popecoverr

The Two Popes: Ένα φιλοσοφικό bras de fer περί θρησκείας

“Perhaps we’ll find God over there, on the journey, I’ll introduce you to Him.”

 Σε ένα ήδη πολύ σημαντικό έτος για την ηλεκτρονική πλατφόρμα του Netflix, η οποία δεν έχει έναν αλλά δύο σοβαρούς υποψήφιους για τα βραβεία Oscar με το The Irishman και το Marriage Story, έρχεται τώρα ένα εκπληκτικό outsider που, ακόμα και αν αγνοηθεί στα μεγάλα βραβεία, αποδεικνύει ακριβώς πώς οι υπηρεσίες streaming θα αλλάξουν το παιχνίδι για τη διανομή indie ταινιών.

Με την πρώτη ματιά κάποιος θα μπορούσε να εκπλαγεί από τον σκηνοθέτη της Πόλης του Θεού και του Επίμονου Κηπουρού, δύο έργα που φλερτάρουν ευχάριστα με το στοιχείο της δράσης, ο οποίος προσπαθεί να επανεξετάσει την καθολική πίστη και δύο από τους πιο εξέχοντες εκπροσώπους της. Αλλά ο σκηνοθέτης του Blindness έχει αναρωτηθεί πολύ για τις πεποιθήσεις των ανθρώπων, την αντίληψή τους για την πόλη και για το πώς σκοπεύουν να δράσουν μέσα σε αυτή. Τόσα πολλά θέματα στο επίκεντρο της τελευταίας ταινίας μεγάλου μήκους του Fernando Meirelles .Σε αυτή την ταινία μας διηγείται τη συνάντηση, την αντιπαράθεση και στη συνέχεια την αδελφικότητα ανάμεσα στον Καρδινάλιο Bergoglio (μελλοντικό Πάπα Φράνσις) και τον ήδη ποντίφικα Βενέδικτο XVI. Αυτή είναι η στιγμή της χάριτος – ή ντροπής – που προηγήθηκε της παραίτησης του Πάπα Βενέδικτου του XVI το Φεβρουάριο του 2013 και την ενθρόνιση του Πάπα Φράνσις. Όλα ξεκινούν με την επιθυμία του Καρδινάλιου Bergolio να επιστρέψει στην Εκκλησία των Φτωχών και να συνταξιοδοτηθεί σε μια μικρότερη ενορία στην Αργεντινή. Ερχόμενος στη Ρώμη για να διευθετήσει τη συνταξιοδότησή του, αυτός ο ταπεινός επισκέπτης δέχεται την εμπιστοσύνη και την φιλία του ανωτέρου του, ο οποίος είναι σίγουρος ότι είναι απατεώνας. Οι δύο άντρες μοιράζονται τις αμφιβολίες τους, τις αμαρτίες τους, τους φόβους και τελικά την πίστη τους.

Ο Anthony Hopkins και ο Jonathan Pryce διασκεδάζουν σαν παιδιά. Και οι δύο επωφελούνται από τους διαλόγους που έγραψε ο Anthony McCarten, διάλογοι που χαρακτηρίζονται πάντοτε από μία «αιχμηρή» ψυχολογική ακρίβεια και είναι πάντα ικανοί να μπορούν να μας φέρουν λίγη από αυτή την περίεργη ταπεινοφροσύνη στην οθόνη. Είναι μεγάλη ευχαρίστηση ως θεατές να παρατηρούμε την σκέψη ενός που κάνει τόσο ιδιαίτερη εντύπωση στο μυαλό του άλλου. Ή όταν  παρατηρούμε πως, σταδιακά, ο καθένας δίνει στον άλλο τα κατάλληλα στοιχεία για να ξεκλειδώσει τον τρόπο σκέψης του, μέχρι οι δυο χαρακτήρες να αντιληφθούν πως  έχουν ανταλλάξει τους αντίστοιχους θρόνους τους. Ο Pryce και ο Hopkins κρύβουν άψογα τις οποιεσδήποτε παραλείψεις θα μπορούσε να έχει αυτή η ταινία. Tο γλωσσικό τους παιχνίδι, εναλλαγή μεταξύ Λατινικής, Ιταλικής και Αγγλικής γλώσσας, είναι απίστευτο. Έχουν επίσης υπέροχη χημεία ως εκ διαμέτρου αντίθετοι κληρικοί. Ενώ ο Ratzinger (Βενέδικτος) προτιμά την απομόνωση, την κλασσική μουσική και το αυστηρό δόγμα, ο Bergoglio είναι ευγενής, ένας μεγάλος οπαδός του ποδοσφαίρου και αγαπά το τανγκό. Ορισμένες από τις καλύτερες σκηνές περιλαμβάνουν τους δύο άντρες να προσπαθούν να βρουν κοινές απόψεις. Όταν ο Pryce αφηγείται ένα αστείο, η παύση του Hopkins που δίνει πριν απαντήσει με την ατάκα “Είναι ένα αστείο. Ένα αστείο “, είναι υπερβολικά καλή. Σε άλλες στιγμές οι δύο μοιράζονται αποκλίνουσες τεταμένες συζητήσεις σχετικά με τη φύση του καθολικισμού και το μέλλον της Εκκλησίας, η οποία αργότερα εξελίσσεται στις πλούσιες, από άποψη ενδιαφέροντος, περιστάσεις του Bergoglio, διηγώντας το παρελθόν του στον Ratzinger. Γινόμαστε μάρτυρες της φιλίας και της εμπάθειας μεταξύ των δύο ανθρώπων, παρατηρώντας κάθε αμήχανα σιωπηλό και αναγκαστικό γελάκι, κάτι που ευδοκιμεί σε αυτή την ταινία εξαιτίας των υπέροχων υποκριτικών ικανοτήτων των δυο πρωταγωνιστών.

Όσο φανταστικοί και να είναι αυτοί οι δύο, πρέπει να παραδεχτούμε πως το πραγματικό αστέρι αυτής της ταινίας είναι το σενάριο του McCarten. Υπάρχει μία ανεξίτηλη ευφυΐα που χαρακτηρίζει ολόκληρο το σενάριο του, που περισσότερο από το να αντισταθμίζει την έλλειψη πραγματικής δράσης της ταινίας, καταφέρνει τελικά να την κάνει μια ταινία δύο ατόμων που μιλούν ακατάπαυστα. Τα σενάρια αυτού του είδους είναι τα πιο δύσκολα, αλλά η αμφισβήτηση μεταξύ των δύο ανδρών, όσο διασκεδαστική γίνεται συχνά κατά την διάρκεια της ταινίας, δεν είναι καθόλου μεγαλεπήβολη. Καθώς συζητούν το παρόν και το μέλλον της Εκκλησίας στην οποία και οι δύο έδωσαν τη ζωή τους, ο McCarten συλλαμβάνει την ανθρωπότητα όχι μόνο των ανδρών, αλλά και των φιλοσοφιών που εκπροσωπούν και οι δύο.Ο Fernando Meirelles ενδιαφέρεται εδώ για μια σύνθετη δραματουργική εφεύρεση, η οποία πρέπει να οδηγήσει τους δύο χαρακτήρες του στο να πείσουν ο ένας τον άλλον, ο καθένας δεχόμενος τελικά την άποψη του άλλου. Δεν έχει σημασία το εάν οι ρητορικοί διαγωνισμοί μεταξύ ενός πιστού πιο κοντά στη θεολογία της απελευθέρωσης και ενός αυστηρού κηδεμόνα των παλιών αρχών έγιναν πράγματι στις εσοχές του Castel Gandolfo. Αυτό που πρέπει να υπογραμμίσουμε όμως είναι η λαιμαργία και η νοημοσύνη με την οποία αυτή η ταινία απεικονίζει τις ανταλλαγές μεταξύ αυτών των δύο ανδρών γιατί αποτελεί όντως μια πραγματική απόλαυση. Τα ιστορικά ακριβή κοστούμια του Luca Canfora είναι τέλειες απομιμήσεις των ρούχων και των διακριτικών εμβλημάτων της Καθολικής Εκκλησίας, ενώ η δουλειά του σχετικά με την έρευνα του ενδύματος των αξιωμάτων αυτών απαιτεί λεπτομέρειες και εύρος. Όμως, παρέχει και τα δύο στο έπακρο. Η μουσική σύνθεση του Bryce Dessner μετατοπίζεται ανάμεσα στο lounge act και το τζαζ κλαμπ, προσθέτοντας μια ακόμα αίσθηση «άνεσης» σε κάθε σκηνή μεταξύ των δύο ηθοποιών. Τελικά ως μία σφιχτά κατασκευασμένη αφήγηση, η οποία εξετάζει το ρόλο της συγχώρεσης, Οι Δύο Πάπες είναι μια κωμωδία περί δύο φίλων, χαμηλών τόνων, που ακολουθεί απλά δύο ηθοποιούς στην κορυφή του υποκριτικού τους ταλέντου.

Κείμενο: Ελένη Κουκουρίκου (Lavart)

Πηγή Φωτογραφιών: 1, 2, 3, 4, 5

Επικαιρότητα

μοιρασου το!

Share on facebook
Share on twitter
Share on email
Share on whatsapp
Share on facebook
Share on twitter
Share on email