Με αφορμή τα 33 χρόνια από την ίδρυση του Ιανού, αποφασίσαμε να κάνουμε μία κουβέντα για το παρελθόν, το μέλλον, το σήμερα. Το παρελθόν, το μέλλον, το σήμερα του Ιανού, του βιβλίου αλλά και του ίδιου του Νίκου Καρατζά. Οι 3 μας, αυτός, η Αλεξάνδρα (αγαπημένη φωτογράφος) και εγώ συναντηθήκαμε στο πατάρι του καταστήματος του Ιανού, στην Αριστοτέλους 7 όπου και καθίσαμε για μισή ώρα περίπου κουβεντιάζοντας για το πώς κυλούν οι εβδομάδες του ανάμεσα σε Αθήνα Θεσσαλονίκη και Λιτόχωρο, για τα media, την κακομοιριά της χώρας και τους ευθυνόφοβους managers. Με λίγα λόγια, από την πρώτη στιγμή ένιωσα ότι είχαμε πολλά πράγματα να πούμε και έτσι ανηφορίσαμε για το Το Παλιό Χαμάμ, ένα υπέροχο καφέ χτισμένο στον περιβάλλοντα χώρο του Bey Hamam.

 

Δημήτρης Φαργκάνης (Lavart) Λογαριασμό στο Facebook έχετε κάνει;

Νίκος Καρατζάς – Εγώ προσωπικά δεν έχω. Ως γνωστόν, ο ΙΑΝΟΣ έχει, αλλά εγώ προσωπικά δεν έχω. Θεωρώ ότι το Facebook είναι πια μία πύλη για να αποκαλύπτεις την προσωπική σου ζωή κι εγώ είμαι αλλεργικός σ’ αυτό. Η ιδιωτική ζωή δεν αφορά κανέναν άλλον. Τους φίλους μου τους βλέπω στα cafe, στα θέατρα, στις μουσικές σκηνές, στο γραφείο μου ή οπουδήποτε αλλού. Το να έχεις 32.000 διαδικτυακούς φίλους που δεν τους έχεις ακούσει ποτέ και δεν τους έχεις δει ποτέ είναι μια ματαιοδοξία που δεν με αφορά.Δημήτρης Φαργκάνης (Lavart) – Είναι και οι ψευτο…ενδορφίνες στη μέση!

Νίκος Καρατζάς – Συμφωνώ απολύτως. Οι φιλίες είναι για τα τις ζεις, να συναντάς τους ανθρώπους και όχι να ανταλλάσσεις μηνύματα μέσω Facebook ή να λες «είμαι τώρα στο Παρίσι και δείτε τι ωραία που περνάω».

Δημήτρης Φαργκάνης (Lavart) – Ο κόσμος έχει ξεχάσει πως είναι το φλερτ…

Νίκος Καρατζάς – Ναι, γιατί μαθαίνεις να ζεις μέσα από ένα social medium κι όχι μέσα στη ζωή. Άρα όλα γίνονται υποκατάστατα. Θεωρώ, χωρίς να επικρίνω αυτούς που αισθάνονται την ανάγκη να έχουν λογαριασμό, πως όταν μπορείς να ζήσεις χωρίς υποκατάστατα, δεν έχεις κανέναν λόγο να το επιλέξεις. 

Δημήτρης Φαργκάνης (Lavart) – Λοιπόν, ξεκινάμε! Χρόνια σας πολλά! 33 χρόνια ΙΑΝΟΣ κι ελπίζω, εάν αποδειχθούν σημαδιακά λόγω του αριθμού, αυτό να επιφέρει και την πολυπόθητη «ανάσταση» στον χώρο του βιβλίου.

Νίκος Καρατζάς – Ευχαριστώ πολύ για τις ευχές! Πράγματι υπάρχει κάτι συμβολικό στο 33. Διαρκώς παλεύουμε για την «ανάσταση» αλλά και για να μην είναι η σταύρωση τόσο οδυνηρή. Το χρειάζεται και το βιβλίο και η Τέχνη και ο Πολιτισμός και όλοι θέλουμε να έχουμε μια δεύτερη ευκαιρία, πολύ πιο ουσιαστική, πολύ πιο ενδιαφέρουσα, πολύ πιο συναρπαστική από την πρώτη. Άρα, λοιπόν, το εύχομαι μαζί με σας και για μας και για όλους.Δημήτρης Φαργκάνης (Lavart) – «Ιανός», – έψαξα, δεν το γνώριζα – ο θεός των μεταβάσεων και των ενάρξεων. Μεταξύ άλλων, ο θεός της μετάβασης από τον πρωτογονισμό στον πολιτισμό. Αλήθεια, όταν προέκυψε η ιδέα του ονόματος, πόσο φιλόδοξος ήταν ο Νίκος Καρατζάς; Τα όνειρά σας άγγιζαν έστω και λίγο τη σημερινή αποδοχή του κόσμου αλλά και την εμπορική επιτυχία; Έχετε φιλοξενήσει μέχρι και τον Ammos Oz…

Νίκος Καρατζάς – Είμαι ευτυχής, διότι έζησα και ζω αυτό που ονειρεύτηκα. Και επειδή το ονειρεύτηκα πρόωρα, 13 ετών, ότι ήθελα δηλαδή ν’ ασχοληθώ με το βιβλίο, κάνοντας οτιδήποτε συνδέεται μ’ αυτό, έζησα και πέρα από τα όνειρά μου πολλές στιγμές. Γνώρισα ανθρώπους που θαύμαζα, που διάβαζα τα βιβλία τους, που άκουγα τις μουσικές τους, που έβλεπα τις θεατρικές τους παραστάσεις. Τους έζησα πολύ κοντά, έγινα πολλές φορές φίλος μ’ αυτούς τους ανθρώπους και είχα μεγάλη τύχη να ονειρευτώ και να ζήσω τελικά όλα αυτά. Ήταν ένα προνόμιο που μου δόθηκε και που δούλεψα πάρα πολύ για να το αποκτήσω. Όταν διάλεγα τον τίτλο «Ιανός», ήμουν 23 ετών και ήταν ο τίτλος του περιοδικού μου με υπότιτλο «Ένα τετράδιο αναζητήσεων». Μετά από μερικά τεύχη αλλά και νωρίτερα, όπως σας είπα, είχα ονειρευτεί ένα βιβλιοπωλείο που να είναι αίθουσα Τέχνης, τόπος συνάντησης, συναναστροφής, δημιουργικών συζητήσεων κάθε είδους και που να λειτουργεί ως «γέφυρα» ανάμεσα στους δημιουργούς και στους αναγνώστες, στους φιλότεχνους, στους ανθρώπους που έχουν ανησυχίες και ενδιαφέροντα. 25 χρονών άρχισα πια να στήνω τον Ιανό ως χώρο και όχι μόνο ως ιδέα στην Αριστοτέλους 7, που είναι πάντα η έδρα μας.

Δημήτρης Φαργκάνης (Lavart) – Στο κτίριο επί της Αριστοτέλους μπήκατε το ’84, σωστά;

Νίκος Καρατζάς – Ναι, το ’84.

Δημήτρης Φαργκάνης (Lavart) – Επειδή διάβασα μία παλαιότερή σας συνέντευξη, δεύτερο ποδήλατο αγοράσατε τελικά ποτέ;

Νίκος Καρατζάς – (γέλια) Πού το διαβάσατε αυτό; Όντως μου έκλεψαν το ποδήλατό μου. Ενώ οι άλλοι πάρκαραν τα αυτοκίνητά τους μέσα στον χώρο, εγώ άφησα το ποδήλατό μου απ’ έξω και μια φορά βγήκα και δεν το ξαναβρήκα εκεί! Όχι, δεν αγόρασα δεύτερο ποδήλατο…

Δημήτρης Φαργκάνης (Lavart) – Η πιο μυθιστορηματική απάντηση που μπορούσα να έχω. (γέλια) Άρα, τελικά, αποτέλεσε ένα μικρό τραύμα, σωστά;

Νίκος Καρατζάς – Όντως. Τότε, στην παιδική και την εφηβική μου ηλικία, το ποδήλατο δεν ήταν και το πιο συνηθισμένο δώρο των γονέων, ήταν εξαιρετικά σπάνιο. Έτσι, δούλεψα πολλά καλοκαίρια για να αποκτήσω και το στερεοφωνικό μου συγκρότημα και το ποδήλατο και τα βιβλία που διάβαζα και τους δίσκους που άκουγα.

«Όταν δεν γοητεύεσαι εσύ ο ίδιος απ’ αυτό που κάνεις, δεν μπορείς ποτέ να γοητεύσεις…»

Δημήτρης Φαργκάνης (Lavart) – Κύριε Καρατζά, ένας άνθρωπος που δεν αγαπάει τη Λογοτεχνία μπορεί να γίνει επιτυχημένος εκδότης και ιδιοκτήτης βιβλιοπωλείων; Ένας άνθρωπος που δεν αγαπάει το αντικείμενο της δουλειάς του μέχρι πού μπορεί να φτάσει; Και αντίστροφα, για έναν άνθρωπο που λατρεύει αυτό που κάνει ποιο είναι το συστατικό-κλειδί που θα τον φέρει όχι αποκλειστικά στην κορυφή, αλλά στο να νιώσει ότι τα κατάφερε, έχοντας την αίσθηση της αδιαμφισβήτητης επιτυχίας;

Νίκος Καρατζάς – Παρότι είναι μια μητρόπολη, δεν πρέπει να ταυτίζουμε τη Λογοτεχνία με το βιβλίο. Υπάρχουνε πάρα πολλά «ξωκλήσια». Μπορεί κάποιος που αγαπάει τις επιστήμες να κάνει μια λαμπρή καριέρα στο ακαδημαϊκό βιβλίο. Πάντως, αν δεν αγαπάς το βιβλίο, δεν θα γίνεις ποτέ σπουδαίος βιβλιοπώλης, δεν θα γίνεις ποτέ σπουδαίος εκδότης, γιατί αυτό που κάνεις είναι μια βιοποριστική μεν πράξη, δεν έχει όμως την υπεραξία που περιέχει η αγάπη γι’ αυτό που κάνεις. Άρα, λοιπόν, εύχομαι σ’ όλους να αγαπήσουν αυτό που κάνουν και εάν το σπουδάσουν κιόλας ακόμα καλύτερα. Η αγάπη είναι η μαγιά, είναι η λυδία λίθος, εκεί που χτίζεις τη ζωή σου και τη σχέση σου μ’ αυτό που κάνεις.

Δημήτρης Φαργκάνης (Lavart) – Κατά καιρούς ανοίγουν επιχειρήσεις από ανθρώπους που δεν είναι ειδικοί στον τομέα τους και πολύ σύντομα καταλαβαίνεις ότι δεν αγαπούν και το αντικείμενο…

Νίκος Καρατζάς – Είναι λιγάκι θέμα χρόνου να κλείσουν αυτά τα μαγαζιά, ακόμη κι αν τα έχουν κληρονομήσει από τον μπαμπά τους και είναι κραταιά. Χωρίς αγάπη δεν μαθαίνει ποτέ το μυαλό του ανθρώπου να διεισδύει σε βάθος, να αναλύει τα δεδομένα και να βρίσκει βέλτιστες λύσεις. Όταν δεν γοητεύεσαι εσύ ο ίδιος από αυτό που κάνεις, δεν μπορείς ποτέ να γοητεύσεις. Είναι θέμα χρόνου, δηλαδή, αυτή η πόρτα που άνοιξες ή που σου άνοιξαν να ξανακλείσει. Και αυτοί οι άνθρωποι είναι πάντα και παντού «ορφανοί». Εύχομαι οι «ορφανοί» ν’ αποκτήσουν «γονείς» μέσα από την αγάπη τους. Στο δρόμο μπορείς να βρεις αγάπες.Δημήτρης Φαργκάνης (Lavart) – Πόσο αποτελεσματικά είναι τα μπόσικα που δύναται να κρατήσει ο Πολιτισμός και ειδικότερα το βιβλίο σε μια κοινωνία παρακμής; Δεν σας κρύβω ότι είμαι κάπως απαισιόδοξος.

Νίκος Καρατζάς – Δυστυχώς συμφωνώ μαζί σας, είμαστε μια κοινωνία που παρακμάζει εδώ και πολύ καιρό. Ωστόσο, το βιβλίο και ο Πολιτισμός μαζί με την Παιδεία, που εμπεριέχεται και στα δύο και τα υπερβαίνει μ’ έναν τρόπο, είναι τα μόνα στοιχεία, πάνω στα οποία θα μπορούσαμε να χτίσουμε μια καινούργια αφετηρία για την ελληνική κοινωνία. Άρα η δημιουργικότητα που περιέχει, η πυκνότητα των νοημάτων και το αξιακό σύστημα που έχουν το βιβλίο και ο Πολιτισμός είναι στοιχεία που στην εποχή μας θα έπρεπε να είναι «φάροι». Είναι λυπηρό που όλα αυτά γίνονται δύσκολα για νέους ανθρώπους, αφού η ανεργία τους κάνει ν’ αποξενώνονται απ’ όλα αυτά. Παίζουν και πολλά άλλα καθοριστικό ρόλο σ’ αυτό. Όμως, λυπάμαι ιδιαίτερα για εκείνους που δυσκολεύονται να συμμετάσχουν είτε ως αναγνώστες, είτε ως άνθρωποι που αγαπούν τη μουσική, το θέατρο, τον κινηματογράφο, όταν αποξενώνονται από οικονομική αδυναμία. Θεωρώ, δηλαδή, ότι αυτή είναι η «μαγιά», πάνω στην οποία μπορούμε να χτίσουμε ένα καινούργιο μέλλον, μια καινούργια αρχή και λυπάμαι που δεν βλέπω το πολιτικό σύστημα ούτε να το οσφραίνεται, ούτε να το αφορά αυτή η δυνατότητα.

«Ένα κράτος που πάει να κάνει μπίζνες με δημοσίους υπαλλήλους είναι ένα κράτος που δεν απέτυχε μόνο στην Ελλάδα αλλά και σε μερικές αυτοκρατορίες, όπως ήταν η σοβιετική αυτοκρατορία, και κατέρρευσε, ακριβώς επειδή δεν βρήκε ποτέ τα όρια, πού αρχίζει και πού τελειώνει το κράτος.»

Δημήτρης Φαργκάνης (Lavart) – Μήπως παραελπίσαμε στο κράτος; Μήπως το παρακάναμε στο πόσο κράτος, πόσο παρεμβατισμό θέλαμε σ’ αυτό το κομμάτι; Μήπως πιστέψαμε λιγότερο στον εαυτό μας;

Νίκος Καρατζάς – Το είπατε πάρα πολύ καλά και πολύ εύστοχα. Θεωρώ ότι μια από τις «αρρώστιες» της Μεταπολίτευσης ήταν αυτή η διαρκής απαίτηση το κράτος να μας λύσει τα προβλήματα. Το κράτος σ’ αυτήν τη χώρα ήτανε πάντα μεγάλος ασθενής και δεν μπορούσε να λύσει τα δικά του προβλήματα, πόσο μάλλον να λύσει τα προβλήματα της κοινωνίας. Ήρθε, λοιπόν, ένας εφησυχασμός, όπου όλοι ήθελαν να διορίσουν το παιδί τους, για να έχει εισοδήματα, νόμιμα ή παράνομα, χωρίς να έχει βιοτικές έγνοιες. Αυτά όλα είδαμε πού μας οδήγησαν. Ένα κράτος, όμως, που είναι λειτουργικό για να καλύπτει τις ανάγκες της κοινωνίας στην παιδεία, στην υγεία, στην άμυνα, στην ασφάλεια, ώστε να προστατεύονται βασικά έννομα αγαθά μέσα στην κοινωνία και να είναι και οι δημιουργικοί άνθρωποι ελεύθεροι στο να πραγματοποιήσουν με οικονομικούς και όχι μόνο όρους τα όνειρά τους θα ήταν ένα ιδανικό που θα πρέπει να το αναζητήσουμε στο μέλλον. Τόσο κράτος, μέχρι εκεί. Ένα κράτος που πάει να κάνει μπίζνες με δημοσίους υπαλλήλους είναι ένα κράτος που δεν απέτυχε μόνο στην Ελλάδα αλλά και σε μερικές αυτοκρατορίες, όπως ήταν η σοβιετική αυτοκρατορία, και κατέρρευσε, ακριβώς επειδή δεν βρήκε ποτέ τα όρια, πού αρχίζει και πού τελειώνει το κράτος. Άρα λιγότερο αλλά καλύτερο κράτος που φροντίζει όλα τα βασικά έννομα αγαθά και αυτούς που δεν είχαν το κουράγιο, τη δύναμη, την τύχη, τις ευκαιρίες και χρειάζονται την προστασία του. Μέχρι εκεί, αυτό χρειάζεται.

Δημήτρης Φαργκάνης (Lavart) – Γνωρίζω ότι συζητάτε με τη νεολαία. Τι εντύπωση έχετε σχηματίσει; Φαίνεται ν’ αλλάζει κάτι;

Νίκος Καρατζάς – Μια φωτογραφία από το παρελθόν θα ήταν πως όλοι ήθελαν να διοριστούν και έτσι φτάσαμε στην πτώχευση μέσα από τις πολλαπλές παρενέργειες αυτού του πράγματος, γιατί το κράτος πτώχευσε, η διαχείριση του κράτους και το πολιτικό μας σύστημα πτώχευσε και μετά μας πτώχευσε όλους μαζί. Σήμερα, ναι, βλέπω ανθρώπους που θέλουν να βρουν το δρόμο τους χωρίς ν’ αναζητούν ένα κράτος που θα τους λύσει το πρόβλημα, που θα τους ανοίξει το δρόμο για να τον ασφαλτοστρώσει, κ.ο.κ. Οι δημιουργικοί άνθρωποι βρίσκουν το δρόμο τους εφόσον η κοινωνία, η οικονομία και το κράτος έχουν όρια, όπου το κάθε ένα επιτρέπει στο άλλο να έχει ζωτικό χώρο.

«Οι δημιουργικοί άνθρωποι βρίσκουν το δρόμο τους εφόσον η κοινωνία, η οικονομία και το κράτος έχουν όρια, όπου το κάθε ένα επιτρέπει στο άλλο να έχει ζωτικό χώρο.»

Δημήτρης Φαργκάνης (Lavart) – Κάτι πρέπει να γίνει για όλους αυτούς τους δημιουργικούς ανθρώπους, γιατί όπως πάει το θέμα, δεν θα μείνει κανένας πίσω…

Νίκος Καρατζάς – Είναι το πιο οδυνηρό πράγμα που συμβαίνει σήμερα να φεύγουν τα καλύτερα μυαλά, οι πιο δημιουργικοί άνθρωποι, να φεύγουν οι άνθρωποι που έχουν αυτοπεποίθηση, ηγετικές προσωπικότητες. Υπάρχει ένας κίνδυνος να γίνει η Ελλάδα μια χώρα συνταξιούχων, μια χώρα που δεν πιστεύει στον εαυτό της και που ζητάει διαρκώς δανεικά για να διαχειριστεί τα προβλήματά της. Πρέπει ν’ αντιστρέψουμε αυτό το ρεύμα, αλλά αυτό θα συμβεί, όταν δημιουργήσουμε τις προϋποθέσεις για όλους αυτούς τους ανθρώπους, έτσι ώστε, όταν γυρίσουν, να μην παρακαλάνε για μια κακοπληρωμένη δουλειά ή να μην εμποδίζονται από ένα κράτος που περισσότερο βάζει εμπόδια παρά δημιουργεί ευκαιρίες.

Δημήτρης Φαργκάνης (Lavart) – Ποια είναι τα κριτήρια για να εκδοθεί ένα βιβλίο;

Νίκος Καρατζάς – Είναι πολλά τα κριτήρια και πολύ διαφορετικά. Καταρχάς, αν μιλήσουμε για τη Λογοτεχνία, είναι οι αφηγηματικές αρετές και ο τρόπος που κάποιος αφηγείται μια ιστορία, κάνοντάς την συναρπαστική, ενώ ένας άλλος ρουτινιέρικη και αδιάφορη. Η ποιότητα των ιδεών και της αφήγησης, θα ‘λεγα, συνολικά. Κάθε βιβλίο καλύπτει μια ανάγκη κάποιων ανθρώπων, όχι μόνο αυτού που το γράφει, αλλά και των άλλων, έτσι ώστε να συναντήσουν αυτό το περιεχόμενο, αυτήν την αφήγηση και μέσα απ’ αυτή να βρουν απαντήσεις στα δικά τους ερωτήματα. Άρα, λοιπόν, θα πω πως είναι η ποιότητα του περιεχομένου και της αφήγησης παρά την αοριστία που έχει, γιατί δεν είναι εύκολο να το αναλύσω σ’ όλες τις εκφάνσεις και όλες τις εκδοχές.

Η ανησυχία μου ήταν μεγάλη, όταν είδα τη χώρα να πηγαίνει στο απόλυτο αδιέξοδο και να στρίβει βέβαια η κυβέρνηση το 2015… Τότε είδαμε να τρίζει όλο το οικοδόμημα και κανείς δεν είναι τόσο ισχυρός, όταν καταρρέει το οικοδόμημα, ώστε να διασωθεί μέσα σ’ αυτό το τοπίο της καταστροφής. Ευτυχώς για μας, έστω και την τελευταία ώρα, η κυβέρνηση κατάλαβε ότι η επόμενη μέρα είναι της συντριβής και έστριψε, ώστε να ξαναρχίσουμε τραυματισμένοι μεν ξανά από την αρχή.

Δημήτρης Φαργκάνης (Lavart) – Απ’ όσο γνωρίζω, σε πολλές των περιπτώσεων, τα best-sellers είναι αυτά που επί της ουσίας «χρηματοδοτούν» τα μικρότερα βιβλία για να μπορέσουν να εκδοθούν. Με λίγα λόγια, αν δεν υπάρχει το «εμπορικό» βιβλίο, δεν μπορεί να υπάρχει και το «ποιοτικό» βιβλίο. Και αντίστροφα. Ακούγεται λίγο παράδοξο. Πώς το αντιμετωπίζετε αυτό;

Νίκος Καρατζάς – Όντως ισχύει στην αγορά ότι τα ευπώλητα βιβλία χρηματοδοτούν και μια πιο δύσκολη βιβλιογραφία, σημαντική για να εκδοθεί, η οποία όμως δεν έχει την εμπορικότητα για να κάνει απόσβεση. Καμιά φορά, βέβαια, συμβαίνουν και εκπλήξεις πολύ ευχάριστες. Δεν συμφωνώ καθόλου με την αντιπαράθεση του εμπορικού με το ποιοτικό, διότι μερικές φορές ένα εξαιρετικό στην ποιότητά του βιβλίο μπορεί να γίνει και ένα ευπώλητο βιβλίο. Άλλες φορές, βέβαια, τα best-sellers είναι βιβλία που αγγίζουν και συγκινούν μεγάλες ομάδες κοινού χωρίς να έχουν σπουδαίες αρετές. Και τότε ισχύει ότι αυτά τα βιβλία δεν συνομιλούν με την ποιότητα αλλά με τις ποσότητες και γίνονται ευπώλητα με τρόπο που πάλι βοηθούν την ποιοτική βιβλιογραφία ν’ αναπτυχθεί, σαν αποτέλεσμα μιας στρατηγικής επιλογής του εκδότη να χρηματοδοτήσει μέσα από τη ρευστότητα που του δίνουν τα ευπώλητα. Αυτό δεν ισχύει πάντα κι ούτε μπορεί κάποιος εκδότης να βγάζει μόνο best-sellers, γιατί κανένα βιβλίο δεν υπόσχεται ότι θα είναι best-seller την ημέρα που παραδίδεται. Έχω δει πολλές φορές εκδότες να προεξοφλούν αυτήν την πιθανότητα και να καταστρέφονται κάνοντας πολύ μεγάλα τιράζ και τελικά οι πωλήσεις να είναι πάρα πολύ μικρές κι όλα αυτά στο τέλος να πολτοποιούνται. Είναι πιο πολύπλοκος ο κόσμος του βιβλίου κι όσοι τον προεξοφλούν κάνουν λάθη, μικρά ή μεγάλα. Αλλά και η αγορά συγκροτείται με πιο πολύπλοκους όρους και φυσικά το μέλλον προχωράει και η ιστορία καταγράφει τις εξαιρετικά σημαντικές ποιότητες. Θυμάμαι ευπώλητα βιβλία της Μεταπολίτευσης που κανείς – ακόμη κι εκείνοι που τα διάβασαν – δεν τα θυμούνται σήμερα. Όμως, η ποιότητα σημαντικών κειμένων, πολύ λιγότερο ευπώλητων, θα είναι πάντα εκεί και θα μας θυμίζει την παρουσία της είτε στα ράφια του βιβλιοπωλείου είτε στα δισκάδικα είτε σε άλλες εκδοχές του πνευματικού και πολιτιστικού μας βίου.

Δημήτρης Φαργκάνης (Lavart) – Για το «παιδί» σας, τον Ιανό, ανησυχήσατε ποτέ; Υπήρξε κάποια περίοδος που να συμβεί κάτι που να σας κάνει να ανησυχήσετε;

Νίκος Καρατζάς – Ναι. Η κρίση όλα αυτά τα 8 χρόνια ανάγκασε όλους μας να ξανασχεδιάσουμε αυτό που υπήρχε – και εγώ βεβαίως ξανασχεδίασα δύο φορές τον Ιανό, όχι με άλλους στόχους αλλά με άλλη εσωτερική δομή, ώστε να συμμαζέψω το κόστος και να του δώσω μεγαλύτερη αντοχή στα «πέτρινα» χρόνια που περάσαμε σ’ αυτήν την 8ετία. Η ανησυχία μου ήταν μεγάλη, όταν είδα τη χώρα να πηγαίνει στο απόλυτο αδιέξοδο και να στρίβει βέβαια η κυβέρνηση το 2015… Τότε είδαμε να τρίζει όλο το οικοδόμημα και κανείς δεν είναι τόσο ισχυρός, όταν καταρρέει το οικοδόμημα, ώστε να διασωθεί μέσα σ’ αυτό το τοπίο της καταστροφής. Ευτυχώς για μας, έστω και την τελευταία ώρα, η κυβέρνηση κατάλαβε ότι η επόμενη μέρα είναι της συντριβής και έστριψε, ώστε να ξαναρχίσουμε τραυματισμένοι μεν ξανά από την αρχή.

«Το βιβλίο είναι αυτό που πρώτο απ’ όλα διεκδικεί την ανεξιθρησκία, αυτήν την ελευθερία να μιλήσει και για τις αρρώστιες και για τις θεραπείες.»

Δημήτρης Φαργκάνης (Lavart) – Παρατηρώ την άνεση που έχετε στο να εκφραστείτε ελεύθερα κάνοντας πολιτικές αναφορές, τις οποίες οι περισσότεροι δεν τολμούν προσπαθώντας να διατηρήσουν καλές σχέσεις… με τον οποιοδήποτε;

Νίκος Καρατζάς – Έτσι είναι δυστυχώς. Πολλές φορές δεν λέμε τα πράγματα με το όνομά τους από έναν φόβο είτε αόριστο είτε συγκεκριμένο ότι θα μας επικρίνουν ή θα μας επιτεθούν ή θα μας βάλουν σε μια μαύρη λίστα. Όχι γιατί δεν υπήρξαν τέτοια πράγματα σ’ αυτήν τη χώρα όλα αυτά τα χρόνια αλλά γιατί όταν δεν τολμούμε να ονοματίσουμε τα πράγματα και τις καταστάσεις, τότε δεν μπορούμε να λειτουργήσουμε μ’ έναν τρόπο που είναι θεραπευτικός. Άρα, λοιπόν, αξίζει να λέμε τα πράγματα με το όνομά τους και να μιλάμε με ουσιαστικούς όρους. Και το βιβλίο είναι αυτό που πρώτο απ’ όλα διεκδικεί αυτήν την ανεξιθρησκία, αυτήν την ελευθερία να μιλήσει και για τις αρρώστιες και για τις θεραπείες.

Δημήτρης Φαργκάνης (Lavart) – Παρ’ όλο που ο χρόνος δεν γυρίζει πίσω, ποιο θα ήταν το πρώτο πράγμα που θα αλλάζατε σ’ αυτήν την 33χρονη πορεία του Ιανού, αν είχατε τη δυνατότητα γυρίσετε πίσω;

Νίκος Καρατζάς – Ένα πράγμα που θα άλλαζα θα ήταν οι όροι με τους οποίους κατέβηκε ο Ιανός στην Αθήνα και κάτι που αισθάνθηκα πολλές φορές έντονα στα 12 χρόνια που βρίσκεται η εταιρεία εκεί ήταν και η έλλειψη μακεδονικής φρουράς. Κατέβηκα, δηλαδή, με κουλτούρα μονομάχου, μόνος μου και προσέλαβα καινούργιους ανθρώπους για να ξεκινήσει ο Ιανός. Σήμερα, εάν είχα την σοφία, θα έπαιρνα μαζί μου πέντε συνεργάτες, δηλαδή, τη μαγιά μέσα στην οποία θα έχτιζα την παρουσία του Ιανού στην Αθήνα. Πολλές φορές στο παρελθόν αισθάνθηκα μοναξιά, γιατί δεν μπορούσα να μοιραστώ με τους ανθρώπους στην Αθήνα, τους συνεργάτες που προσέλαβα εκεί, το όραμα του Ιανού. Έβλεπα να μη μπορούν να το υλοποιήσουν, να μη μπορούν να το αισθανθούν, να το εγκολπωθούν, να το λειτουργήσουν. Αυτό θα το άλλαζα σίγουρα. Βέβαια, κανείς δεν έκανε μόνο ένα λάθος στη ζωή του. Άρα υπάρχουν πολλά πράγματα που θα ήθελα να τα κάνω λίγο διαφορετικά, λίγο καλύτερα. Ένα απ’ αυτά ήταν ότι δεν κατάφερα ποτέ το όραμα που είχα το ’84, δηλαδή, ο Ιανός ν’ αποκτήσει και καφέ και χώρο που θα κάνει μουσικές παραστάσεις, ώστε να συνομιλεί ο λόγος με τη μουσική περισσότερο λειτουργικά. Ήταν τότε μια εποχή που για να βρεις χώρο μέσα στο κέντρο της Θεσσαλονίκης σήμαινε να ματώσεις. Άρα για ό, τι μέχρι σήμερα δεν κατάφερα, παρ’ ότι έκανα πολλές ενδιάμεσες απόπειρες, είναι ένα πράγμα που με στεναχωρεί. Ωστόσο, κάπως κάποτε αυτό θα λήξει.

«Έχουν χαθεί ήδη πάρα πολλά βιβλιοπωλεία και εκδοτικοί οίκοι. Δεν πρέπει να χαθούν οι τελευταίοι, γιατί όταν χαθούν δεν θα ξαναφτιαχτούν, επειδή ψηφίστηκε ένας νόμος. Ο νόμος πρέπει να γίνει για να μην χαθούν.»

Δημήτρης Φαργκάνης (Lavart) – Πόσο συνεχίζει να σας απασχολεί η κυριαρχία του Amazon αλλά και τα βήματα του e-book; Κατά πόσο αποτελεί μία αργά ή γρηγορότερα πεσμένη ταφόπλακα για το βιβλίο; Επίσης, κατά πόσο αποτελεί ταφόπλακα για τον νέο, τον νέο αναγνώστη αλλά και τον νέο συγγραφέα το συγκεκριμένο θέμα; Αναπολείτε περασμένες εποχές;

Νίκος Καρατζάς – Όντως το Amazon είναι ένας μεγάλος κίνδυνος για τις εθνικές βιβλιογραφίες. Ισοπέδωσε την ίδια την Αμερική που είναι ένα μεγάλο χωνευτήρι. Θα ήταν πολύ πιο εύκολο να ισοπεδώσει τις ευρωπαϊκές βιβλιογραφίες, οι οποίες όμως αντιμετωπίζουν ικανοποιητικά αυτόν τον κίνδυνο, θωρακισμένες πίσω από μια εθνική νομοθεσία που λέγεται νόμος της ενιαίας τιμής. Η Γερμανία, η Γαλλία, η Ισπανία, η Ιταλία, πέραν από τις μεγάλες γλώσσες και τις μεγάλες κουλτούρες της Ευρώπης, έχουν πάρα πολύ αυστηρούς νόμους για την ενιαία τιμή και η Ελλάδα πριν από μερικά χρόνια ευνούχισε την ενιαία τιμή σε μια βλακώδη δήθεν μεταρρύθμιση, αφήνοντας τη χώρα να διαχειριστεί ένα πρόβλημα πολύ μεγαλύτερο από τα μεγέθη της. Εύχομαι και ελπίζω αυτή η κυβέρνηση να πραγματοποιήσει αυτό που έταξε δια του πρωθυπουργού της σε μια συνάντηση που έγινε πριν από τις εκλογές του ’15, ανακοινώνοντας πως «ο πρώτος νόμος που θα ψηφίσουμε μόλις γίνουμε κυβέρνηση θα είναι η επαναφορά αλλά και η συμπλήρωση του νόμου της ενιαίας τιμής». Ήμουν εκεί, τον άκουσα, στο θέατρο Ακροπόλ σε μία μεγάλη συνάντηση, σ’ ένα κατάμεστο θέατρο από βιβλιοπώλες, εκδότες, συγγραφείς και εκπροσώπους της πολιτικής ζωής. Και προς ενημέρωση των αναγνωστών που τυχαίνει να μην γνωρίζουν, η ενιαία τιμή είναι ένας νόμος που υπάρχει και στη συντριπτική πλειοψηφία των χωρών της Ευρωζώνης και στη συντριπτική πλειοψηφία των χωρών του ΟΟΣΑ. Όμως, η Ελλάδα στο πλαίσιο μιας διαπραγμάτευσης και χωρίς να είναι απαίτηση της Τρόικα – το λέω αυτό για να δείξω πόσο ψευδεπίγραφα γίνονται όλα σ’ αυτήν την χώρα – απλώς για να υπερασπιστεί εκλογικές της πελατείες μεγαλύτερες και πιο σημαντικές για την επιβίωση των πολιτικών κομμάτων που κυβερνούσαν – ονόματα δεν λέμε, υπολήψεις δεν θίγουμε, αλλά δεν υπάρχει κανένας που δεν ξέρει ποια κυβέρνηση είχαμε το 2014 – έριξε στον καιάδα την ενιαία τιμή. Όμως το Amazon, σαν οδοστρωτήρας που είναι, δεν ενδιαφέρεται ούτε για ποιότητες, ούτε για ευαισθησίες ελληνικές. Ενδιαφέρεται για ογκομέτρηση στις πωλήσεις του. Αυτό σημαίνει ότι εάν δεν υπάρξει σύντομα μια επιστροφή της ενιαίας τιμής, ήδη έχουμε κλάψει πολλά σημαντικά βιβλιοπωλεία σ’ όλη τη χώρα. Θα αναφέρω μια κωμόπολη για να δείξω την έκταση του φαινομένου. Η Λιβαδειά είχε 11 βιβλιοπωλεία. Δεν ήταν κι αυτό ό, τι πιο βιώσιμο, αλλά είχε κάποτε 11 βιβλιοπωλεία. Σήμερα το τελευταίο που απέμεινε έχει πρόβλημα βιωσιμότητας, γιατί η κατάργηση της ενιαίας τιμής έκανε τους περισσότερους ανθρώπους να μπαίνουν στα ηλεκτρονικά βιβλιοπωλεία, ν’ αγοράζουν με μεγάλη έκπτωση και να μην είναι με τη σειρά του βιώσιμος κι ο τελευταίος βιβλιοπώλης. Άραγε, πώς θα είναι η Λιβαδειά χωρίς ένα βιβλιοπωλείο; Πώς θα είναι η Σπάρτη, η Ηγουμενίτσα, τα Ιωάννινα, η Αλεξανδρούπολη ή τα Χανιά; Καταστρέφονται πυρήνες που φτιάχτηκαν σ’ όλες τις μεταπολεμικές δεκαετίες και σήμερα αποδομούνται και διαλύονται. Πώς θα είναι αυτές οι πόλεις, όταν το βιβλίο θα είναι είδος πολυτελείας; Κανείς δεν αναρωτιέται και κανείς δεν αισθάνεται την ανάγκη να δει κατάματα ένα πρόβλημα που πρέπει να λύσει. Χωρίς τα βιβλιοπωλεία δεν υπάρχουν εκδότες, χωρίς τους εκδότες δεν υπάρχουν ποιητές, δεν υπάρχουν συγγραφείς. Το Amazon θα σώσει μία διευρυμένη ομάδα ευπώλητων βιβλίων. Όλοι οι υπόλοιποι θα χαθούν και δεν θα έχουν ποτέ την ευκαιρία. Είναι τόσο προφανές, τόσο αυτονόητο, ώστε αυτοί που πέρασαν από το Υπουργείο Πολιτισμού, που το άκουσαν ξανά και ξανά, τους πήγαμε τους νόμους έτοιμους, είπαν ότι το κατάλαβαν, ακόμα και οι κάτοικοι του Μαξίμου, γιατί δεν κάνουν κάτι; Γιατί δεν αναρωτιούνται ότι θα συνδέσουν τη δική τους παρουσία στην κυβέρνηση και την εξουσία με την πιο καταστροφική και αποδομητική περίοδο για το βιβλίο και για όλο τον πολιτισμό. Το βιβλίο αυτήν τη στιγμή είναι σε μία διαρκή συρρίκνωση, παρότι η πιο κυρίαρχη «βιομηχανία» στον χώρο του Πολιτισμού. Κάποτε ήταν η μουσική, σήμερα δεν είναι. Πέρασαν άλλα Amazon και άλλες εποχές που την κατέστρεψαν κι αυτήν. Γιατί, λοιπόν, δεν θα ‘χουν οι επόμενοι αυτήν τη δυνατότητα και γιατί αυτοί που το καταλαβαίνουν δεν ενεργούν; Όταν, λοιπόν, καταργείται αυτό και εισβάλλει ο κανιβαλισμός είναι πολύ εύκολο σ’ έναν όμιλο, ο οποίος διαχειρίζεται εκατοντάδες εκατομμύρια ή δισεκατομμύρια να καταστρέψει μια τέτοια αγορά. Όμως αυτή η αγορά αφορά τη γλώσσα μας, την παιδεία μας, τον πολιτισμό μας. Δεν πρέπει να τον παραδώσουμε είτε ως ανίδεοι, είτε ως συνειδητοί εγκληματίες. Είναι η αδράνεια, είναι η βλακεία, είναι η Κίρκη της εξουσίας που τους κάνει να βλέπουν μόνο εκλογικές πελατείες και να μην αισθάνονται την ιστορική ευθύνη που έχουν να συνδέσουν το όνομά τους με τέτοιου είδους φαινόμενα; Όμως αυτό συμβαίνει και θέλω να το πω με φωνή στεντόρεια: να κάνουν κάτι πριν να είναι πολύ αργά. Έχουν χαθεί ήδη πάρα πολλά βιβλιοπωλεία και εκδοτικοί οίκοι. Δεν πρέπει να χαθούν οι τελευταίοι, γιατί όταν χαθούν δεν θα ξαναφτιαχτούν, επειδή ψηφίστηκε ένας νόμος. Ο νόμος πρέπει να γίνει για να μην χαθούν. Άλλωστε, ο Μιτεράν και ο Λανγκ που ψήφισαν τον πρώτο νόμο, το έκαναν ακριβώς για να υπερασπιστούν αυτήν την παράδοση, αυτήν την παρουσία βιβλιοπωλείων-δικτύων πολιτισμού που κρατάνε κοινότητες δημιουργικών ανθρώπων, συγγραφέων. Γιατί κανείς δεν ήταν Καβάφης πριν να γίνει. Κανείς δεν ήταν Ελύτης πριν να γίνει. Δεν πρέπει, δηλαδή, να υπάρξουν οι επόμενοι; Δεν υπάρχει κανένας που το καταλαβαίνει; Πρέπει να κάνουν κάτι σήμερα, όχι αύριο. Το βιβλίο εξαιρέθηκε από τους νόμους του ανταγωνισμού. Είπαν – με πρωτοβουλία των Μιτεράν και Κολ βγήκε μία απόφαση από την Ευρωπαϊκή σύνοδο κορυφής – ότι το βιβλίο περιέχει την ψυχή της Ευρώπης, τον πολιτισμό της Ευρώπης, την ιστορία της Ευρώπης και άρα πρέπει να είναι πάνω απ’ τους νόμους του ανταγωνισμού, δεν είναι διαπραγματεύσιμα όλα αυτά. Πρέπει κάποιοι να το ακούσουν και να αναλάβουν τη δική τους ευθύνη.

Έχω δώσει περισσότερες συνεντεύξεις για την ενιαία τιμή παρά για τον Ιανό, γιατί ουσιαστικά πρόκειται για μια αντιγραφή του γαλλικού νόμου που έγινε το ’98 στην Ελλάδα από τον Βαγγέλη Βενιζέλο που ήταν αντιπρόεδρος της κυβέρνησης που κατήργησε αυτόν τον νόμο. Όσους επαίνους πήρε, όταν το έκανε, άλλους τόσους ψόγους μάζεψε, όταν αυτός ο ίδιος ως αντιπρόεδρος της κυβέρνησης τον κατήργησε.

Αυτό που χρειάζεται η πόλη είναι μια υπέρβαση της νοοτροπίας «Λατέρνα, φτώχεια και φιλότιμο».

Δημήτρης Φαργκάνης (Lavart) – Επιστρέφουμε στον Ιανό και τη Θεσσαλονίκη. Ο Ιανός ξεκίνησε και συνεχίζει να έχει ως μάνα του την Θεσσαλονίκη.

Νίκος Καρατζάς – Και θα παραμείνει όσο εγώ είμαι ζωντανός.

Δημήτρης Φαργκάνης (Lavart) – Παρ’ όλα αυτά, τι είναι αυτό που λείπει απ’ αυτήν την πόλη σε πολιτιστικό επίπεδο; Ποιες ήταν οι δικές σας επιδιώξεις ανά τους καιρούς; Ο Ιανός, όπως και το κάθε μεγάλο project, δεν αποτελεί μόνο επιχείρηση μα και ένα όραμα.

Νίκος Καρατζάς – Σωστά. Άλλωστε, το όνειρό μου ήταν το όραμα να το μετασχηματίσω σε επιχειρηματικό project, δηλαδή, να είναι βιώσιμο. Γιατί τα οράματα που είναι ελλειμματικά και χρειάζονται επιδότηση καταρρέουν. Αλλά όταν είναι ανταποδοτικά, έχουν αντοχή μέσα στον χρόνο. Γι’ αυτό είναι 33 χρόνια εδώ ο Ιανός, ενώ χάθηκαν  αυτοκρατορίες. Δράττομαι της ευκαιρίας να θυμίσω ότι το πιο ιστορικό βιβλιοπωλείο στη χώρα, το βιβλιοπωλείο της Εστίας, με 120 χρόνια διαδρομή, πτώχευσε πριν από λίγα χρόνια. Μία από τις μεγαλύτερες αλυσίδες, αυτή του Ελευθερουδάκη, με περισσότερα από 100 χρόνια, πτώχευσε πριν από μερικά χρόνια. Ο Παπασωτηρίου, επίσης, μία απ’ τις μεγάλες αλυσίδες, πτώχευσε πριν από μερικά χρόνια. Άρα, λοιπόν, τα οράματα πρέπει να καταφέρουν να συνδεθούν με την οικονομική πραγματικότητα, ώστε να έχουν ανταποδοτικότητα. Ο Ιανός χρηματοδοτεί με εκατοντάδες χιλιάδες ευρώ τις δράσεις του, αλλά πρέπει και να τις εισπράξει για να πληρώσει όλα αυτά που γίνονται. Αυτή ήταν η επιτυχία του Ιανού που τον έφερε μέχρι εδώ. Ο Ιανός ξεκίνησε και η έδρα του θα είναι πάντα η Θεσσαλονίκη. Αυτό που χρειάζεται η πόλη είναι μια υπέρβαση της νοοτροπίας «Λατέρνα, φτώχεια και φιλότιμο». Έχει πολλά και πολύ σημαντικά πράγματα στα οποία θα μπορούσε να είναι πρωτεύουσα στην Ελλάδα. Τι έκανε ο Ιανός γι’ αυτήν την υπέρβαση; Έφερε συγγραφείς απ’ όλα τα μέρη του κόσμου για να μην είναι προνόμιο της πρωτεύουσας αυτό. Και μάλιστα πολλοί συγγραφείς έρχονταν από το εξωτερικό στη Θεσσαλονίκη και ξανάφευγαν στο εξωτερικό. Ο Ammos Oz ήρθε πρώτη φορά στη Θεσσαλονίκη στον Ιανό και ξανάφυγε για να πάει στο Ισραήλ, όπου κατοικούσε. Άρα τι έδωσε ο Ιανός στους Θεσσαλονικείς; Τους έδωσε τη δυνατότητα να γνωρίσουν από κοντά μεγάλες προσωπικότητες, να συνομιλήσουν μαζί τους. Όχι απλώς να βγουν μια selfie και να την ανεβάσουν στο Facebook, αλλά να συνομιλήσουν με όλο το σύμπαν των ιδεών που κουβαλάνε. Πάρα πολλές φορές ο Ιανός έφερε όλους τους σημαντικούς συγγραφείς αυτά τα 33 χρόνια στη Θεσσαλονίκη. Και όχι μόνο συγγραφείς αλλά και μουσικούς και ζωγράφους… Ο Μίκης Θεοδωράκης επί παραδείγματι. Εδώ έγινε η τελευταία έκθεση του Χατζηκυριάκου-Γκίκα με σχέδιά του, η τελευταία έκθεση του Τσαρούχη με σχέδιά του. Δόθηκαν, λοιπόν, ευκαιρίες που δημιούργησε ο Ιανός, που τις πλήρωσε ακριβά, αλλά η ανταπόκριση επέτρεπε αυτό να είναι βιώσιμο. Γιατί ακόμη κι αν είχα κληρονομήσει μια μεγάλη περιουσία, που αυτό βεβαίως δεν συνέβη, καθώς κατάγομαι από φτωχή οικογένεια, ο Ιανός αυτά τα 33 χρόνια ξόδεψε εκατομμύρια ευρώ για να δώσει αυτήν τη δυνατότητα. Πρωταρχικά στη Θεσσαλονίκη και στις ενδοχώρες της και κατά δεύτερο λόγο στην Αθήνα για να έχει όλες αυτές τις δραστηριότητες που ήταν περισσότερες από 10.000 σ’ αυτά τα 33 χρόνια. Και πάρα πολλοί συγγραφείς, διανοούμενοι και πνευματικοί άνθρωποι αισθάνονται τον Ιανό σαν το σπίτι τους, επειδή παρουσίασαν το πρώτο τους βιβλίο και πολλοί απ’ αυτούς μετέπειτα το αριστούργημά τους.

Δημήτρης Φαργκάνης (Lavart) – Ακόμη και δύσκολοι άνθρωποι είπαν το ναι…

Νίκος Καρατζάς – Κατ’ εξοχήν δύσκολοι άνθρωποι. Δεν είναι τα πιο εύκολα παιδιά ούτε οι συγγραφείς, ούτε οι διανοούμενοι, ούτε οι μουσικοί, ούτε οι σκηνοθέτες, ούτε οι παραγωγοί. Μιλάμε πάντα για ανθρώπους με μεγάλες ιδιαιτερότητες και ευαισθησίες.

Δημήτρης Φαργκάνης (Lavart) – Υπάρχει ταβάνι για έναν εκδότη και έναν ιδιοκτήτη βιβλιοπωλείου, όπως εσείς; Ταβάνι βάσει φιλοδοξίας, κάθε είδους, ακόμη και εμπορικό.

Νίκος Καρατζάς – Θα πω ότι μετά από 33 χρόνια δεν έκανα ποτέ όλα όσα σκέφτηκα και θα μπορούσαν να γίνουν. Ήταν τόσα πολλά, ενώ ο Ιανός έγινε ουσιαστικά μια αλυσίδα πολιτισμού με πολλές εκφάνσεις. Μητρόπολη το βιβλίο και το βιβλιοπωλείο. Έκανε την αίθουσα τέχνης, τους χώρους εκδηλώσεων, τη μουσική σκηνή στην Αθήνα, το εκδοτικό πρόγραμμα, τα σεμινάρια (δημιουργικής γραφής και πέραν), το art shop, τον μουσικό Ιανό, την σειρά Ιανός Art, όπου Έλληνες καλλιτέχνες σχεδιάζουν αντικείμενα που παράγει ο Ιανός. Δεν ολοκλήρωσα ωστόσο ούτε καν αυτό που είχα στο μυαλό μου 25 χρονών όταν ξεκινούσα. Άρα δεν υπάρχει ποτέ ταβάνι. Όσο έχεις δυνάμεις και είσαι δημιουργικός άνθρωπος, μπορείς να συνεχίζεις. Σήμερα, σ’ έναν απολογισμό αυτών των 33 χρόνων, μπορώ να πω ότι είμαι βαθύτατα ικανοποιημένος κι αν πέθαινα θα έλεγα πως έζησα αυτό που ονειρεύτηκα. Και οι ευχές μου στους επόμενους να το προχωρήσουν ένα βήμα πιο μακριά.

Δημήτρης Φαργκάνης (Lavart) – Από τα βιβλιοπωλεία, λοιπόν, μέχρι την αίθουσα εκδηλώσεων και από τον εκδοτικό οίκο μέχρι το web radio και το ianos.gr. Να τολμήσω να ρωτήσω για άμεσα μελλοντικά σχέδια ή ένας σώφρων επιχειρηματίας εν μέσω γενικότερης οικονομικής αστάθειας κρατάει δυνάμεις, κάνει υπομονή και σκέφτεται δυο και τρεις φορές την επόμενη κίνηση;

Νίκος Καρατζάς – Ισχύει και το ένα και το άλλο. Ο Ιανός και έκανε οικονομία δυνάμεων μέσα στην κρίση, ώστε να μην υπάρξει ποτέ οικονομική αδυναμία και να πούμε στους συνεργάτες μας «δεν μπορούμε να σας πληρώσουμε σήμερα, αύριο» ή «δεν μπορούμε να σας δώσουμε όλα όσα σας οφείλουμε, θα σας δώσουμε έναντι». Αυτός για μένα ήταν ο μεγαλύτερος εφιάλτης μέσα στην κρίση να μη συμβεί ποτέ και δεν συνέβη ποτέ. Αλλά έκανε μέσα στην κρίση και καινούργιες κινήσεις. Το Art Shop και η σειρά Ιανός Art δημιουργήθηκαν στην αρχή της κρίσης το ένα και στο μέσον της κρίσης το άλλο. Ο μουσικός Ιανός, που είναι το δισκάδικο όχι μόνο με cd αλλά και με βινύλια, ήταν ένα έργο στην κορύφωση της κρίσης άρα και μαζεύαμε δυνάμεις κι όταν αυτές μας το επέτρεπαν κάναμε την επόμενη κίνηση. Ένα πράγμα που κάναμε στο απόγειο της κρίσης ήταν τα Ιανός Bazaar στην Αθήνα και στη Θεσσαλονίκη. Γιατί το κάναμε; Επειδή βλέπαμε να χάνεται η μεσοαστική τάξη, δηλαδή, οι άνθρωποι που με το βιβλίο και τον πολιτισμό είχαν προνομιακή σχέση, γιατί το βιβλίο δεν είναι για τους μεγαλοαστούς. Αμφιβάλλω εάν προλαβαίνουν αυτοί οι άνθρωποι με τόσες υποχρεώσεις που έχουν να φωτογραφίζονται για να κάνουν επίδειξη του πλούτου τους αν έχουν το ενδιαφέρον ή τον χρόνο να διαβάσουν. Άρα βλέποντας τους μεσοαστούς να χάνουν τη θέση τους και να φτωχαίνουν από τη μια μέρα στην άλλη, αποφασίσαμε σημαντικά βιβλία που είχαν σε απόθεμα οι εκδότες να τα αγοράζουμε ρισκάροντας πάρα πολύ και να τα προτείνουμε σε τιμές πια πολύ προσιτές (1 έως 7 ευρώ), με αρχική αξία 10, 20, 30 ή 40 ευρώ. Άρα πρέπει να κάνεις και τα δυο με μέτρο. Σε ό, τι κάναμε ανταποκρίθηκε ο κόσμος, δηλαδή, ο Ιανός έχει πουλήσει περισσότερα από 2 εκατομμύρια τόμους από βιβλία στα bazaar και μερικές εκατοντάδες χιλιάδες σημαντικούς δίσκους, καθώς όταν πήραμε το απόθεμα της Lyra, η Lyra είχε όλο το ελληνικό τραγούδι. Μπορούσες να πάρεις έναν δίσκο του Σαββόπουλου, του Θεοδωράκη, του Χατζηδάκι και όλων των σημαντικών τροβαδούρων, συνθετών, του Μικρούτσικου για παράδειγμα, σε τιμές που δεν ήταν πια εμπόδιο (3-5 ευρώ). Άρα απαντώ ότι κάναμε και κινήσεις που έχουν ανάπτυξη, αλλά που είχαν μια μικρή ή μεγάλη ανταποδοτικότητα εκείνη τη στιγμή και μαζεύαμε δυνάμεις ώστε να ανταποκριθούμε στις ευθύνες μας συνολικά, καθώς χρειάστηκε να στηρίξουμε και εκδοτικά μαγαζιά με μεγάλη ιστορία, τα οποία βρέθηκαν σε αδυναμία και εκείνη τη στιγμή θα ‘πρεπε ο Ιανός να έχει ρευστότητα για να βοηθήσει πριν τους ακυρώσουν οι τράπεζες ή μια επίσχεση εργασίας ή η αδυναμία αγοράς χαρτιού. Διότι το χαρτί πια πρέπει πρώτα να το πληρώσεις και μετά να το πάρεις για να τυπώσεις τα καινούργια βιβλία. Ο ρόλος μας είναι μεγάλος και η συμβολή μας επίσης, οι ευτυχισμένοι δεν φαίνονται όμως πάντα σε πρώτο πλάνο, διότι ένας τέτοιος οργανισμός με τέτοια οικονομικά δεδομένα πρέπει να στηρίξει την αγορά εκείνη τη στιγμή για να μπορεί η αγορά να μην καταρρεύσει, καθώς αν η μια κατάρρευση έφερνε την άλλη, αλυσιδωτά θα είχε πτωχεύσει το βιβλίο.

«Νομίσαμε ότι η ευκολία θα κάνει καλύτερη την παιδεία μας, αλλά χάσαμε την σχέση μας – όχι με τον Πλάτωνα και τον Αριστοτέλη που δυστυχώς την χάσαμε και αναρωτιέμαι πόσοι Έλληνες ανατρέχουν στα κείμενά τους έστω από τη μετάφραση – αλλά με τον Σολωμό και τον Παπαδιαμάντη. Αυτό το θεωρώ εγκληματική πράξη, όπως λέει και ένας συγγραφέας, του οποίου επίσης έχω την τιμή να είμαι ο εκδότης του, ο Χρήστος Γιανναράς.»

Δημήτρης Φαργκάνης (Lavart) – Μου μιλήσατε για τα πολλά projects του Ιανού. Παρ’ όλα αυτά, υπάρχει κάτι που διαθέτει ο Ιανός και δεν το γνωρίζει η μεγάλη πλειοψηφία του κόσμου;

Νίκος Καρατζάς – Αρκετά πράγματα. Νομίζω ότι πολύς κόσμος δεν γνωρίζει τα σεμινάρια του Ιανού και τα εργαστήρια του βιβλίου. Η Ρέα Γαλανάκη στην Αθήνα κάνει μαθήματα δημιουργικής γραφής για το μυθιστόρημα με 15 περίπου μαθητές κάθε εξάμηνο και η Σοφία Νικολαΐδου αντίστοιχα στη Θεσσαλονίκη. Νομίζω ότι αν αυτά τα γνώριζε ο κόσμος, θα είχαμε πολλαπλάσια συμμετοχή. Είναι αλήθεια ότι δεν μπορεί ο Ιανός να επικοινωνήσει όλα όσα κάνει πολύ αποτελεσματικά, γιατί θα ‘πρεπε να ‘χει ένα πολυάνθρωπο team στην επικοινωνία, όμως δεν μπορεί να πληρώσει ένα τέτοιο κόστος. Άρα, λοιπόν, επικοινωνιακά, φαινόμαστε πολύ επιτυχημένοι, αλλά ξέρω πόσο λίγη επιτυχία και πόσο μεγάλη δυσκολία έχουμε για να επικοινωνήσουμε ζωτικές πληροφορίες για τον κόσμο. Είναι μεγάλη προίκα να θέλεις να αφηγηθείς μια ιστορία της οικογένειάς σου και να ‘χεις μάθει από διακεκριμένους ανθρώπους πώς να δομήσεις αυτήν την ιστορία, πώς να την στήσεις, να την οικονομήσεις, να την αφηγηθείς. Δεν είναι το μόνο παράδειγμα. Είναι και η κρίση του Τύπου και των ΜΜΕ που μας φέρνει σε δυσκολία. Σήμερα μπορεί να δημοσιευτεί στην ατζέντα μιας εφημερίδας ότι την Τετάρτη θα έχουμε έναν πολύ σπουδαίο συγγραφέα από το εξωτερικό. Αλλά πια οι εφημερίδες διαβάζονται από 1.000 και 15.000 ανθρώπους και όχι από 50 ή 100.000, όπως στο παρελθόν.

Δημήτρης Φαργκάνης (Lavart) – Αναγνωρίζετε, δηλαδή, ότι το κοινό έχει μετατοπιστεί στο διαδίκτυο.

Νίκος Καρατζάς – Υπάρχει μια πολυδιάσπαση κι εμείς δεν καταφέρνουμε να είμαστε σε εκατό σημεία ταυτοχρόνως με την πληροφορία μας, ώστε να το επιτύχουμε. Γιατί θα πρέπει να έχουμε και μεγαλύτερα διαφημιστικά budget και μεγαλύτερα γραφεία επικοινωνίας για να το πετύχουμε αυτό.

Δημήτρης Φαργκάνης (Lavart) – Θέλω να μου πείτε 3 αγαπημένα βιβλία Ελλήνων συγγραφέων.

Νίκος Καρατζάς – Είναι πιο εύκολο για μένα να μιλήσω για συγγραφείς παρά για βιβλία, επειδή εγώ αγάπησα πάρα πολύ την ποίηση και οι ποιητές διαμόρφωσαν σε μεγάλο βαθμό τον ψυχισμό μου. Βεβαίως έχω διαβάσει πάρα πολύ πεζογραφία και είμαι πολύ περήφανος για μερικά πράγματα. Είμαι ο εκδότης του πρώτου βιβλίου που έβγαλε ο Γιώργος Σκαμπαρδώνης. Εγώ τον σύστησα τον Γιώργο στη λογοτεχνία και την αγορά του βιβλίου. Είναι επιστήθιος φίλος μου και είμαι πολύ περήφανος γι’ αυτό και τα βιβλία του πολύ σπουδαία και τα προτείνω. Ήταν πολύ σημαντικό για τη ζωή μου που γνώρισα, όντας 18 ετών και υπάλληλος στο βιβλιοπωλείο Ραγιά, τον ποιητή Ντίνο Χριστιανόπουλο. Εδώ και 20 χρόνια είμαι ο εκδότης των βιβλίων του. Είμαι πολύ περήφανος και ήταν πολύ σημαντικό για μένα αυτό. Δεν υπήρξα ποτέ εκδότης του Ελύτη, του Καβάφη, του Σεφέρη, αλλά υπήρξαν πάρα πολλοί σημαντικοί στη ζωή μου και στη διαμόρφωση και τη συγκρότηση της προσωπικότητάς μου. Δεν μπορώ ωστόσο να μην αναφερθώ στον Παπαδιαμάντη, στον Ντοστογιέφσκι. Υπήρξαν για μένα πρώτη ύλη, καταλυτικοί μέσα μου. Τι να αναφέρω από τον Παπαδιαμάντη; Αν πω την Φόνισσα, αδικώ και το συναίσθημα που κουβαλώ. Βεβαίως, πολλές φορές οι αναγνώστες θέλουν μια πρόταση για να πάρουν ένα βιβλίο στα χέρια. Εγώ θα δείξω τους συγγραφείς. Δεν υπάρχει κακό βιβλίο αυτών των συγγραφέων. Ό, τι και να πάρουν, θα επιτύχουν. Εκτός απ’ το ότι στα βιβλιοπωλεία υπάρχουν πολύ καλοί βιβλιοπώλες για να τους βοηθήσουν να βρουν τον δρόμο τους και μια σειρά στις αναγνώσεις. Είναι τόσοι πολλοί οι σημαντικοί συγγραφείς, που όταν με ρώτησαν κάποτε ποιο βιβλίο θα έπαιρνα για να διασώσω, δεν μπόρεσα να απαντήσω. Δεν υπάρχει ένα βιβλίο που μπορείς να διασώσεις, είναι μια βιβλιοθήκη μέσα σου που θα ‘θελες να διασώσεις. Δεν είναι όλα τα βιβλία που διάβασες, όχι. Υπάρχουν βιβλία που ήταν καταλυτικά και άλλα που σήμερα δεν θυμάσαι καν την ιστορία τους.

Δημήτρης Φαργκάνης (Lavart) – Δεν έχει σημασία. Όλο και κάτι έχει μείνει…

Νίκος Καρατζάς – Κάτι μένει απ’ όλα αυτά μέσα μας. Όταν διάβασα στην εφηβεία μου τον Καζαντζάκη, έπαθα έρωτα για τον Καζαντζάκη, όπως και για τον Παπαδιαμάντη, τον Βιζυηνό. Σήμερα χρειάζονται μετάφραση οι νεότεροι για να τους διαβάσουν. Δυστυχώς, φτιάξαμε σχολεία τα οποία αποξένωσαν όλη τη μεγάλη ποιητική παράδοση από τους νέους. Νομίσαμε ότι η ευκολία θα κάνει καλύτερη την παιδεία μας, αλλά χάσαμε την σχέση μας – όχι με τον Πλάτωνα και τον Αριστοτέλη μόνο, που δυστυχώς την χάσαμε και αναρωτιέμαι πόσοι Έλληνες ανατρέχουν στα κείμενά τους έστω από τη μετάφραση – αλλά με τον Σολωμό και τον Παπαδιαμάντη. Αυτό το θεωρώ εγκληματική πράξη, όπως λέει και ένας συγγραφέας, του οποίου επίσης έχω την τιμή να είμαι ο εκδότης του, ο Χρήστος Γιανναράς.

«Υπάρχουν συμμορίες στην Αθήνα που θεωρούν πως κατέχουν την απόλυτη αλήθεια και οποιοσδήποτε τολμά να ψελλίσει οτιδήποτε θέλουν να του στερήσουν το δικαίωμα. Μας επισκέφθηκαν και με γκλομπ και με αλυσίδες και με βαριοπούλες.»

Δημήτρης Φαργκάνης (Lavart) – Ιανός «Ι»: ισορροπία ως ελπίδα;

Νίκος Καρατζάς – Ο Ιανός είναι το κατ’ εξοχήν σύμβολο της ισορροπίας. Όπως ξέρετε, είχε δύο πρόσωπα. Όχι δύο κεφάλια, δύο πρόσωπα. Το ένα έβλεπε στο παρελθόν και το άλλο στο μέλλον. Η παράδοση και η νεωτερικότητα. Το παλιό και το καινούργιο. Ήταν ο θεός της κάθε αρχής, εξ ου και ο Ιανουάριος. Ήταν, λοιπόν, το σύμβολο μιας ισορροπίας που σέβεται την παράδοση, την κατέχει, την έχει χωνέψει, αλλά ψάχνει διαρκώς αυτήν την παράδοση να την μεταπλάσει σε νέους δρόμους, νέες δυνατότητες, νέες ευκαιρίες, νέους τρόπους, νέα αισθητική. Που σημαίνει ότι χωρίς ισορροπία ούτε ο Ιανός θα έκανε τη διαδρομή 33 χρόνια ανάμεσα στην εταιρική διάσταση και το κόστος όλων αυτών, στην πολιτιστική διάσταση και στο να οραματιστεί τι απ’ όλα αυτά που συμβαίνουν γύρω μας αξίζει να προβάλλει και να προτείνει.

Δημήτρης Φαργκάνης (Lavart) – «Α»: αμφισβήτηση ως δρόμος;

Νίκος Καρατζάς – Ναι, η αμφισβήτηση είναι δρόμος. Από την αμφιβολία παράγουμε ερωτήματα και στα ερωτήματα αναζητούμε απαντήσεις. Αν θεωρήσουμε ότι έχουμε οριστικές απαντήσεις για όλα, τότε είμαστε λίγο πριν ή κυριολεκτικά στο τέλος. Οι βεβαιότητες δεν οδηγούν πουθενά. Οι ερωτήσεις και οι αμφιβολίες μπορούν να οδηγήσουν οπουδήποτε.

Δημήτρης Φαργκάνης (Lavart) – «Ν»: νίκη όπως μονόδρομος;

Νίκος Καρατζάς – Θα σας πω ένα αστείο. Όταν πριν από 12 χρόνια κατέβηκα στην Αθήνα, ζούσα στη Λεωφόρο Νίκης, στην παλιά παραλία της Θεσσαλονίκης. Υπήρχε ένας τόπος στην Αθήνα που τον αγαπούσα και τον αγαπώ ιδιαίτερα: η Πλάκα. Γιατί βρίσκεται γύρω απ’ αυτόν τον βράχο που θεωρώ ότι συμβολίζει ό, τι περιέχει η Ελλάδα ως κατορθώματα αλλά και ως ήττες. Έτσι, έψαχνα ένα σπίτι στην Πλάκα, ένα μικρό, ωραίο, νόστιμο σπίτι. Η Πλάκα είναι σαν ένα χωριό μέσα στο κέντρο της Αθήνας και βρήκα ένα σπίτι, οπότε άρχισα να μπερδεύω μάλιστα και τους αριθμούς με την Λεωφόρο Νίκης στη Θεσσαλονίκη. Η νίκη, λοιπόν, είναι ένα πράγμα που δείχνει ότι οι απαντήσεις που βρίσκουμε έχουν αντοχή μέσα στον χρόνο, δεν συντρίβονται την άλλη μέρα, δεν χάνονται, δεν είναι ψευδαισθήσεις, δεν είναι έμμονες ιδέες. Είναι ένας συγκερασμός ιδεών και σχέσεων που ισορροπούν και συναντούν τον κόσμο. Όμως, τον κόσμο αυτόν που στοχεύεις: τον δημιουργικό κόσμο. Ο Ιανός δεν υπηρέτησε ποτέ τον λαϊκισμό. Ακόμα κι όταν ο λαϊκισμός κυριαρχούσε και πολλές φορές μας πετροβολούσε, έσπαγε τις βιτρίνες μας ή προσπαθούσε ν’ ακυρώσει εκδηλώσεις, εμείς σταθήκαμε όρθιοι, δίνοντας έναν αγώνα που θεωρώ ότι αυτοί που μας πετροβόλησαν χάθηκαν, ενώ εμείς είμαστε ακόμα εδώ εκπέμποντας ένα φως προς αυτούς που πάντα στέλναμε σήματα.

Δημήτρης Φαργκάνης (Lavart) – Πετροβολισμοί;

Νίκος Καρατζάς – Παρουσιάζοντας το «Μ εις την Ν» του Μίμη Ανδρουλάκη το 1999, ήρθαν απ’ έξω εκείνα τα χρυσαυγίτικα τμήματα, που και εκείνη την εποχή ήταν ισχυρά, αλλά δεν είχαν πολιτική εκπροσώπηση στο κοινοβούλιο, και πολλές γριές με τσεμπέρια από τα κατηχητικά, λέγοντας ότι αυτό είναι μια προσβολή στον Ιησού, που ήταν ακριβώς το αντίστροφο. Μ’ έναν προκλητικό τρόπο, παιγνιώδη και εύκολα παρεξηγήσιμο, ο Ανδρουλάκης έδειχνε μεγάλο σεβασμό στον Ιησού, ενώ υπήρξε δια υπαινιγμών σχεδόν προσβλητικός και για Έλληνες φιλοσόφους και για τον ίδιο τον Μαρξ, που υπηρέτησε πολλά χρόνια από θέσεις του ΚΚΕ μάλιστα. Αλλά τότε τι αβγά, ντομάτες και πέτρες έφαγαν οι βιτρίνες του Ιανού με 500 ανθρώπους μέσα και 100 έξω να μας πετροβολούν, δεν λέγεται! Δεν υπήρχαν πλειοψηφίες, απλώς ήταν δυναμικά και φανατικά κομμάτια και τότε κάηκε κι ένα βιβλίο που έπαιξε στις τηλεοράσεις πολλές φορές. Γιατί το να καίγονται βιβλία είναι μια ανατριχιαστική εικόνα. Στην Αθήνα, επειδή είμαστε στον δρόμο των διαδηλώσεων, αυτόν που ενώνει την Ομόνοια με το Σύνταγμα, μας άλλοτε επειδή ήταν πολύ αριστερά αυτά που κάναμε άλλοτε πολύ δεξιά. Υπάρχουν συμμορίες στην Αθήνα που θεωρούν πως κατέχουν την απόλυτη αλήθεια και οποιοσδήποτε τολμά να ψελλίσει οτιδήποτε θέλουν να του στερήσουν το δικαίωμα. Μας επισκέφθηκαν και με γκλομπ και με αλυσίδες και με βαριοπούλες.

«Όποιος θέλει να βελτιώνει τον εαυτό του σ’ όλους τους ρόλους της ζωής, θα πρέπει να ξυπνάει και να κοιμάται μ’ ένα βιβλίο ή τα διαλείμματά του να έχουν ένα βιβλίο. Αυτή η σχέση όταν δεν τροφοδοτείται από το βιβλίο που έχει βάθος, που έχει την σκέψη των αιώνων και τροφοδοτείται από μία ιντερνετική προχειρότητα ή έναν τηλεοπτικό κανιβαλισμό, τότε είμαστε τελειωμένοι.»

Δημήτρης Φαργκάνης (Lavart) – «Ο»: οικογένεια ως ουσιαστικό στήριγμα; Πώς το αντιλαμβάνεστε;

Νίκος Καρατζάς – Η οικογένεια ανήκει στις αγάπες μας. Είναι άνθρωποι που αγαπήσαμε και θα μας δένουν αιώνιοι δεσμοί αίματος. Άρα, λοιπόν, τα παιδιά μας μας δίνουν δύναμη για να συνεχίσουμε και να ανανεώσουμε τον ίδιο μας τον εαυτό και αυτό που κάνουμε. Ο γιος μου υπήρξε πολύ ισχυρό κίνητρο. Μπορώ να πω ότι ικανοποίησα τις φιλοδοξίες μου, έζησα τα όνειρά μου και θα μπορούσα να παραδώσω τον Ιανό – αν δεν ερχόταν αυτή η κρίση τόσο σφοδρή και παρατεταμένη – γιατί έχω κι άλλες εκκρεμότητες στη ζωή μου. Ταξίδια που δεν έκανα, πράγματα που θα ‘θελα να κάνω και δεν είχα ποτέ τον χρόνο, καθώς ο Ιανός ήταν αποκλειστικής απασχόλησης, νυχθημερόν. Θέλω να υπερασπιστώ τον Ιανό σαν παιδί μου και να φτιάξω ένα μέλλον γι’ αυτόν και για όλους όσους ταξιδεύουν με το όχημα του Ιανού, γιατί ο Ιανός δεν είμαι μόνο εγώ. Εγώ είμαι ο δημιουργός, αλλά δεν είμαι μόνο εγώ. Εκατοντάδες άνθρωποι δούλεψαν, είτε επειδή συγκυριακά αγάπησαν τον Ιανό, είτε επειδή κάποια στιγμή μπήκαν στη μισθοδοσία και έκαναν κουπί λίγο ή πολύ για να φτάσουμε ως εδώ. Υπάρχουν πάρα πολλοί μικροί Ιανοί που τους χαιρετάω από εδώ που είμαι σήμερα μετά από 33 χρόνια, τους σφίγγω το χέρι και εύχομαι κάπως και κάποτε να συναντηθούμε.

Δημήτρης Φαργκάνης (Lavart) – «Σ»: Σεβασμός. Τι είναι στην ουσία ο σεβασμός προς το βιβλίο;

Νίκος Καρατζάς – Είναι μια ουσιαστική σχέση, μία συνομιλία διαρκής, ακατάπαυστη. Το βιβλίο δεν είναι μόνο ψυχαγωγία που περιέχει την αγωγή. Είναι και μια διαρκής αναζήτηση απαντήσεων επί παντός επιστητού. Στη ζωή μας έχουμε διάφορους ρόλους, είτε ως γονείς με τα παιδιά μας, είτε ως εργαζόμενοι με τις δουλειές και τις σχέσεις μας, είτε ως οντότητες που στην υπαρξιακή τους διάσταση προσπαθούν να βρουν απαντήσεις για τον Θεό, για τον διάβολο, για την αλήθεια, για το ψέμα. Άρα το βιβλίο είναι ένα τρόπος, μία διαρκής συνομιλία που συνεχώς με μεγαλύτερη εσωτερική επάρκεια, μεγαλύτερη συγκρότηση βρίσκουμε καινούργιες απαντήσεις. Έρχεται ο χρόνος, φθείρει τις απαντήσεις, έχουμε βρει περισσότερα εφόδια, καλύτερες απαντήσεις. Είναι μία διαρκής αυτοβελτίωση. Όποιος θέλει να βελτιώνει τον εαυτό του σ’ όλους τους ρόλους της ζωής, θα πρέπει να ξυπνάει και να κοιμάται μ’ ένα βιβλίο ή τα διαλείμματά του να έχουν ένα βιβλίο. Αυτή η σχέση όταν δεν τροφοδοτείται από το βιβλίο που έχει βάθος, που έχει την σκέψη των αιώνων και τροφοδοτείται από μία ιντερνετική προχειρότητα ή έναν τηλεοπτικό κανιβαλισμό, τότε είμαστε τελειωμένοι. Είμαστε καταναλωτές που χειραγωγούνται για να καταναλώσουν τις μπράντες που κατασκεύασε η εποχή μας ή το σταριλίκι που έφτιαξε με ευτελή ή καλύτερα υλικά. Άρα χωρίς το βιβλίο δεν δύναται ο άνθρωπος να βελτιώνει τον εαυτό του. Είναι εργαλείο ζωής.

Δημήτρης Φαργκάνης (Lavart) – Χάρηκα πάρα πολύ, το εννοώ.

Νίκος Καρατζάς – Κι εγώ χάρηκα, γιατί είδα έναν άνθρωπο που ετοιμάστηκε, που ξέρει αρκετά πράγματα και άρα οι ερωτήσεις ήταν απολύτως εύστοχες. Μια συνέντευξη για να επιτύχει δεν αρκεί να έχεις να πεις κάτι, αλλά ο άνθρωπος που συνομιλείς να ξέρει τι ψάχνει, τι περιεχόμενο μπορεί να έχει μια συνομιλία, ώστε να την οδηγήσει με τρόπο δημιουργικό. Σ’ ευχαριστώ.

Συνέντευξη: Δημήτρης Φαργκάνης (Lavart)

Φωτογραφίες: Αλεξάνδρα Ρίμπα (Lavart)

Επιμέλεια: Μιράντα Παπαποστόλου (Lavart)

Κοινοποίηση:

Σχόλια

No more articles
Ο Μάρκος Βαμβακάρης σε 1368 σελίδες

Close