Πως είναι η ψυχή αυτού του ποιητή που χαϊδεύει με τα δάχτυλα τις λέξεις και σπέρνει ευαισθησία κι αγάπη για την ποίηση; Ο ποιητής με τη λεπτεπίλεπτη αίσθηση των πραγμάτων και τις αράδες συναισθηματικών κρεσέντο έχει πράγματι και μια ψυχή που σαγηνεύει; Κι αν ναι, τότε «ποιο το άνθος και ποιο το καρποφόρο δέντρο»;

Ο ποιητής της επανάστασης

Ενάντια του μαίνονται διώξεις, φυλακίσεις, εξορίες, ταπεινώσεις. Άσκοπα. Μια ψυχή που από τη φύση της παραμένει πάντα χαμηλοβλεπούσα και μάχεται για κοινωνική αλλαγή, δε μπορεί να ταπεινωθεί.

«Φτύστε με / χτυπήστε με / ποδοπατήστε με /εγώ / κάθε βράδι σας εκδικούμαι /καθώς /γυρίζοντας αργά σπίτι μου /πιωμένος / ταπεινωμένος /πλαγιάζω αγκαλιά / μ’ ένα αηδόνι.»

Μέσα του μαίνεται μόνο ο αγώνας για κοινωνική αλλαγή. Δε μίσησε ούτε τους εχθρούς του. Γίνεται ένα ποιητικό υποκείμενο που εκδικείται με αηδόνια και βραδινούς ορίζοντες, με «χωρατά των σπουργιτιών, σγουρά γέλια θάμνων και παπαρούνες σα γλυκά κόκκινα στόματα…»

Αντιπαρατάσσει λυτρωτικές ανάσες ποίησης και μια πένα που αντί για λόγια οργής, ξετυλίγει ένα ολόκληρο πλέγμα συναισθηματικών αποχρώσεων. Μιλά άλλη γλώσσα από αυτήν που ενοχλητικά βουίζει γύρω του κι αντί να πνίγεται στην οργή, πνίγει σύμφωνα, στριμώχνει στη γωνία φωνήεντα, σχήματα λόγου … Οπαδός της δικαίωσης, οδηγείται σε μια μορφή λόγου «προφητικού» αλλά με μέτρο χαμηλών τόνων, ταπεινό…

«Kι όταν πεθάνω και δε θα μαι ούτε λίγη σκόνη πια μέσα στους δρόμους σας, τα βιβλία μου, στέρεα και απλά, θα βρίσκουν πάντοτε μια θέση πάνω στα ξύλινα τραπέζια, ανάμεσα στο ψωμί και τα εργαλεία του λαού».

Η ιστορία του τραγουδιού «Δραπετσώνα»

(από συνέντευξη του Μίκη Θεοδωράκη για το τραγούδι Δραπετσώνα σε συνέντευξη του προς τον νεαρό τότε δημοσιογράφο Γιώργο Δουατζή, φίλο του ποιητή)

[…. όταν στην πρώτη οκταετία του Καραμανλή αποφασίστηκε να γκρεμιστούν τα προσφυγικά σπίτια στη Δραπετσώνα, η άμεση αντίδραση ήταν συγκέντρωση διαμαρτυρίας των κατοίκων σε συναυλία. Ο Θεοδωράκης είχε φανταστεί τον ρυθμό ενός τραγουδιού στο μυαλό του. Τηλεφώνησε λοιπόν στο Λειβαδίτη και του έδωσε τηλεφωνικά το ρυθμό του τραγουδιού..τατά τατατά τά…Το επόμενο κι όλας πρωί, το νέο τραγούδι ήταν έτοιμο εν μία νυκτί και τραγουδήθηκε η Δραπετσώνα στη συναυλία από τον Μπιθικώτση. Κι έμεινε ως ένα από τα ομορφότερα λαϊκά τραγούδια …]

Ο Τάσος Λειβαδίτης δε μίλησε ποτέ σε μέσο ενημέρωσης. Αντιστεκόταν πάντα με την ίδια απόκριση: «Ο δημιουργός μιλάει μόνο με το έργο του»

Αντίθετα, ήταν γνωστός για την αγάπη του και την προθυμία του να διδάξει και να βοηθήσει όποιον του το ζητούσε. «Είναι πολύ τιμητικό να απευθύνονται νέοι άνθρωποι σε εμένα. Είναι δικαιολογία ύπαρξης»

Ο ποιητής της ουτοπίας κι ένα ολόκληρο σύστημα αξιών

Από τους ελάχιστους ποιητές που ταύτισαν το έργο με τη ζωή τους. Οι αξίες της ποίησης κι οι προσωπικές του αξίες για αυτόν υπήρξαν δρόμοι παράλληλοι, διπλανοί. Κοινό σημείο τροφοδοσίας των δυο δρόμων, η αγάπη του για τον άνθρωπο όπως αυτή ξεχύνεται πίσω απο μια τρυφερή ενθάρρυνση που στάζουν τα λόγια του. Ενθάρρυνση αξιών. Αξίες που υπηρέτησε στην ποίηση αλλά και στη ζωή.

