Σελιδοδείκτης: Σέρρα, η ψυχή του πόντου, του Γιάννη Καλπούζου

Αλλιώς διηγείσαι  για τον δικό σου τόπο και αλλιώς για τον ξένο. Στον πρώτο κολλάς εδώ, εκεί, παραπέρα, πας δρασκελιά τη δρασκελιά. Στον ξένο τρέχεις, προσπερνάς, στέκεσαι όπου τον χάραξε η πατημασιά σου ή σε μάτωσε κείνος.  Όπως αλλιώς ξεδιπλώνεται η γλώσσα και βουτά στη χαρά ή στον πόνο ή στην οργή. Την μπολιάζουν και την ωθούν να ομιλήσει με τη χροιά τους.
 
«Τον τόπο σου…» αποκρίθηκε «είτε τον αφήνεις πίσω και θρηνολογείς, είτε τον κουβαλάς μέσα σου και πασχίζεις να τον υψώνεις με τα έργα σου,  είτε, εάν δύνασαι, επιστρέφεις σ’ αυτόν».
«Μα δε γνωρίζεις παρά ελάχιστους, πως…».
«Παντού βρίσκει κανείς ανθρώπους», με διέκοψε. «Εκεί έχει και κάτι που δεν υπάρχει πουθενά αλλού ατόφιο¨  την ψυχή του Πόντου».
«Δε θα μπορείς ούτε καν να εκκλησιάζεσαι».
«Θα στέκομαι στα προαύλια των παλιών εκκλησιών που τις έκαμαν τζαμιά και θα προσεύχομαι. Να διαβαίνει μέσα απ’ τους τοίχους η προσευχή μου και να υψώνεται ως τους τρούλους, να μη μένουν ολότελα αλειτούργητες».
«Και δε θ’ ανησυχείς μη συμβεί οτιδήποτε; Όπως εδώ στην Πόλη το 1955;
« Δεν πρόκειται να με πειράξουν. Οι Τούρκοι τους πολλούς φοβούνται κι όχι τον έναν. Θέλω να γλέπω τον τόπον που εγεννέθεν».

Φωτογραφίες: Δανάη Πίρτση (Lavart)

Εκδόσεις: Ψυχογιός

Κοινοποίηση: