Σελιδοδείκτης: Κάποτε στη Σαλονίκη, της Μεταξίας Κράλλη

Μετά σηκώθηκαν κι άρχισαν ξανά να περπατάνε. Ανηφόρισαν ψηλά, προς τα κάστρα. Κι εκεί τα σπιτάκια έμεναν κλειστά.
Βρήκαν ένα χάλασμα στο τείχος και κάθισαν. Κάπου ακουγόταν μια κουκουβάγια κι από τον τρόπο που το νερό φεγγίζει
διαφορετικά στο σκοτάδι καταλάβαιναν ότι στα πόδια τους απλωνόταν όλη η πόλη, μέχρι τη θάλασσα.
Τόλμησε ο Αλμπέρτο και της έπιασε αυτός το χέρι. Του το άφησε.
“Νυστάζεις”; τη ρώτησε χαμηλώνοντας τη φωνή του.
“όχι”. Τα νεύρα της ήταν όλα τεντωμένα. Τρεις μέρες θα μπορούσε να περάσει άγρυπνη, καθισμένη σ’αυτό το χάλασμα.
Μείνανε έτσι, με τα χέρια τους ενωμένα. Φοβόνταν τώρα να μιλήσουν. Μήπως οι κουβέντες τους είναι παραπανίσιες,
μήπως χαλάσουν κάτι που δεν ήξεραν καν τι ήταν.
Κάποια στιγμή άρχισε να χαράζει. Διέκριναν μπορστά τους τα πρώτα σπίτια, στο βάθος το λιμάνι.

Φωτογραφίες: Δανάη Πίρτση (Lavart)

Εκδόσεις: Ψυχογιός

Κοινοποίηση: