Συνέντευξη με τον Στάθη Λιβαθινό

Δημήτρης Φαργκάνης (Lavart) – Κύριε Λιβαθινέ, στη δική σας σκηνοθετική εκδοχή της Αντιγόνης τους ήρωες της Σοφόκλειας τραγωδίας ενσαρκώνουν ηθοποιοί ηλικίας από 23 έως και 78 ετών, ανόμοιας ποιότητας – με την καλή έννοια – και φήμης. Γιατί εμείνατε σ’ αυτήν την επιλογή;

Στάθης Λιβαθινός – Κοιτάξτε, η επιλογή αυτή είναι μια επιλογή και του συγγραφέα. Υπάρχει η φράση «από τότε που έγιναν λευκά τα μαύρα μου μαλλιά», που λέει ο Χορός, μέχρι τις σχεδόν εφηβικές ορμητικές εμμονές της Αντιγόνης. Δεν είναι δικές μου οι επιλογές αυτές. Τις περιέχει δυνάμει το έργο. Στο έργο αυτό, όπως και σε όλα τα μεγάλα έργα, υπάρχει πάντοτε ένα άνοιγμα προς την ανθρώπινη φύση και αυτό το άνοιγμα εκφράζεται πάντοτε με διάφορους τρόπους. Ένας από τους τρόπους να πλησιάσει κανείς την ανθρώπινη φύση είναι και η εμπειρία του, το πόσα χρόνια πατάει πάνω στη γη, τι έχει ζήσει, πώς έχει ζήσει, πόσο δεν έχει αλλοιωθεί η όψη του, ο χαρακτήρας του και η βούλησή του ή πόσο δεν έχει καμφθεί από τη ζωή. Αυτό, λοιπόν, βλέπετε, το έχει το ίδιο το έργο. Ο Κρέων φαίνεται ότι είναι ένας άνθρωπος που είναι δυναμικός, γιατί αυτό το δείχνουν οι πράξεις του. Ο Χορός, είναι σαφές ότι δεν είναι ένας Χορός αγοριών, είναι ένας Χορός ανθρώπων με λευκά μαλλιά. Άρα, λοιπόν, εγώ απλώς εδώ πραγματοποιώ με το δικό μου τρόπο κάτι το οποίο υπάρχει μέσα στο έργο.

Δημήτρης Φαργκάνης (Lavart) – Το ανέφερα αυτό διότι η πλειοψηφία των αρχαίων τραγωδιών που ανεβαίνουν δεν έχει να κάνει πάντα με μεγάλο εύρος διαφοράς ηλικιών.

Στάθης Λιβαθινός – Το γνωρίζω, αλλά και ο Μιχαήλ Μαρμαρινός στη Λυσιστράτη – φέτος συνέπεσε, και εγώ στην Αντιγόνη λίγο πιο πριν – το επιλέξαμε αυτό γιατί και την πρόβα πλουτίζει η παρουσία ηθοποιών με κάποια χρόνια στο θέατρο και δίνει μία αίσθηση, ας πούμε, μιας μεγαλύτερης.. μιας ευρύτερης γκάμας και φωνητικής και σωματικής και βιογραφικής, και νομίζω ότι πλουτίζει και τη βιογραφία μιας παράστασης. Εγώ αγαπώ πάρα πολύ να δουλεύω με ηθοποιούς μεγάλους σε ηλικία, δεν έχει συμβεί πάρα πολύ συχνά. Έχω δουλέψει, θυμάμαι, με τον Γιάννη το Βόγλη, έχω δουλέψει με την Ασπασία Παπαθανασίου παλιότερα. Δεν έχω δουλέψει όμως πάρα πολλές φορές. Εκείνο το οποίο σίγουρα δεν μου αρέσει είναι όταν βλέπω σε παραστάσεις τον μέσο όρο ηλικίας 35-45 και παίζουν τα πάντα. Αυτό είναι μια επιλογή, την οποία την έχω κάνει κι εγώ, θέλει όμως μια ειδική καλλιτεχνική γλώσσα να εφεύρεις, γιατί, όπως και να το κάνεις, η ηλικία είναι μια προτεινόμενη συνθήκη του συγγραφέα την οποία πρέπει, όχι να την ακολουθήσεις, πρέπει όμως να την αντιμετωπίσεις με κάποιο τρόπο. Εδώ, η Αντιγόνη είναι ένα πλάσμα σχεδόν εφηβικό, για μένα, ένα παιδί. Και η παράσταση κάνει ένα τεράστιο άξεντ πάνω σ’ αυτό, το υπογραμμίζει αυτό, τραβάει μία κόκκινη μολυβιά κάτω από αυτό, ότι πρόκειται για το θάνατο μερικών νέων ανθρώπων, ο οποίος θα ‘λεγε κανείς ότι είναι λίγο άδικος. Κι επειδή δεν είναι κάτι που δεν το βλέπουμε στη ζωή μας, μ’ ενδιέφερε να μιλήσω γι’ αυτό, εξυψώνοντας κατά κάποιο τρόπο τις ιδιαιτερότητες της νέας γενιάς και το γεγονός ότι θεωρείται χαμένη, ενώ δεν πρέπει να είναι. Ταυτόχρονα, υπάρχει και μια ισορροπία, γιατί εγώ κάπως δικαιώνω και το βασιλιά Κρέοντα, ο οποίος είναι ένα πρόσωπο με πολύ αγαθές προθέσεις. Τώρα του ‘τυχε να βρεθεί απέναντί του αυτό το πλάσμα, αυτό είναι κάτι στο οποίο ευθύνεται η ζωή, δεν ευθύνεται αυτός.

Δεν είναι τρομερό ότι στην αρχαία εποχή η κούνια ήταν το σύμβολο της αγχόνης;

Δημήτρης Φαργκάνης (Lavart) – Πώς είναι για σας η σκηνική συνύπαρξη τριών διαφορετικών θιάσων; Υπάρχουν διαφορές ανάμεσα στους ηθοποιούς των τριών οργανισμών;

Στάθης Λιβαθινός – Όχι. Κοιτάξτε, μιλώντας και πάλι για το εύρος και για τη βιογραφία που προσθέτουν σε μια παράσταση διαφορετικές γενιές ηθοποιών, οφείλω να πω ότι και ο Αντώνης Κατσαρής αλλά και η Στέλλα Φυρογένη είναι εξαιρετικοί ηθοποιοί, ειδικά η Στέλλα είναι και μια, αυτή τη στιγμή, από τις σημαντικότερες πρωταγωνίστριες του ΘΟΚ, μια ηθοποιός που θαυμάζω κι εκτιμώ ιδιαίτερα, όπως και ο Αντώνης. Με τους δύο ηθοποιούς του ΚΘΒΕ έχω ξανασυνεργαστεί στο «Βασιλιά Ληρ», είναι το σημείο στο οποίο άφησα τη Θεσσαλονίκη μ’ αυτή την παράσταση. Για να σας θυμίσω, ο «Βασιλιάς Ληρ», για μένα, είναι το σημείο αποχαιρετισμού της Θεσσαλονίκης, εκεί ξαναπιάνω το νήμα κι εκεί άφησα το κοινό της. Διαφορές δεν έχω αντιληφθεί. Νομίζω ότι οι ηθοποιοί σε όλα τα μήκη και τα πλάτη του κόσμου είναι ίδιοι, άλλοι καλύτεροι άλλοι χειρότεροι. Για μένα είναι σημαντικό πώς δουλεύεις μαζί τους, πώς τους πείθεις και πόσο κι εκείνοι θέλουν να μπουν σε μια περιπέτεια. Νομίζω ότι οι δικοί μας ηθοποιοί ήθελαν να μπουν, ο καθένας βέβαια με τα δικά του μέσα και με το δικό του τρόπο, αλλά πιστεύω ότι ο σκηνοθέτης έχει τον τελικό λόγο κι αυτός έχει τη μεγαλύτερη ευθύνη.

– Η τραγωδία και η κωμωδία συνυπάρχουν, στη ζωή τις χωρίζει μια πολύ πολύ λεπτή γραμμή. Ακόμα και στον Ερωτόκριτο υπάρχει αυτή η φράση «τα γέλια και τα κλάματα γεννηθηκα ομάδι».

Δημήτρης Φαργκάνης (Lavart) – Κύριε Λιβαθινέ, πώς μετατρέπονται οι απροστάτευτες παιδικές χαρές και οι κούνιες σε αγχόνη; Ποιος τις μετατρέπει και γιατί το κάνει;

Στάθης Λιβαθινός – Θα σας αναφέρω ένα περιστατικό. Ένας πολύ σημαντικός συνεργάτης ξένος μού ζήτησε πρόσφατα να του περιγράψω το σκηνικό διότι ενώ παρακολουθεί τις δουλειές μου δεν είχε δει την παράσταση. Και όταν του μίλησα για την κούνια που είναι δική μας επιλογή, που έχει τέλος πάντων πολλά επίπεδα, ένα αντικείμενο που μας συνδέει με την παιδική μας ηλικία, με βιογραφία, με όλα αυτά, του είπα ότι αυτό μετατρέπεται σε αγχόνη. Μου λέει «α, πολύ σωστά, ναι, τώρα κατάλαβα τι εννοείς. Αυτό ήταν το σύμβολο, η κούνια ήταν το σύμβολο της αγχόνης από τα αρχαία χρόνια». Ξέρετε, εγώ δεν το γνώριζα αυτό. Μου είπε ότι υπάρχουν σύμβολα από τα αμφαιστήρια σε τοιχογραφίες, που περιέχουν αυτό το συμβολισμό. Οφείλω να σας πω ότι εγώ και η Ελένη Μανωλοπούλου δεν το γνωρίζαμε αυτό. Φτάσαμε σ’ αυτό το συμβολισμό εντελώς από άλλους δρόμους υποσυνείδητα, ερευνώντας το έργο. Δεν είναι τρομερό ότι στην αρχαία εποχή η κούνια ήταν το σύμβολο της αγχόνης; Βεβαίως, η κούνια περιέχει και το ικρίωμα ξέρετε, το οποίο είναι απευθείας παραπομπή σε αυτό, αλλά είναι λίγο ανατριχιαστικό._elg08641466685461_stokokkinoΔημήτρης Φαργκάνης (Lavart) – Ποιος τις μετατρέπει;

Στάθης Λιβαθινός – Η τραγωδία και η κωμωδία συνυπάρχουν, στη ζωή τις χωρίζει μια πολύ πολύ λεπτή γραμμή. Ακόμα και στον Ερωτόκριτο υπάρχει αυτή η φράση «τα γέλια και τα κλάματα γεννηθηκα ομάδι». Η χαρά απ’ τη λύπη, η κωμωδία απ’ τη τραγωδία απέχουν ένα δευτερόλεπτο. Η ζωή είναι κάτι που αναποδογυρίζει σε κλάσματα δευτερολέπτου. Το πώς μπορεί ένας άνθρωπος που ‘χει όλη τη ζωή μπροστά του ν’ αναποδογυρίσει τη ζωή του σ’ ένα κλάσμα δευτερολέπτου, και η τραγωδία να γίνει κωμωδία και το αντίστροφο.. η ζωή ειδικεύεται σε τέτοιου είδους ανατροπές και νομίζω ότι το είδος της τραγωδίας είναι αυτό, είναι δηλαδή το πόσο απροετοίμαστος είναι ο άνθρωπος μπροστά σε ορισμένα γεγονότα.

Δημήτρης Φαργκάνης (Lavart) – Εδώ νομίζω δεν μιλάμε για ατομική μεταστροφή, μιλάμε για μια ολόκληρη γενιά, για μια κοινωνία…

Στάθης Λιβαθινός – Ναι, βέβαια, δεν θέλω να καταλήξω σε εύκολα συμπεράσματα ως προς αυτό και να ρίξω ευθύνες στις εξουσίες, τα κόμματα, στην πολιτική. Νομίζω κι εμείς οι ίδιοι το κάνουμε. Εμείς είμαστε οι Αντιγόνες, εμείς είμαστε οι Κρέοντες, εμείς είμαστε η ζωή μας. Δεν θέλω να ρίξω ευθύνες σε κανέναν. Παντού υπάρχουν άνθρωποι που επιθυμούν το καλύτερο και νομίζω αυτό είναι και η τέχνη του θεάτρου, να προσπαθήσει να καταλάβει τους ανθρώπους. Βλέπεις έναν άνθρωπο που σου είναι μισητός, κάθεσαι μαζί του για τρία λεπτά και ξαφνικά καταλαβαίνεις ότι, όπα, αυτός ο άνθρωπος μπορεί και να ‘χει κάτι να σου πει, σωστά; Η Τέχνη γι’ αυτό νομίζω ότι είναι πιο ανοιχτό, πιο ενωτικό στοιχείο εν τέλει.

Δημήτρης Φαργκάνης (Lavart) – Ζούμε σε κοινωνίες όμως όπου, σύμφωνα με τον Ρένο Αποστολίδη, η αναρχία έχει θεσπιστεί ως ειδικό αδίκημα εν πολλοίς. Σ’ αυτές τις κοινωνίες τι ρόλο παίζει η ηρωίδα Αντιγόνη; Και πού βρίσκει λόγο ύπαρξης;

Στάθης Λιβαθινός – Εγώ δεν νομίζω ότι η Αντιγόνη μπορεί να συνδεθεί με την αναρχία με οποιοδήποτε τρόπο. Η αναρχία, αν δεν μιλάμε με πολιτικούς όρους, που δεν μ’ ενδιαφέρει να μιλήσουμε με πολιτικούς όρους…

Δημήτρης Φαργκάνης (Lavart) – Προφανώς και μιλάμε για τον άναρχο άνθρωπο, τον ελεύθερο άνθρωπο.

Στάθης Λιβαθινός – Λοιπόν, μισό λεπτό, άλλο ελεύθερος, άλλο άναρχος. Η αναρχία ως χαρακτηρισμός, μπορώ να το καταλάβω, είναι ο τρόπος που χαρακτηρίζει κάποιος κάποιους άλλους. Εγώ δεν νομίζω βαθύτερα ότι η Αντιγόνη είναι ένα αναρχικό πλάσμα. Η Αντιγόνη για μένα είναι ένα αληθινό πλάσμα, αυθόρμητο και απόλυτο, και πληρώνει αυτό το τίμημα. Δεν έχει καμία σχέση με την αναρχία αυτό. Αυτό είναι χαρακτηρισμοί, εκτός αν μιλάμε με πολιτικούς όρους, αλλά αυτό εμένα δεν με αφορά. Εγώ δεν μιλάω με πολιτικούς όρους, είμαι και δεξιός και αριστερός και κεντρώος και επαναστάτης και συντηρητικός και προοδευτικός. Είμαι απ’ όλα, ανάλογα από ποιος με κοιτάει, πότε με κοιτάει και γιατί με κοιτάει.509a8c1acacfcf8c12805873fd63a8e5_taneaΔημήτρης Φαργκάνης (Lavart) – Η ταύτιση του κοινού με το χαρακτήρα της Αντιγόνης θα λέγατε ότι προέρχεται ενίοτε από μία δική του σιωπή και απραξία;

Στάθης Λιβαθινός – Όχι, δεν θα το ‘λεγα αυτό. Δεν μπορώ να κρίνω το κοινό, ούτε σαν σιωπηλό ούτε σαν άπρακτο. Δεν μπορώ να ξέρω τον τεράστιο αγώνα που ο κάθε άνθρωπος κάνει πίσω από τον τοίχο του και μέσα στο σπίτι του. Δεν μπορώ να το ξέρω αυτό, δεν μπαίνω στον πειρασμό ποτέ να κρίνω το κοινό, παρά μόνο όταν βλέπω τον τρόπο που αντιδρά στην ώρα της παράστασης ή τον τρόπο που βγαίνει από μία παράσταση.

Δημήτρης Φαργκάνης (Lavart) – Μιλώ περισσότερο κοινωνικά…

Στάθης Λιβαθινός – Κοινωνικά δεν θα ήθελα να το κρίνω αυτό, γιατί είμαστε όλοι μαζί συνένοχοι σ’ αυτό. Και δεν θα ‘θελα να μπω σε τέτοιου είδους κρίσεις που θυμίζουν λίγο, ξέρετε, πολιτικές κρίσεις. Η σιωπή του κοινού.. Εγώ δεν βρίσκω το κοινό να είναι σιωπηλό. Εγώ βλέπω ότι και οι κραυγές, καμιά φορά, είναι άηχες, απλώς οι εποχές αλλάζουν, οι άνθρωποι αλλάζουν, ο τρόπος αλλάζει…ethniko708_3_iefimeridaΔημήτρης Φαργκάνης (Lavart) – Παρόλο που πόσο τραγικό είναι ένα πρόσωπο ή ένας ρόλος δεν είναι προϊόν προς μέτρηση, θα λέγατε πως ο Κρέων αποτελεί σε τελική ανάλυση τραγικότερο χαρακτήρα από αυτόν της Αντιγόνης;

Στάθης Λιβαθινός – Ναι, σε πολλές στιγμές θα ‘λεγα πως ναι. Και δεν είμαι πρώτος εγώ. Πολλοί έγκυροι αναλυτές έχουν ονομάσει άστοχη την ονομασία της τραγωδίας ως Αντιγόνη, και λένε θα ‘πρεπε να λέγεται Κρέων. Δηλαδή αν μιλάμε για ένα τραγικό πρόσωπο εδώ, είναι αυτός. Εκείνη τουλάχιστον πάει σφαίρα στο θάνατο εξ αρχής, και ξέρει και πού πάει. Άλλο όταν τα χρειάστηκε τη στιγμή που το ‘δε μπροστά της. Ο Κρέων ο δύστυχος, που του ‘τυχε αυτός ο αντίπαλος σ’ αυτήν τη στιγμή, προσπαθεί να μαζέψει ένα διαλυμένο κράτος και του ‘τυχε αυτό το πεισματάρικο ον και τον οδήγησε στην τρέλα. Είναι αδυσώπητες αυτές οι συγκρούσεις, δεν υπάρχουν απόλυτες κατηγορίες. Η τραγωδία, ευτυχώς ή δυστυχώς, τα βλέπει τα πράγματα πιο βαθιά, πιο σφαιρικά. Και στο τέλος, ο Κρέων πρέπει να σου προκαλεί και μια κατανόηση, μια θλίψη. Είμαστε και τα δύο. Αυτό νομίζω θέλει να πει ο Σοφοκλής ή τουλάχιστον και αυτό.

Δημήτρης Φαργκάνης (Lavart) – Να συμπληρώσω, η τραγωδία παύει να υφίσταται από τη στιγμή που έρχεται ο θάνατος;

Στάθης Λιβαθινός – Δεν νομίζω ότι είναι ο θάνατος το ζητούμενο της τραγωδίας. Το ζητούμενο της τραγωδίας είναι η κάθαρση.

…αυτό που έχει σημασία δεν είναι τόσο η κατανόηση ενός έργου. Σ’ αυτό φτάνει κανείς μετά τα 90. Για μένα αυτό που έχει σημασία είναι η καλλιέργεια της ευαισθησίας, τίποτα άλλο.

Δημήτρης Φαργκάνης (Lavart) – Ο Δημήτρης Λιαντίνης εξέφρασε μια άποψη στηριζόμενη, κατά τη γνώμη μου τουλάχιστον, στη λογική πως ο Κρέων ως χαρακτήρας εκφράζει τους νόμους και χωρίς νόμους δεν μπορεί να σταθεί μια κοινωνία, και πως οι νόμοι δεν υπάρχουν για να εξασφαλίζουν το καλό, αλλά για να αποτρέπουν το κακό. Γιατί, λοιπόν, ο Έλληνας προσπαθεί να βρει Κρέοντες με τη θετική έννοια του κυβερνήτη, του τίμιου, του πατριώτη, να τον κυβερνούν, ενώ η αγαπημένη του ηρωίδα ίσως να είναι η Αντιγόνη;

Στάθης Λιβαθινός – Ε μα, έτσι δεν είναι; Έτσι δεν γίνεται πάντα; Το αντίθετο θα με ανησυχούσε πάρα πολύ. Η μοίρα της ζωής και η μοίρα του θεάτρου, θαυμάζουμε κι εκτιμούμε πάντοτε αυτό που δεν είμαστε, γιατί είναι έξω από μας, αλλά στην πραγματικότητα η πολιτική κάπως απλουστεύει τα πράγματα και κοινωνικά αυτή τη στιγμή βρισκόμαστε σ’ έναν περιορισμό, δηλαδή τα φωτεινά πρόσωπα, τα πρόσωπα που θέλουμε να λατρεύουμε, που θέλουμε να θαυμάζουμε, πάντοτε περιέχουν και κάτι από αυτό που δεν είμαστε, και κάτι που θα θέλαμε να φτάσουμε. Εντάξει, αυτό δεν είναι κακό, αυτό είναι καλό. Φαντάζομαι ότι ακόμα και σε εποχές απολυταρχικών καθεστώτων θα μπορούσατε να βρείτε ανθρώπους οι οποίοι να θαυμάζουν και να εκτιμούν… Κάθε κοινωνία, κάθε εποχή, δηλαδή, αγαπάει το δικό της ήρωα. Αυτό νομίζω είναι μέσα στη ζωή.

Δημήτρης Φαργκάνης (Lavart) – Παρατηρώ ως θεατής μία εμμονή, όχι απλώς να εκσυγχρονιστεί, αλλά να εκμοντερνιστεί η αρχαία ελληνική δραματουργία, να πάρει νεοελληνίστικη χροιά, αγγίζοντας σε ορισμένες περιπτώσεις το εμπορικό. Γιατί νομίζετε ότι τείνουν προς αυτή την τάση οι σκηνοθέτες;

Στάθης Λιβαθινός – Αυτό μπορώ να το καταλάβω. Προφανώς, ο κώδικας έχει χαθεί, δεν υπάρχει μια ζωντανή παράδοση προς τις αρχαίες τραγωδίες. Όλοι οι τρόποι για μένα είναι νόμιμοι. Το θέμα δεν είναι οι τρόποι, το θέμα δεν είναι αν το κάνει κανείς, το θέμα είναι πώς το κάνει.dfdg_protothemaΔημήτρης Φαργκάνης (Lavart) – Πόση δύναμη έχει σήμερα το θέατρο να παιδεύει και αν το εκπαιδευτικό σύστημα, ακόμα και οι δάσκαλοι και οι καθηγητές φέρουν ευθύνη για την παραποίηση της ουσίας του έργου. Αναφέρομαι στο κλασικό πλέον και κατασκευασμένο διπολισμό μεταξύ καλού και κακού που έχει εφαρμοστεί και στο δίπολο Αντιγόνης – Κρέοντα.

Στάθης Λιβαθινός – Ο δάσκαλος είναι πολύ μεγάλη κουβέντα. Νομίζω ότι σ’ αυτές τις ηλικίες συνήθως οι άνθρωποι μένουν στην επιφάνεια και δεν ασχολούνται με το βάθος. Και πάλι ο δάσκαλος κάνει τη διαφορά. Δεν θα μπορούσα να τους βάλω όλους τους δασκάλους στο ίδιο σακί. Νομίζω ότι εδώ αυτό που έχει σημασία δεν είναι τόσο η κατανόηση ενός έργου. Σ’ αυτό φτάνει κανείς μετά τα 90. Για μένα αυτό που έχει σημασία είναι η καλλιέργεια της ευαισθησίας, τίποτα άλλο.

Το θέατρο δεν είναι πολυτέλεια και Σαββατιάτικη έξοδος, αλλά μια κοινωνική ανάγκη.

Δημήτρης Φαργκάνης (Lavart) – Πώς φαντάζεστε την ιδανική θεατρική παιδεία στα σχολεία;

Στάθης Λιβαθινός – Δεν νομίζω ότι τα σχολεία μπορούν να δώσουν θεατρική παιδεία. Μπορούν να δώσουν μια κλίση. Τη θεατρική παιδεία τη δίνει μια κοινωνία ολόκληρη, που το θέατρο δεν είναι πολυτέλεια και Σαββατιάτικη έξοδος, αλλά μια κοινωνική ανάγκη. Απέχουμε αρκετά από αυτό.

Δημήτρης Φαργκάνης (Lavart) – Πού βρίσκονται οι ελπίδες που καλλιεργείτε για το μέλλον της νέας γενιάς; Τι είναι αυτό που σας δίνει κουράγιο λοιπόν;

Στάθης Λιβαθινός – Κουράγιο δεν μου δίνει η νέα γενιά, κουράγιο μου δίνει ο εαυτός μου και ο τρόπος που βλέπω τη ζωή. Η νέα γενιά, έτσι όπως είναι, περιέχει φωτεινές εξαιρέσεις και, νομίζω, τεράστιους κινδύνους. Περιέχει μία επιφανειακότητα, και πολλές φορές ένα κυνισμό που με τρομάζει, και μια έλλειψη καλλιέργειας. Αυτό στο οποίο πιστεύω εγώ είναι τι θα μπορούσε να συμβεί αν… Και αυτό το αν δεν πρόκειται να το εγκαταλείψω μέχρι να πεθάνω.

Κουράγιο δεν μου δίνει η νέα γενιά, κουράγιο μου δίνει ο εαυτός μου και ο τρόπος που βλέπω τη ζωή… Αυτό στο οποίο πιστεύω εγώ είναι τι θα μπορούσε να συμβεί αν… Και αυτό το αν δεν πρόκειται να το εγκαταλείψω μέχρι να πεθάνω.

Πηγές φωτογραφιών: 12345  6

Συνέντευξη: Δημήτρης Φαργκάνης (Lavart)

➔ Δείτε όλες τις τελευταίες ειδήσεις και όλα τα πιο πρόσφατα άρθρα της Lavart στο lavart.gr

Κοινοποίηση

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΑΚΟΜΗ