. Δες ένα αγόρι ομοφυλόφιλο πώς το ειρωνεύονται και το κοροϊδεύουν. Ότι «τον παίρνει», «είναι πούστης».

Δημήτρης Φαργκάνης (Lavart)  Έχετε δοκιμάσει να «αιωρηθείτε» με το νου σας σε έναν χώρο και χρόνο ψηλά και μελλοντικά, βλέποντας τη σημερινή πολιτισμική κρίση ως μία πετρούλα ενός ψηφιδωτού μιας αέναης ιστορικής συνέχειας; Έχετε δοκιμάσει να αποστασιοποιηθείτε από τα γεγονότα και να το κοιτάξετε με μικρότερο συναισθηματισμό;

Βαγγέλης Θεοδωρόπουλος – Σα σκηνοθέτης, δεν με ενδιαφέρει μόνο το δάσος. Το δάσος είναι η παράσταση ολόκληρη. Μ’ ενδιαφέρει και το δέντρο. Το επιμέρους. Η ψηφίδα, που λες κι εσύ. Δεν μου αρέσει να μη βλέπω την ψηφίδα και να βλέπω μόνο το ψηφιδωτό. Δηλαδή να μη βλέπω τον κάθε άνθρωπο. Είναι επικίνδυνο το να έρθεις σε απόσταση.Δημήτρης Φαργκάνης (Lavart) Με την έννοια ότι αυτό διαμορφώνει ενίοτε και αδιάφορους πολίτες…

Βαγγέλης Θεοδωρόπουλος – Εγώ είμαι υπέρ του να περπατάω μέσα στο ψηφιδωτό. Μια ψηφίδα είμαι κι εγώ που κινούμαι ανάμεσα. Δεν θέλω να βρεθώ απ’ έξω. Το μυαλό μου θέλω να είναι καθαρό. Αλλά αυτό δεν με κάνει να βρεθώ απ’ έξω. Αυτό είναι η αγωνία μου. Το πώς να μη χάνεις την επαφή σου, για διάφορους λόγους, με αυτό που συμβαίνει γύρω σου. Πως ακόμα και για τη δουλειά που κάνω, η όποια έμπνευση μου, προέρχεται από την επαφή μου με τον κόσμο.

Μου αρέσει σα σκηνοθέτης να είμαι από δίπλα από τον ηθοποιό και όχι από πάνω του. Να δείχνω στον ηθοποιό όχι πώς να παίξει, αλλά πώς να βρει τον εαυτό του.

Δημήτρης Φαργκάνης (Lavart) Πολυάσχολος. Η σχέση σας με το χρόνο; Πώς τα πάτε;

Βαγγέλης Θεοδωρόπουλος – Κοίτα, επειδή μεγαλώνω, αλλά νομίζω συμβαίνει και στους περισσότερους ανθρώπους, νιώθω ότι έχω ενέργεια και διάθεση εφήβου και από την άλλη κοιτιέμαι στον καθρέφτη και λέω «Ωχ, έχω μεγαλώσει».

Δημήτρης Φαργκάνης (Lavart) Έχετε άγχος ότι μπορεί να μην προλάβετε κάτι;

Βαγγέλης Θεοδωρόπουλος – Όχι, καθόλου.

 

Δημήτρης Φαργκάνης (Lavart) Πώς το καταφέρνετε;

Βαγγέλης Θεοδωρόπουλος – Κοίτα, θέλω να ζήσω αρκετά χρόνια, αλλά να είμαι υγιής, να μη γίνομαι βάρος, να μην κουράζω τους άλλους και, κάποια στοιχειώδη πράγματα, όχι τα πάντα, να μπορώ να τα χαίρομαι. Δε μπορώ να πάω το χρόνο πίσω. Δε μπορεί ο οργανισμός μου να παραμείνει σε μία ηλικία. Είναι κι έξω από τη φύση αυτό. Προσπαθώ να μη μπαίνω σε αυτή τη λογική. Αυτά που προσπαθώ, να τα κάνω, αλλά κάποιες φορές ενώ έχω πολλή όρεξη για δουλειά, λέω «Εγώ τώρα τι θέλω εδώ»; Κυριαρχεί παρόλα αυτά το γεγονός, πως, με ό,τι καταπιάνομαι, μου αρέσει, με την όποια γνώση και εμπειρία αποκτώ – όχι απέκτησα, αποκτώ. Νομίζω πως είναι υποχρέωσή μας και στον τόπο και στους ανθρώπους, αλλά όχι με ένα τρόπο μεταφυσικό. Όπως μαθαίνεις σε ένα παιδί πώς να πιάνει ένα εργαλείο, πώς να πιάσει το ψαλίδι για να μην κοπεί. Αλλά του δίνεις το ψαλίδι. Χωρίς όλο αυτό να του το επιβάλλεις. Από δίπλα του. Μου αρέσει σα σκηνοθέτης να είμαι από δίπλα από τον ηθοποιό και όχι από πάνω του. Να δείχνω στον ηθοποιό όχι πώς να παίξει, αλλά πώς να βρει τον εαυτό του.

Και τώρα που είμαι σε αυτή τη δουλειά, θέλω, όχι έχοντας την αίσθηση του μάταιου, να προσθέσω κι εγώ μια γραμμή στην άμμο, στο χώμα και ας ξέρω βέβαια ότι αυτή η γραμμή στην άμμο θα χαθεί, από κάποιον άλλον, ίσως από τον αέρα.. Αλλά δεν με ενδιαφέρει το τι και αν θα μείνει κάτι μέσα στο χρόνο, αφού δεν θα υπάρχω για να το απολαύσω. Δεν μου αρέσει όλη αυτή η ματαιοδοξία. Δεν μου ταιριάζει.

…θα αποτύχεις, θα πληγωθείς, αλλά είναι καλύτερα με άλλους ανθρώπους, παρά σε ένα δωμάτιο μόνος σου.

Δημήτρης Φαργκάνης (Lavart) Ωραία, ματαιότητα; Χαιρετηθήκατε;

Βαγγέλης Θεοδωρόπουλος – Κάποιες φορές στη ζωή μου ναι. Αλλά αυτό έχει να κάνει με μένα, όχι με τους άλλους.Δημήτρης Φαργκάνης (Lavart) Πως το διαχειρίζεστε αυτό; Πού είναι το αντίβαρο;

Βαγγέλης Θεοδωρόπουλος – Με σκέψη. Τίποτε άλλο. Η σκέψη του ανθρώπου δεν είναι μάταιη. Καθόλου. Βεβαίως θα κάνεις λάθη, θα αποτύχεις, θα πληγωθείς, αλλά είναι καλύτερα με άλλους ανθρώπους, παρά σε ένα δωμάτιο μόνος σου. Γενικά δεν μπορώ να είμαι μόνος μου. Ακόμα και όσον αφορά το θέατρο που έχουμε και σκηνοθετώ, γνωρίζω ότι είμαι η κεντρική φυσιογνωμία αυτού, από την άλλη όμως μου αρέσει να το μοιράζομαι με άλλες θεατρικές ομάδες. Και αυτό μη νομίζεις ότι δεν έχει μέσα ένα στοιχείο, όχι ακριβώς ωφελιμιστικό, αλλά μακάρι δημιουργικό. Το ότι μπορείς δηλαδή να επικοινωνήσεις και να βλέπεις τις παραστάσεις αλλά και τον τρόπο που δουλεύουν νέοι άνθρωποι κι έτσι να είσαι κι εσύ μέσα στην εποχή σου, αντιλαμβανόμενος πώς εξελίσσονται τα πράγματα. Στην τέχνη μας αλλάζουν τα πράγματα. Δεν είναι κανένα πράγμα σταθερό. Ο χρόνος παίζει πολύ μεγάλο ρόλο. Μια παράσταση μπορεί πριν είκοσι χρόνια να ήταν μοντέρνα και τώρα να είναι ξεπερασμένη. Το έχει αυτό το μάταιο το θέατρο, ενώ άλλες τέχνες όχι. Γιατί το θέατρο συναλλάσσεται με την εποχή του ακέραια. Δεν έχει ημερομηνία λήξεως, μεταλλάσσεται, αλλάζει. Αλλάζει ο άνθρωπος, η γλώσσα. Όχι ότι γίνεται χειρότερος όπως λένε τα λένε γερασμένα μυαλά: «Πω πω, χάλασε η νέα γενιά». Εγώ ελπίζω πάντα στους επόμενους, ότι είναι καλύτεροι από εμένα. Και το βλέπω. Βλέπω πόσο πιο έξυπνα είναι τα παιδιά. Εγώ το ζηλεύω αυτό το πράγμα. Τα νέα παιδιά έχουν περισσότερη σχέση με το αντικείμενο μας, έχουν καλύτερη γνώση, έχουν διαβάσει περισσότερο, έχουν σπουδάσει περισσότερα. Και όλο αυτό το χαίρομαι.

Δημήτρης Φαργκάνης (Lavart) Για τι ανησυχείτε σήμερα; Ανησυχείτε για κάτι;

Βαγγέλης Θεοδωρόπουλος – Βεβαίως ανησυχώ. Ανησυχώ για το τι μπορεί να βρω εγώ μπροστά μου αλλά και οι επόμενες γενιές. Φανταζόσουν εσύ πριν από οχτώ χρόνια ότι θα υπάρχει αυτή η οικονομική καταστροφή, ότι θα υπάρχουν άνεργοι, ότι θα πεινάει κόσμος, θα κοιμούνται κάποιοι στο δρόμο; Εγώ δεν το έβλεπα όταν ήμουν στην ηλικία σου. Πάρα πολλοί ανθρώποι σκύβουν σε ένα σκουπιδοτενεκέ και βγάζουν ένα γιαούρτι για να γλείψουν. Τρελαίνομαι μ’ αυτό το πράγμα. Άρα τίποτα δεν είναι σίγουρο. Τίποτα δεν είναι ασφαλές. Σε τί πόλεμο θα ζήσουμε; Σε τί προσφυγιές μπορεί να οδηγηθούμε; Εμείς. Όχι μόνο ο ξένος. Πριν από εκατό χρόνια έφευγαν από τη Σμύρνη και γέμιζε η θάλασσα πτώματα. Από πνιγμένους. Όχι μόνο από αυτούς που τους πυροβολήσανε. Αυτό δεν περνάει από το μυαλό μας, ενώ μπορεί να αφορά και τη γιαγιά μας και νομίζουμε ότι είναι απλά μια παλιά ιστορία. Η ιστορία όμως μπορεί να ξανάρθει και να είμαστε εμείς σε αυτή τη θέση.Δημήτρης Φαργκάνης (Lavart) Είπατε ότι το θέατρο μπορεί να προχωράει; Πότε μένει ένα θέατρο στάσιμο, πότε προχωράει και ποιος είναι ο ρόλος του;

Βαγγέλης Θεοδωρόπουλος – Το θέατρο προχωράει για μένα όταν συναλλάσσεται με την κοινωνία. Όταν τα μάτια και τα αυτιά και η ψυχή είναι απέναντι σε αυτά που συμβαίνουν γύρω μας.

Δημήτρης Φαργκάνης (Lavart) Όταν ανασύρονται παραστάσεις από τη ναφθαλίνη πολλές φορές; Ορισμένες παραστάσεις εμμένουν σε διδάγματα που ενδεχομένως θεωρούνται ξεπερασμένα…

Βαγγέλης Θεοδωρόπουλος – Φυσικό είναι, αλλά θέλουμε όλα να είναι πολύ καλά; Δεν μπορούν να είναι. Ξεπερνιούνται τα μυαλά, ξεπερνιούνται οι ιδέες, άλλοι το ψάχνουν, το παλεύουν, τα πάντα παίζουν ρόλο. Και ο χρόνος παίζει ρόλο και το να νομίζεις ότι αυτό που είναι επιτυχία θα μπορεί να είναι για πάντα επιτυχία, οπότε επαναλαμβάνεις ένα μοντέλο καθόλου δημιουργικό. Όλα αυτά παίζουν ρόλο.

Δημήτρης Φαργκάνης (Lavart) Φεστιβάλ. Ποιος είναι ο στόχος σας;

Βαγγέλης Θεοδωρόπουλος – Κανένας. Δεν έχω στόχο (με την κυριολεκτική σημασία της λέξης). Έχω κάποια πράγματα που μ’ ενδιαφέρουν. Δεν χρησιμοποιώ τη λέξη «στόχος», γιατί ο στόχος είναι κάτι στρογγυλό που πετάς πάνω βελάκια και δεν θέλω να πετάω βελάκια. Μ’ ενδιαφέρουν πράγματα που με απασχολούν στο θέατρο. Σημασία έχει, αν θέλεις κάτι, να είναι χρήσιμο και δημιουργικό. Φέρνεις πολλά καινούρια πράγματα, που στην ουσία δεν είναι καινούρια, τα έχουν σκεφτεί άλλοι πριν από εσένα κι έτυχε απλά να βρίσκεσαι εσύ σε αυτή τη θέση.Δημήτρης Φαργκάνης (Lavart) Ναι, όμως τί οφείλετε να διαφυλάξετε εσείς ως καλλιτεχνικός διευθυντής; Ποιες είναι οι δικές σας ευθύνες;

Βαγγέλης Θεοδωρόπουλος – Δεν μπορώ να κάνω τίποτα περισσότερο εδώ, από αυτό που είμαι. Αν κάτι κουβαλώ ηθικό, σα σκέψη, θα βγει ή δεν θα βγει. Δεν μπορώ να κάνω κάτι που δεν είμαι εγώ. Στο Φεστιβάλ κάνω αυτό που είμαι εγώ, αλλά προσπαθώ να αφορά κόσμο από τις πιο μικρές κλίμακες του θεάτρου. Ο καθένας μπορεί να έχει έναν κόσμο, ένα κοινό. Ένα φεστιβάλ που έχει το μέγεθος που έχει, πρέπει να μην βρίσκεται προς μία μόνο κατεύθυνση, την αυστηρά προσωπική σου, αλλά να μπορεί να πιάνει, όχι ακριβώς διαφορετικά γούστα, διαφορετικά πράγματα. Δεν πρέπει δηλαδή να είναι μόνο θέατρο, είναι καλό να έχει και μουσική. Μ’ ενδιαφέρει η καλή ποιότητα των πραγμάτων. Τώρα αυτή πώς να τη βαφτίσω και πώς να τη χαρακτηρίσω; Αυτό μπορείς να το πεις εσύ ως θεατής ή ως αναγνώστης, αν αυτό που γίνεται σ’ ενδιαφέρει κι εσένα. Ή ένα μέρος του.

Δημήτρης Φαργκάνης (Lavart) Πείτε μου την άποψη σας για το Γιαν Φαμπρ;

Βαγγέλης Θεοδωρόπουλος – Όταν έφυγε ο Φαμπρ έγινε μια συνέλευση καλλιτεχνών. Ήρθα σε απόλυτη διαφωνία μαζί τους και ευτυχώς δεν με δείρανε ούτε με κράξανε. Γιατί ειπώθηκε η φράση και δημόσια: Persona non grata. Ανεπιθύμητος. Εγώ δεν πιστεύω ότι πρέπει να υπάρχει πολιτιστικός Καιάδας, συνάδελφός μας είναι. Κι εδώ στην Ελλάδα βγήκαν οι φόβοι, ότι θα φέρει Βέλγους. Αλλά εμείς θα ήμασταν πάρα πολύ περήφανοι αν πηγαίναμε στη Γερμανία και φέρναμε ελληνικό πρόγραμμα. Μας αρέσει που η Documenta ήρθε στην Ελλάδα και ασχολείται με την Ελλάδα. Ταυτόχρονα μπήκαν και εργασιακά θέματα… «Δηλαδή εμείς δεν θα έχουμε θέση;» έλεγαν. Δεν είναι αλήθεια αυτό το πράγμα. Ο Φαμπρ ήρθε στο παρά πέντε, όπως ήρθα κι εγώ. Πρέπει να κάνεις πρόγραμμα σε ενάμιση μήνα, ενώ για να κάνεις πρόγραμμα χρειάζεσαι έναν ολόκληρο χρόνο – και για κάποια πράγματα χρειάζεσαι ακόμα και δύο, οπότε τι κάνεις; Κάνεις μία λύση ναυαγοσωστική, για να προετοιμαστείς για το επόμενο έτος. Κι εμένα αν με καλούσαν στο Βέλγιο μπορεί να έλεγα «Δεν μου αρέσουν οι καλλιτέχνες, ας φέρω από τον τόπο μου αυτούς που ξέρω και εκτιμώ και στην πορεία να… ανοίξει». Ο Φαμπρ ο ίδιος είπε «Εγώ δεν θέλω να είμαι Καλλιτεχνικός Διευθυντής, θέλω να είμαι Επιμελητής». Δηλαδή να κάνει ένα κομμάτι του Φεστιβάλ. «Κάντε εσείς ως υπουργείο το ελληνικό κομμάτι.» Δεν το έκαναν το ελληνικό κομμάτι. Γιατί φταίει σε αυτό ο Φαμπρ και όχι το υπουργείο; Αυτό απαντώ. Είναι ένας σημαντικός καλλιτέχνης, είτε μας αρέσει είτε δε μας αρέσει. Γι’ αυτό είναι τόσο διεθνής. Αφορά τον κόσμο. Κάτι φέρνει στην τέχνη. Δεν μπορούμε να τον διαγράψουμε. Εδώ που βρισκόμαστε, στη Θεσσαλονίκη, παίχτηκε η παράσταση που ονομάσανε όλοι «Παλλόμενα πέη», Mount Olympus λέγεται κι ένας πάρα πολύ συντηρητικός μητροπολίτης που είναι εδώ, ούτε που το πήρε χαμπάρι. Αλλά εδώ δεν διακινδυνεύθηκε το μεροκάματο κανενός, όπως στην Αθήνα που ήταν τα «Παλλόμενα πέη». Τα ίδια «πέη» παίχτηκαν και στο Μέγαρο Μουσικής Θεσσαλονίκης κι ενώ είναι πιο συντηρητική η Θεσσαλονίκη, κιχ δεν ακούστηκε, μύτη δεν άνοιξε. Στην Αθήνα, που νομίζουμε ότι είμαστε και… πρωτοπορία, η φράση «Παλλόμενα πέη» βγήκε και από μια σκηνοθέτιδα του μοντέρνου. Όχι από ένα μητροπολίτη ή από ένα χωροφύλακα. Εμένα μου έχει αφήσει μια θλίψη αυτή η ιστορία. Γιατί το έβρισκα πολύ επικίνδυνο αυτό σαν στάση απέναντι σε ένα συνάδελφο μας. Πήγαμε αντίθετα σε κάτι που απλά τρόμαξε για λίγο. Το ότι ένα πολύ μεγάλο ποσοστό του θεάτρου δουλεύει σε συνθήκες χωρίς να αμείβεται, αλλά με ποσοστά, δηλαδή τίποτα – δεν το δημιούργησε αυτό το κακό ο Φαμπρ. Η κρίση το δημιούργησε.

Η παράσταση «Λαμπεντούζα» του Βαγγέλη Θεοδωρόπουλου, μετά από μία σεζόν μεγάλης επιτυχίας στο Θέατρο του Νέου Κόσμου, ανεβαίνει μόνο για 4 παραστάσεις στη Θεσσαλονίκη. 18-21 Μαΐου στο Θέατρο Εταιρείας Μακεδονικών Σπουδών.

Συνέντευξη: Δημήτρης Φαργκάνης (Lavart)

Φωτογραφίες: Πηνελόπη Μαμάη (Lavart)

Κοινοποίηση:

Σχόλια

No more articles
Αθήνα: Θεατρικές πρεμιέρες από 15/5 έως 21/5

Close