Δημήτρης Φαργκάνης (Lavart) – Οι σκηνοθετικές οδηγίες που δίνεις στους ηθοποιούς είναι ελάχιστες…

Γιάννης Παρασκευόπουλος – Τους δίνω ένα πολύ συγκεκριμένο πλαίσιο. Συνήθως είναι τρία-τέσσερα πράγματα μέσα στα οποία είναι ελεύθεροι να κινηθούν. Αλλά όταν τείνουν να βγουν από αυτό το πλαίσιο, τότε χτυπάω καμπανάκι. Το ίδιο θεωρώ ότι ουσιαστικά είναι και η σκηνοθεσία. Η ουσία είναι να χτίσεις ένα πολύ καθαρό παιχνίδι και να δώσεις στους ηθοποιούς την ελευθερία να παίξουν με αυτό το παιχνίδι που έχεις χτίσει. Τώρα, στη συγκεκριμένη παράσταση, ναι μεν εγώ πρότεινα το παιχνίδι, αλλά στην ουσία το συνδημιουργήσαμε. Απλώς από ένα σημείο και μετά ήταν πολύ μεγάλη η δική μου αντίσταση στο να μην αφεθώ σε αυτό που μπορεί να ήταν πιο εύκολο να γίνει.

Δημήτρης Φαργκάνης (Lavart) – Δηλαδή;

Γιάννης Παρασκευόπουλος – Δηλαδή, σε όλο το πρώτο μέρος, μέχρι το διάλλειμα, που η δομή της παράστασης δεν είναι καθόλου ρεαλιστική. Εγώ επέμενα λοιπόν στο να μην πάμε καθόλου σε νατουραλισμό. Να μην καθίσουμε στο τραπέζι. Να καθίσουμε εκεί μόνο όταν είναι απαραίτητο, δηλαδή στο τέλος. Και για αυτό η τελευταία σκηνή είναι αυτή που ίσως αλλάζουν κάποια πράγματα. Δεν ήθελα η ιστορία ναι είναι μια ιστορία εσωστρεφής. Ήθελα να είναι ένα πράγμα ανοικτό. Υπάρχει αυτή η σύμβαση ότι οι θεατές νιώθουν καλεσμένοι, χωρίς να τους ζητηθεί να συμμετέχουν, αλλά θέλω να νιώσει ο θεατής χαλαρός για να παρακολουθήσει την παράσταση και να ‘χει και τον χρόνο να κάνει τις διαδρομές που ο ίδιος έχει ανάγκη να κάνει. Φυσικά όχι τις διαδρομές των ηρώων αλλά τις δικές του. Διότι βλέπεις μπροστά σου να ξετυλίγεται ένα πράγμα. Έρχονται τα παιδιά, φτάνουν στο σπίτι, έχουμε τις συναντήσεις, έχουμε το τι συμβαίνει στα δωμάτια τους και μετά, ξεκινάει η γιορτή. Τώρα, σε αυτή τη γιορτή, ο κάθε θεατής φτιάχνει τη δική του παράσταση. Είναι από τις ελάχιστες φορές που θέλω να έχει ο θεατής το χρόνο να δημιουργήσει αυτή την παράσταση. Με τις σιωπές. Να βλέπει και να μην ακούει. Ή να ακούει μόνο και να μη βλέπει. Και μερικές φορές πολύ συνειδητά κάποιοι μένουν έτσι και ακούνε μόνο. Να μη δούνε τι γίνεται.

Όταν κάποια στιγμή έπαιζα και ήταν η σκηνοθέτις μου εκεί, ένιωσα ξανά την ελευθερία να κάνω ότι θέλω και της λέω ότι τελικά αυτό είναι μάλλον το θέατρο της έρευνας. Όταν νιώθεις ασφαλής με τον σκηνοθέτη, ενώ αλλιώς τον φοβάσαι. Και για μένα αυτό είναι τελείως λάθος, το να φοβάσαι τον σκηνοθέτη.

Δημήτρης Φαργκάνης (Lavart) – Γιατί βιώνουν το δικό τους καθρέφτη ίσως εκείνη τη στιγμή.

Γιάννης Παρασκευόπουλος – Ναι, θυμάμαι μία μέρα, παίζανε εδώ στις κολώνες ο πατέρας και ο γιος, ήταν λοιπόν κάποιος θεατής γυρισμένος τελείως πλάτη. Προκλητικά δηλαδή. Και γυρίζει και τους βλέπει και λέω «Παναγία μου θα φάμε ξύλο». Η παράσταση λειτουργεί με έναν τελείως προσωπικό τρόπο στον καθένα. Τις προάλλες σηκώθηκε ένας κύριος και σταμάτησε τον Χατζησάββα την ώρα που έπαιζε.

Δημήτρης Φαργκάνης (Lavart) – Αλήθεια πως βιώνεις το να είσαι σκηνοθέτης και ηθοποιός ταυτόχρονα; Την ώρα της παράστασης είσαι μόνο ηθοποιός;

Γιάννης Παρασκευόπουλος – Κοίταξε, επειδή με βοηθάει ο ρόλος, δηλαδή ο Κιμ είναι ο παιδικός φίλος του Κρίστιαν και είναι αυτός που ξέρει όλη την αλήθεια. Ότι και να γίνει, ο Κρίστιαν γνωρίζει ότι υπάρχει τουλάχιστον ένας που ξέρει και μπορεί να μαρτυρήσει υπέρ του. Αυτό βοηθάει. Εγώ γνωρίζω λοιπόν από την αρχή τι συμβαίνει. Ακόμα και όταν ο Κρίστιαν το καλύπτει. Είναι πολύ σημαντικό πως η Ελένε θέλει να κουκουλώσει όλο αυτό το πράγμα. Και η ερώτηση η δική μας όταν το δουλεύαμε αλλά και της Ιωάννας, όμως είναι «Γιατί το κάνει αυτό;» «Γιατί λέει ότι είναι ψέμα;» Και εγώ εκείνη την ώρα την κοιτάω με αυτή την απορία. «Γιατί το κάνεις αυτό; Γιατί;» «Γιατί καλύπτει τον πατέρα της αυτή τη στιγμή;» Εμένα μου αρέσει λοιπόν ο ρόλος που με βοηθάει να βλέπω τα πράγματα διπλά. Μου αρέσει που είμαι μέσα στην παράσταση και που την παρακολουθώ. Επίσης μου αρέσει που οι ηθοποιοί νιώθουν την ασφάλεια να τολμήσουν να κάνουν ότι θέλουν, γιατί βρίσκομαι εδώ και θα μου πούνε «Γιάννη, πώς ήταν αυτό»; Αυτή για μένα είναι η ουσία του θεάτρου της έρευνας. Στο συμβατικό θέατρο, ας πούμε, έχεις το άγχος του σκηνοθέτη. Θα έρθει ο σκηνοθέτης και… αμάν να κάνω αυτό που μου ζήτησε, αμάν να είμαι καλός. Στο πειραματικό θέατρο νιώθεις ασφαλής όταν είναι ο σκηνοθέτης εκεί. Γιατί αν πάρεις ένα δρόμο που είναι λάθος θα σου το πει. Αυτό εγώ το ζούσα πάντα. Όταν είχαμε την ομάδα, τις Νέες Μορφές, για εμάς είναι αυτονόητο ότι ο σκηνοθέτης είναι παρών, σε όλες τις παραστάσεις. Όταν λοιπόν μετά ξεκίνησα να κάνω δουλειές έξω και ως ηθοποιός, αφότου γινόταν η πρεμιέρα ο σκηνοθέτης έφευγε. Όταν κάποια στιγμή έπαιζα και ήταν η σκηνοθέτης μου εκεί, ένιωσα ξανά την ελευθερία να κάνω ότι θέλω και της λέω ότι τελικά αυτό είναι μάλλον το θέατρο της έρευνας. Όταν νιώθεις ασφαλής με τον σκηνοθέτη, ενώ αλλιώς τον φοβάσαι. Και για μένα αυτό είναι τελείως λάθος, το να φοβάσαι τον σκηνοθέτη.

Δημήτρης Φαργκάνης (Lavart) – Πόσο χρονών ήρθες από Γερμανία;

Γιάννης Παρασκευόπουλος – Πέντε χρονών. Ήμουν πολύ μικρός, απλώς μετά επειδή οι γονείς μου ήταν εκεί, είχα τη δυνατότητα να πηγαίνω και να παρακολουθώ παραστάσεις, όταν πια ήμουν μεγάλος, δηλαδή όταν ήμουν στη δραματική σχολή και αρκετά χρόνια μετά πήγαινα πάρα πολύ συχνά για να μπορώ να παρακολουθώ θέατρο εκεί.

Δημήτρης Φαργκάνης (Lavart) – Άρα θα έλεγες ότι έχεις επιρροές κεντροευρωπαϊκές, βορειοευρωπαϊκές;

Γιάννης Παρασκευόπουλος – Ναι, με επηρέασε πολύ. Με επηρέασε ένα πνεύμα. Έβλεπα ότι υπάρχει μια ελευθερία στον τρόπο που προσεγγίζουν τα έργα. Εγώ τότε έβλεπα εδώ στην Ελλάδα έναν φόβο για το πως προσεγγίζουμε τα πράγματα, πως προσεγγίζουμε τα θεατρικά έργα. Εκεί ένιωθα ότι υπάρχει μία ελευθερία ως τάση. Είδα πως δουλέψανε την αρχαία τραγωδία και τρόμαξα. Απογοητεύτηκα. Είδα όμως πως προσεγγίζανε το Σαίξπηρ. Τελείως ανοιχτά.




Δημήτρης Φαργκάνης (Lavart) – Όχι κλασσικά.

Γιάννης Παρασκευόπουλος – Όχι, καθόλου, καθόλου. Που εμείς μέχρι τότε, συνήθως, κλασσικές παραστάσεις βλέπαμε. Εγώ μιλάω τώρα για ’88, ’89.

Δημήτρης Φαργκάνης (Lavart) – Άρα, λοιπόν έπαιξαν ρόλο αυτές οι επιρροές στο να επιλέξεις να ανεβάσεις το Festen.

Γιάννης Παρασκευόπουλος – Ναι, ναι. Το Festen το είχα δει όταν είχε βγει ως ταινία. Τότε εμείς είχαμε την ομάδα και με είχε επηρεάσει πάρα πολύ. Την ομάδα την είχαμε με το Σίμο τον Κακάλα. Είχαμε πάει με τον Σίμο και το είχαμε δει και αργότερα πήγαμε στο γραφείο μας να κάνουμε το δικό μας δόγμα.

Δημήτρης Φαργκάνης (Lavart) – Κρατάει χρόνια η κολόνια…

Γιάννης Παρασκευόπουλος – Ναι, ναι. Και φτιάξαμε ένα δικό μας δόγμα ως εσωτερικό κανονισμό λειτουργίας και είπαμε ότι αυτά θα είναι κάποια «στάνταρ» που θα τα κρατάμε σε όλες τις παραστάσεις.

Δημήτρης Φαργκάνης (Lavart) – Και έγινε πράξη αυτό;

Γιάννης Παρασκευόπουλος – Ναι φυσικά, εντάξει, δεν είχαμε και τρελά πράγματα. Στη δουλειά, μας βοηθάνε οι κανόνες. Εδώ όταν τους είπα «Παιδιά θα κάνουμε ένα δικό μας δόγμα», αυτό βοήθησε. Γιατί έχεις πολύ καθαρά όρια. Είναι αυτός ο χώρος. Αυτός ο χώρος δε θέλω να θυμίζει με τίποτα θέατρο. Στην αρχή τρομάζεις. Δε θέλω συμβατική σχέση θεατή με την παράσταση. Να λειτουργούν όλες οι αισθήσεις. Να μην παίζουν οι ηθοποιοί μόνο μπροστά, αλλά σε όλες τις διαστάσεις. Δε θα υπάρχουν φώτα να μας προστατεύσουν. Ο Μάνος ο Μυλωνάκης, είπε ότι θα χρησιμοποιήσει τέσσερα όργανα. Στον Στράτο τον Κουτράκη είπα ότι δε θέλω να καταλάβουμε ότι έχουμε προβολείς μέσα στο χώρο. Δηλαδή να είναι τόσο διακριτικό αυτό που υπάρχει και μόνο όταν είναι απολύτως απαραίτητο να χρησιμοποιηθεί. Δηλαδή, μόνο εκεί που θέλουμε να αλλάξουμε χώρο, εκεί που θέλουμε να έχουμε μία θεατρικότητα. Είναι μόνο δύο σκηνές οι αμιγώς θεατρικές, τα δωμάτια και το «ξύλο» έξω, που είναι κάτι που διαδραματίζεται εκτός του χώρου. Όλα τα υπόλοιπα διαδραματίζονται μέσα στον χώρο της γιορτής. Εκεί ήθελα να δημιουργείται μια άλλη σύμβαση. Και έτσι παντρέψαμε τη μουσική με τα φώτα. Και η υποκριτική. Θα μπορούσαν αυτές οι δύο σκηνές να είναι κινηματογραφημένες. Επειδή όμως αυτός είναι ένας τομέας που τον αγνοώ και γενικά αν το δω θέλω να το δω εκτελεσμένα άψογα, είπα θα χρησιμοποιήσω μια τεχνική που γνωρίζω, την τεχνική της αφήγησης, μια καθαρά θεατρική τεχνική, για να δοθούν αυτές οι σκηνές που διαδραματίζονται σε άλλο χώρο.Δημήτρης Φαργκάνης (Lavart) – Πως πάντρεψες τα ερεθίσματα της πιο ψυχρής βορειοευρωπαϊκής κουλτούρας, με τη δική μας τη μεσογειακή;

Γιάννης Παρασκευόπουλος – Προσπαθώντας να συλλάβω το πρόβλημα στον πυρήνα του. Εγώ δεν ήθελα η παράσταση να εστιαστεί στο θέμα της κακοποίησης. Ήθελα να εστιαστεί στην οικογένεια και στα μυστικά της. Στη δυσκολία που έχει ο καθένας μας μέσα στην οικογένεια. Ποιες είναι οι σχέσεις μέσα στην οικογένεια και πως όλα αυτά τα μυστικά είτε είναι «ξύλο», είτε είναι κακοποίηση είτε οτιδήποτε άλλο, μας δημιουργούν μια ασφάλεια. Και είμαστε πολύ ωραία πίσω από αυτά. Το ξεκίνημα λοιπόν της παράστασης ήταν ότι όλοι εμείς που είμαστε μέλη αυτής της οικογένειας, θέλουμε να κάνουμε κάτι, να πάρουμε μια απόφαση, να κάνουμε ένα βήμα και λέμε «άσε καλύτερα, καλά είμαι εδώ». Κατάλαβες; Και ο μόνος που τολμάει να κάνει ένα βήμα, ο πρώτος είναι ο Κρίστιαν. Και για αυτό είναι ο μόνος που μένει και αρχίζει και μετακινείται σε όλον αυτόν το χώρο. Τους είπα: «Θέλω να νιώθω ότι είστε ακινητοποιημένες ψυχές, παγωμένες ψυχές». Εδώ μια χαρά είμαι στην καρεκλίτσα μου. Αλλάζω καρεκλίτσα για να ξανακρυφτώ. Φαίνεται σαν ένα παιχνίδι. Στην πραγματικότητα είναι ένα κρυφτό. Όταν είμαι στην καρέκλα μου είμαι μια χαρά. Μόλις σηκωθώ τότε αρχίζει και υπάρχει μία αναστάτωση. Αυτό φυσικά όταν ο χώρος ήταν άδειος λειτουργούσε πάρα πολύ ωραία. Στη σκέψη όμως ότι εδώ θα καθίσει ο  κόσμος τι γίνεται; Εκεί άρχισαν να υπάρχουν τα ερωτηματικά και η ανασφάλεια και οι αμφιβολίες και οι δικές μου και των ηθοποιών. Και εγώ τους έβλεπα να κάνουν πρόβα και έλεγα «αχ τι ωραία που είναι». Και μετά σκεφτόμουν ότι εδώ θα είναι και τα κεφάλια των θεατών, δε θα φαίνεται τίποτα. Τους έλεγα λοιπόν ότι κάθε φορά, όποιος θέλει να μιλήσει θα σηκώνεται όρθιος. Όταν σηκώνομαι όρθιος δηλώνω την πρόθεση μου να αλλάξω κάτι. Και ξανακάθομαι. Και μου λένε «θα σηκωνόμαστε κάθε φορά σα να είμαστε στο δημοτικό;» Βλέπεις όμως ότι τελικά αυτό δημιουργεί μία φόρμα, ένα κώδικα, πάρα πολύ καθαρό για το θεατή. Για εμένα αυτό είναι πολύ σημαντικό. Ο θεατής να προσλαμβάνει έναν πολύ καθαρό κώδικα. Αυτή είναι η δουλειά μας. Να δημιουργούμε έναν κώδικα. Έτσι πρέπει να δημιουργούμε ένα κώδικα με τους ηθοποιούς, ένα κώδικα με τους θεατές, για να μπορούμε να παρακολουθήσουμε το παιχνίδι. Να παίξουμε το ίδιο παιχνίδι.Δημήτρης Φαργκάνης (Lavart) – Μπορεί ένας θεατής που έχει δει μόνο μια φορά την παράσταση να πάρει όλα αυτά που είχες στο μυαλό σου να πάρει;

Γιάννης Παρασκευόπουλος – Όχι. Εγώ νομίζω ότι είναι μία παράσταση που μπορεί κάποιος να τη δει και θέλουνε να την δουν, από ότι έχω καταλάβει, περισσότερες φορές. Έχει να κάνει με την προσωπική παράσταση που δημιουργεί ο καθένας. Σε μεγάλο βαθμό, η μεγάλη επιτυχία του Festen είναι ότι κάθε θεατής βλέπει τη δική του παράσταση. Αν αυτό ήταν πάνω σε μία σκηνή δε νομίζω ότι θα ήταν το ίδιο. Ναι έχει ένα ισχυρό θέμα, ναι έχει κάτι που σε αγγίζει προσωπικά, αλλά δε σε διαλύει. Εδώ, όποιοι θεατές αφήνονται τους διαλύει. Είδαμε, και για μένα ήταν πολύ δύσκολο τον πρώτο καιρό, ανθρώπους να γίνονται πραγματικά λιώμα.

Δημήτρης Φαργκάνης (Lavart) – Μα ακριβώς για αυτό, γιατί αντιμετωπίζουν τις δικές τους παθογένειες, τα κακώς κείμενα των δικών τους οικογενειών.

Γιάννης Παρασκευόπουλος – Ταυτίζονται. Και κυρίως οι άντρες. Για εμένα αυτό είναι το σοκαριστικό.

Δημήτρης Φαργκάνης (Lavart) – Υπάρχουν καθρέφτες παντού. Εγώ αυτό βλέπω.

Γιάννης Παρασκευόπουλος – Μπράβο, μπράβο, κοίταξε, οι γυναίκες θα ταυτιστούν και με την αδερφή, θα ταυτιστούν και με τη μητέρα, όμως είναι κάτι που το έχουν ξαναδεί. Αυτή τη σχέση πατέρα-γιου δεν την βλέπουμε συχνά στο θέατρο. Αν παρατήρησες, το ανδρικό κοινό είναι αυξημένο, σε αυτή την παράσταση. Και μου έκανε πολύ μεγάλη εντύπωση.

Δημήτρης Φαργκάνης (Lavart) – Και δεν περίμενα οι μεσήλικες αλλά και οι μεγαλύτεροι να έρθουν…

Γιάννης Παρασκευόπουλος – Είδες; Αυτό… Και έρχονται και φεύγουν αυτοί διαλυμένοι. Ήταν μία μέρα ένας κύριος στην αρχή πολύ αρνητικός, και στο τέλος ντρεπόταν. Ούτε χειροκροτούσε. Έκρυβε τα δάκρυα του. Άρα για να σου απαντήσω, αυτοί οι άνθρωποι ζούνε στη Δανία, είναι Βορειοευρωπαίοι, αλλά η ψυχή είναι ίδια.

Δημήτρης Φαργκάνης (Lavart) – Τη στιγμή της αποκάλυψης, σίγουρα είναι Βορειοευρωπαίοι. Το αντιμετωπίζουν μάλιστα με λίγο παραπάνω «πολιτισμό». Όμως, βολεύει πολλές φορές αυτό το «Άστο θαμμένο, πονάει, μην το σκαλίζεις»;

Γιάννης Παρασκευόπουλος – Ναι, εγώ να σου πω την αλήθεια δεν ξέρω ποια θα ήταν η αντίδραση μιας ελληνικής οικογένειας απέναντι σε αυτό, το πολύ-πολύ ίσως ο θυμός, ένας μεγάλος καυγάς απέναντι στο παιδί. «Τι είναι αυτά που λες;», «Εκθέτεις το μπαμπά σου», «Γιορτή είναι» και τα λοιπά. Θα μπορούσε να γίνει κάτι τέτοιο. Αυτό θα μπορούσε να το κάνει ελληνικό…

Δημήτρης Φαργκάνης (Lavart) – Ή ένας πολύ μεγάλος χαμός.

Γιάννης Παρασκευόπουλος – Ναι χαμός. Όχι όμως προς τον πατέρα πάλι. Δηλαδή, ο θύτης προστατεύεται. Η επίθεση γίνεται πάνω στο θύμα. Γιατί όλοι ξέρουν και συνειδητά σιωπούν. Όλοι οι υπόλοιποι ξέρουν. Υποψιάζονται. Η μητέρα ξέρει. Η αδελφή ξέρει. Ο Μίκαελ δεν ξέρει. Αγνοεί και δεν τον ενδιαφέρει κιόλας.




Δημήτρης Φαργκάνης (Lavart) – Υπάρχει ταυτόχρονα το φασιστικό στοιχείο και το σοβινιστικό στοιχείο, στην πλειοψηφία της οικογένειας. Υπάρχει ο κίνδυνος κάποιος να πει, «αμάν, τους έχουμε πάρει τους ακροδεξιούς και τους έχουμε κάνει βίαιους παντού, λες και οι αριστεροί δεν δύνανται να πράξουν ανάλογα»;

Γιάννης Παρασκευόπουλος – Πάλι για μένα έχει να κάνει με το πόσο το διαφορετικό ή το ξένο αφομοιώνεται, δηλαδή ο Μπατοκάι εκείνη την ώρα είναι εξιλαστήριο θύμα. Όλη η ένταση εκτονώνεται, αποφορτίζεται εκεί. Αλλά έχει να κάνει με τη δυσκολία της κοινωνίας στο να αφομοιώσει το διαφορετικό. Τόση ώρα αυτό συμβαίνει και με τον Κρίστιαν. Δεν τους αγγίζει. Έχουν χτίσει ένα τείχος προστασίας. Μπαίνει ο γκόμενος ας πούμε και είναι ένας ακόμα γκόμενος μαύρος. «Τώρα τον λένε… Μπατοκάι; Εντάξει δε χάλασε και ο κόσμος».

Δημήτρης Φαργκάνης (Lavart) – Αυτά που  μας ενώνουν τελικά είναι πιο πολλά από αυτά που μας χωρίζουν; Έστω και με τον παρονομαστή της ασφάλειας, μέσα σε μία οικογένεια.

Γιάννης Παρασκευόπουλος – Κοίταξε να δεις, νομίζω ότι μία από τις πιο αποκαλυπτικές σκηνές είναι αυτή του τέλους. Που φεύγει ο πατέρας από το τραπέζι. Έλεγα στον Χρήστο ότι εγώ αυτό που θέλω είναι να μην απλώσεις το δάχτυλο και να πεις: «Αυτός είναι! Αυτός που μου έκανε το κακό». Η πρόθεση του Κρίστιαν είναι να τον βοηθήσει να καταλάβει τι έκανε και όχι να τον κατηγορήσει. Αυτό αλλάζει τελείως. Για αυτό η ποιότητα της υποκριτικής έχει άλλη διάσταση. Μπορείς να παίξεις το θύμα που κατηγορεί, όταν όμως προσπαθείς να παίξεις «κατάλαβε τι μου έκανες». Εμένα η κόρη μου κάποια στιγμή μου είπε: «Ρε μπαμπά πως είναι δυνατόν να μου το έκανες αυτό το πράγμα»; Το οτιδήποτε. Εκείνη την ώρα τι κάνει το παιδί σου; Σου ανοίγει ένα πεδίο. Να καταλάβεις τι έκανες. Αν σου πει ότι ήσουν απαράδεκτος και το ένα και το άλλο τότε και εσύ τι θα κάνεις; Θα απαντήσεις. Όταν όμως σου ανοίγει αυτήν την πόρτα τότε εσύ θα είσαι πολύ βλάκας αν δεν μπεις μέσα. Γιατί σε φέρνει αντιμέτωπο με τον εαυτό σου.

Δημήτρης Φαργκάνης (Lavart) – Αυτή είναι η ευκαιρία που έχει ο γονιός;

Γιάννης Παρασκευόπουλος – Ναι. Και εμείς οι γονείς πρέπει να είμαστε ψύχραιμοι να το ακούσουμε. Εξαρτάται, βέβαια και από το πώς έχεις μεγαλώσει το παιδί σου. Αλλά συνήθως το παιδί σου θα σου ανοίξει την πόρτα. Όταν λοιπόν όλοι αυτοί οι άνθρωποι εδώ κάθονται γύρω από το τραπέζι και λέει ο Μίκαελ: «Άσε μας τώρα μόνους» και αυτός σηκώνεται και φεύγει για μένα είναι το σκληρότερο σημείο του έργου. Γιατί και η αντίδραση του Κρίστιαν έχει να κάνει με αυτό. Όλο αυτό έγινε για να είμαστε εμείς καλά; Έχει πολύ μεγάλα ερωτηματικά. Και στην ταινία. Φεύγει ο μπαμπάς και τελευταίο πλάνο έχουμε αυτόν που έχει γυρίσει και βλέπει το μπαμπά που φεύγει. Είναι αλύτρωτο. Εγώ θέλω να φεύγει ο κόσμος όχι με βάρος, με μπετό πάνω στο κεφάλι του.

Είναι αλύτρωτο. Εγώ θέλω να φεύγει ο κόσμος όχι με βάρος, με μπετό πάνω στο κεφάλι του.

Δημήτρης Φαργκάνης (Lavart) – Έχει καταλάβει ο πατέρας;

Γιάννης Παρασκευόπουλος – Ο πατέρας φαίνεται ότι έχει καταλάβει. Δε ζητάει συγνώμη. Και νομίζω ότι αυτό είναι που το κάνει σημαντικό. Ότι αν έλεγε συγνώμη, «άντε γαμήσου παλιομαλάκα, τώρα έχω καταλάβει τι έχω κάνει στα παιδιά μου».

Δημήτρης Φαργκάνης (Lavart) – Ναι, «πρέπει να επωμιστώ τις ευθύνες».

Γιάννης Παρασκευόπουλος – Ναι. Και φυσικά ο πάτερ Φαμίλιας του λένε να σηκωθεί να φύγει και σηκώνεται και φεύγει. Δε θέλει να προκαλέσει άλλο. Θα μπορούσε να πει: «όχι, θα μείνω». Αλλά για μένα είναι όλοι οι άλλοι. Όταν αυτός σηκώνεται και φεύγει, συνεχίζουμε να τρώμε τη γαλοπούλα και τη Νουτέλα; Και μετά στο φινάλε για αυτό και αυτή η απόγνωση του Κρίστιαν. Επίσης το φινάλε είναι τελείως ανοιχτό. Έχω πει, σε σχέση με αυτό που προσλαμβάνεις κάθε φορά, τελειώνεις την παράσταση.

Δημήτρης Φαργκάνης (Lavart) – Στο τέλος, ναι λυτρώνεται ο Κρίστιαν. Εγώ το πιστεύω αυτό.

Γιάννης Παρασκευόπουλος – Ο Κρίστιαν ναι ενδεχομένως λυτρώνεται.

Δημήτρης Φαργκάνης (Lavart) – Έχει ανάγκη. Έχει πάρει εκείνη τη στιγμή μια απίστευτη ψυχική αγκαλιά από τους πάντες. Δε θα φτάσει ποτέ ο ψυχισμός του στα επίπεδα πριν του συμβεί ότι του συνέβη. Δεν το συζητάμε.

Γιάννης Παρασκευόπουλος – Όχι. Και δε νομίζω κιόλας ότι επιδιώκει κάτι τέτοιο. Ο καθένας μας όταν αποφασίσει να κάνει το βήμα, να πάψει να κρύβεται, το κάνει γιατί θέλει να τακτοποιήσει τη ζωή του.

Μα δεν πα να πηγαίνεις σε ψυχολόγους, σε ψυχαναλυτές, μόνος σου το νιώθεις πότε είναι η στιγμή. Και είναι ακριβώς αυτή. Ένα βήμα πριν το γκρεμό.

Δημήτρης Φαργκάνης (Lavart) – Πότε κάνεις το βήμα;

Γιάννης Παρασκευόπουλος – Νομίζω, όταν έχεις ανάγκη να τακτοποιήσεις τη ζωή σου πραγματικά.

Δημήτρης Φαργκάνης (Lavart) – Αυτό σημαίνει ένα βήμα πριν το νευρικό κλονισμό. Δεν είναι αργά και τότε;

Γιάννης Παρασκευόπουλος – Όχι. Είναι στο σημείο που λες ή θα τον πάθουν όλοι οι υπόλοιποι ή θα τον πάθω εγώ. Ας τον πάθουν όλοι οι υπόλοιποι.

Δημήτρης Φαργκάνης (Lavart) – Δηλαδή, αξίζει να ταλαιπωρείς τον εαυτό σου ακόμα και μέχρι ένα σημείο πριν το γκρεμό…

Γιάννης Παρασκευόπουλος – Συνήθως αυτό δεν κάνουμε;

Δημήτρης Φαργκάνης (Lavart) – Μπορείς να σχεδιάσεις νωρίτερα…

Γιάννης Παρασκευόπουλος – Μα δεν πα να πηγαίνεις σε ψυχολόγους, σε ψυχαναλυτές, μόνος σου το νιώθεις πότε είναι η στιγμή. Και είναι ακριβώς αυτή. Ένα βήμα πριν το γκρεμό.

Δημήτρης Φαργκάνης (Lavart) – Ο νοτιοϊταλικός τρόπος αντιμετώπισης στα οικογενειακά, οι φατρίες, οι φαμίλιες, που δεν απέχουν και πολύ από την ελληνική πραγματικότητα που πάσχει ανάλογα και αδιαφορεί για οτιδήποτε δεν βρίσκεται εντός των ορίων της. Στο έργο το βλέπουμε αυτό;

Γιάννης Παρασκευόπουλος – Ναι. Κοίταξε να δεις, όταν ο Κρίστιαν μιλάει και όταν όλοι αυτοί οι άνθρωποι απομονώνονται και είναι σα να μην το λέει, και οι υπόλοιποι λένε «βάλε μου κρασί» είναι αυτό που συμβαίνει στο πάνω πάτωμα και λες: «Ωχ τώρα, δε με νοιάζει».

Δημήτρης Φαργκάνης (Lavart) – Εσύ σαν Γιάννης, σαν μέλος της οικογένειάς σου πως το βλέπεις;

Γιάννης Παρασκευόπουλος – Όχι, εγώ δε μπορώ. Ίσως έχει να κάνει και με το έργο. Δε μπορεί να με αφήνει αδιάφορο αυτό που συμβαίνει γύρω μου όταν αγγίζει ένα πλαίσιο ηθικής τάξης. Δε μπορώ, επειδή έχω ζήσει και σε χωριό, έχω ακούσει παιδιά να βρίζουν τους γονείς τους και βγήκα και είπα: «Σε παρακαλώ, δε θα ξαναβρίσεις τη μάνα σου, δε θα την ξαναβρίσεις. Εγώ δε μπορώ να το ακούω. Μέσα στο σπίτι σου κάνε ότι θέλεις. Στην αυλή δε θα το ξανακάνεις».

Δημήτρης Φαργκάνης (Lavart) – Πόσο χρονών;

Γιάννης Παρασκευόπουλος – Καλά, ήταν έξι χρονών.

Δημήτρης Φαργκάνης (Lavart) – Ποια ευθύνη έχει το εξάχρονο;

Γιάννης Παρασκευόπουλος – Ναι, σωστό, σωστό. Θα μου πεις, ήταν δική σου υπόθεση; Ούτε δική μου υπόθεση ήταν, αφού η μάνα του του το επιτρέπει… Αλλά εγώ δε μπορούσα να το ξανακούσω. Δεν το άντεχα.

Δημήτρης Φαργκάνης (Lavart) – Εντάξει, είναι ένα δηλητήριο για μια κοινωνία, την ώρα που βρίζει κάποιος τη μάνα του.

Γιάννης Παρασκευόπουλος – Ναι, ναι.Δημήτρης Φαργκάνης (Lavart) – Προσφάτως ένας δωδεκάχρονος βίασε και σκότωσε έναν εξάχρονο και στις ειδήσεις είπαν ότι «Κατηγορείται για φόνο εκ προθέσεως».  Ποια πρόθεση έχει το δωδεκάχρονο; Να σκοτώσει; Γονείς δεν είχε; Κοινωνία δεν είχε; Εδώ καμιά φορά ο θύτης είναι εικοσάχρονος και λέμε δε φταίει για το φόνο και φταίει το δωδεκάχρονο;

Γιάννης Παρασκευόπουλος – Ναι φυσικά, δεν το συζητάμε. Το θέμα είναι όλο αυτό το πράγμα που υπάρχει ως φαινόμενο πως το αντιμετωπίζουμε και πως μπορούμε να το δουλέψουμε. Εγώ το βλέπω σε μια άλλη διάσταση. Πως ο «χ» άνθρωπος αυτός που τσακώνεται ή βρίζει, θέλει να γίνει ηθοποιός. Κατά πόσο ο άνθρωπος έχει καταλάβει ότι αυτό μπορεί να το κάνει κάτι; Έχει καταλάβει, για να κάνει το κάτι, κάτι; Ή νομίζει ότι αυτό θα το έχει σακουλάκι στην τσέπη του και θα κάνει μια τέχνη άλλη;  Γιατί οι περισσότεροι αυτό κάνουν. Η δυσκολία που έχω εγώ με τους εκκολαπτόμενους ηθοποιούς είναι ότι αυτό που έχουν στο τσεπάκι πρέπει να χρησιμοποιήσουν. Αυτό που έχουν μέσα τους. Γιατί έχουμε μάθει αυτό να το καλύπτουμε, να είναι σα να μην υπάρχει, δημιουργούμε έναν άλλο καλλιτέχνη, έναν καλλιτέχνη έξω από αυτό που είναι ο καθένας. Τι καταθέτω εγώ αυτή τη στιγμή κάνοντας το Festen.

Δημήτρης Φαργκάνης (Lavart) – Ο καλλιτέχνης είναι μόνο καλλιτέχνης;

Γιάννης Παρασκευόπουλος – Ο καλλιτέχνης ξέρεις τι είναι; Εγώ αυτό που ακούω, αυτό που παίρνω από εσένα, το περνάω από ένα φίλτρο και δόξα τω Θεώ έχω κάτι να το κάνω. Ενώ ο τραπεζικός δε μπορεί να το κάνει. Εγώ μπορώ, με έχει ευλογήσει ο Θεός όμως για αυτό, να το κάνω μουσική μετά. Εγώ του Μάνου του μιλάω και ο Μάνος δεν ακούει τι λέω. Ακούει μουσικές. Εγώ όταν μιλάω με κάποιους ανθρώπους, όταν συζητώ, όλο αυτό περνάει από ένα φίλτρο και το ζουμί θα το κάνω μια παράσταση μετά. Εγώ αυτή τη στιγμή καταθέτω ένα δικό μου προβληματισμό, απέναντι σε αυτό που εγώ ζω. Ως οικογενειάρχης και ως μέλος της οικογένειας.

Δημήτρης Φαργκάνης (Lavart) – Άρα έχεις ρόλο στην κοινωνία.

Γιάννης Παρασκευόπουλος – Ναι, βέβαια.

Δημήτρης Φαργκάνης (Lavart) – Είναι δική σου υπόθεση αυτό; Είναι δουλειά των διανοούμενων και των καλλιτεχνών;

Γιάννης Παρασκευόπουλος – Εγώ θεωρώ ότι είναι. Και όταν καταφέρνεις να κάνεις μια παράσταση με όλη την ειλικρίνεια που έχεις μέσα σου, καταθέτεις τον προβληματισμό σου. Και να αφορά. Δεν έχει γυρίσει κανένας άνθρωπος να πει: «Ρε παιδιά, εδώ πεθαίνουν από την πείνα και εσείς ασχολείστε με το τι κάνουν στη Σουηδία»; Όχι, γιατί αυτό έχει πιάσει τον πυρήνα, ενός άλλου προβλήματος.

Δημήτρης Φαργκάνης (Lavart) – Ναι, γιατί είναι… οικογένεια το συγκεκριμένο έργο.

Γιάννης Παρασκευόπουλος – Άρα, έχει να κάνει με αυτόν τον πυρήνα, πολύ βαθιά μέσα μας.Δημήτρης Φαργκάνης (Lavart) – Είπες σε έχει ευλογήσει ο Θεός. Πιστεύεις;

Γιάννης Παρασκευόπουλος – Πιστεύω με κάποιο τρόπο, πιστεύω ότι υπάρχει μια δύναμη. Δεν ξέρω. Δε μπορώ να το ορίσω πιο συγκεκριμένα.

Δημήτρης Φαργκάνης (Lavart) – Σε δύσκολες περιόδους έχεις επικαλεστεί το Θεό;

Γιάννης Παρασκευόπουλος – Ε, φυσικά. Και εδώ πριν ξεκινήσουμε, επικαλούμαστε κάθε μέρα. Τι να κάνουμε; Μα έχεις ανάγκη. Είναι τόσο περίπλοκο. Είναι τόσο σύνθετο όλο. Δεν είμαστε μέσα σε μια γυάλα. Και εγώ δε θέλω τον ηθοποιό επίσης μέσα σε γυάλα. Πέρασα από αυτό το στάδιο και εγώ. Να είμαι σε μια γυάλα από το πρωί για να ανταπεξέλθω στην παράσταση. Και ένιωθα ότι με αυτό που κάνω είμαι αποστειρωμένος. Φαρμακείο… Όχι, εγώ θέλω να μπορούμε μέχρι να έρθουμε εδώ, να ζούμε. Για να έχουμε και κάθε μέρα κάτι να καταθέσουμε. Αυτό το κάνει ζωντανό.

Δημήτρης Φαργκάνης (Lavart) – Κακοποιημένη λέξη όμως τι είναι επιτυχία για εσένα;

Γιάννης Παρασκευόπουλος – Αυτό που βλέπω στα μάτια του κόσμου. Να τους αφορά, να μη φεύγουνε. Το θέατρο είναι ψυχαγωγία. Εγώ αυτή η παράσταση νιώθω ότι είναι πραγματικά ψυχαγωγία. Η ψυχή του θεατή εκπαιδεύεται σε κάτι. Δεν είναι διασκέδαση. Ξέρεις, δεν γνωρίζει ο κόσμος ότι εγώ είμαι ο σκηνοθέτης. Δε με ξέρουνε. Και πηγαίνω μετά και τους ρωτάω αν τους άρεσε και τους λέω: «αχ σας ευχαριστώ πολύ γιατί εγώ το σκηνοθέτησα» και μου λένε: «Αλήθεια»; Και καμαρώνω όταν το λέω αυτό το πράγμα.

Δημήτρης Φαργκάνης (Lavart) – Είναι το αγαπημένο σου παιδί ως τώρα αυτό;

Γιάννης Παρασκευόπουλος – Εγώ τώρα εδώ ζω κάτι που το ζούσα όταν είχαμε την ομάδα, όταν είχαμε τις Νέες Μορφές. Αυτή τη φανατική προσέλευση του κοινού. Που το κοινό έρχεται γιατί κάτι έχει ακούσει και όχι γιατί θα πάει να δει μία ακόμη παράσταση. Αυτό συνέβη σε εμάς πολύ έντονα όταν είχαμε την ομάδα. Υπήρξαν έργα σταθμοί. Όταν είχαμε κάνει τις Δούλες, όταν είχαμε κάνει το Χοντροί Άντρες με Φούστες, Τα λουλούδια στην κυρία και τον Άμλετ που συνέβαινε αυτό. Δηλαδή, ερχόταν ο κόσμος και λέγαμε: «Που θα τους βάλουμε»; Που; Αυτό συμβαίνει τώρα και εδώ. Υπάρχει βέβαια και ένα άλλο αγαπημένο παιδί ο Γλάρος του Τσέχωφ που παίζεται στη Ρουμανία.

Δημήτρης Φαργκάνης (Lavart) – Ευχαριστώ πολύ.

Γιάννης Παρασκευόπουλος – Εγώ ευχαριστώ.

Συνέντευξη: Δημήτρης Φαργκάνης (Lavart)

 

Φωτογραφίες: Νότης Θεοδωρόπουλος (Lavart)

Κοινοποίηση:

Σχόλια

No more articles
Η «Σταχτοπούτα» σε κείμενο και σκηνοθεσία Ανδρέα Αραούζου στο Θέατρο Αμαλία

Close