«Κι όταν δεν πεθαίνει ο ένας για τον άλλον, είμαστε κι όλας νεκροί»

“Μα εσύ πρέπει να τ΄αποχαιρετήσεις όλ΄αυτά και να ξεκινήσεις γιατί εσύ είσαι υπεύθυνος για όλες τις φυσαρμόνικες του κόσμου, για όλα τ΄άστρα, για όλες τις λάμπες και για όλα τα όνειρα αν θέλεις να λέγεσαι άνθρωπος”

Μια προσωπική στάση προσφοράς προς τους άλλους & η ποιητική του ανθρωπιά

«σε περίοδο μεγάλης ανέχειας, περπατούσε προς το σπίτι του μια μέρα κι έπειτα άλλαξε ξαφνικά πεζοδρόμιο, περνώντας απέναντι. Στην ερώτηση γιατί λοξοδρόμησε, είπε: Mου χρωστάει ο χασάπης εκατό δραχμές και δε θέλω να νομίσει ότι πέρασα για να του το θυμίσω..»

«δεν ήταν λίγες οι φορές που έδινε το μεροκάματο του – ακόμα και σε περιόδους μεγάλης ένδειας -στον τυφλό ζητιάνο της γωνίας ή σε όποιον είχε μεγαλύτερη ανάγκη από αυτόν»
(από αναφορές του νεαρού φίλου του Γιώργου Δουατζή)

Κάποτε, ο κομψός ποιητής με το κασκέτο και την επίγνωση της φθοράς και του αναπόφευκτου, ραγίζει μέσα του. Σχήματα λόγου γεμάτα υγρασία, σκότος, παγωνιά, φόβος, αγωνία και οδυνηρές δόσεις ματαιότητας εκτοξεύονται με ανεπανάληπτη ανθρωπιά κι ευαισθησία…

«Δεν είναι που έχασες τα πιο ωραία σου όνειρα. Δεν είναι που φύγανε τα πιο ακριβά σου χρόνια»….. «Έτσι κάθε μέρα ξυπνάς με την πικρή αόριστη απόφαση: αν έπεφτα απ’ το παράθυρο; Και κάθε βράδι κοιμάσαι μ’ έναν θησαυρό: αυτήν την πολυσήμαντη αυριανή σου μέρα»

«που είναι λοιπόν ένα χαμόγελο να μας επιβεβαιώσει πως υπάρχουμε»;

Ο ποιητής της λύπης του έρωτα

«…και σμίγουν και χωρίζουν οι άνθρωποι
και δεν παίρνει τίποτα ο ένας απ’ τον άλλον.

Γιατί ο έρωτας είναι ο πιο δύσκολος δρόμος να γνωριστούν.

Γιατί οι άνθρωποι, σύντροφε, ζουν απο τη στιγμή
που βρίσκουν μια θέση
στη ζωή των άλλων…»

Ο ποιητής της λύπης του έρωτα, αμφιβάλλει και υποχωρεί μπροστά σε αυτόν. Μπροστά στη λύπη του έρωτα οπισθοχωρεί και κατεβαίνει στα χαμηλά σκαλοπάτια και στο υπόγειο ψύχος της ματαιότητας.

“Αν βρουν έναν άνθρωπο νεκρό / έξω απ’ την πόρτα σου /

εσύ θα ξέρεις / πως πέθανε σφαγμένος / απ’ τα μαχαίρια του φιλιού /

που ονειρευότανε για σένα. / Ποδοπάτησε με / να έχω τουλάχιστον την ευτυχία / να μ’αγγίζεις…”

Το τέλος

Ο Τάσος Λειβαδίτης με λόγια που συμφιλιώνουν τη ζωή με το θάνατο, το σκοτάδι με το φως, για ένα καλύτερο αύριο, κάνει την ποίηση καταφύγιο και σωτηρία του. Για να συνοψίσει ο ίδιος όλη του τη ζωή στο κύκνειο άσμα του, διατηρώντας ως το τέλος αυτό το «I am, what I am» του μοναχικού, ονειροπόλου αγωνιστή που συντηρείται με την ψευδαίσθηση ενός καλύτερου κόσμου.

«αλλά τι σημασία έχουν τα ονόματα αφού είμαστε όλοι

ξένοι
και το σκοτάδι γιατί έρχεται καθώς νυχτώνει
αν όχι για να κρύψει κάποιο μεγάλο μυστικό;

Ω απέραντη νοσταλγία για κάτι που πότε δεν ζήσαμε
κι όμως αυτό υπήρξε όλη η ζωή μας…»

…………………………………

ΑΝΤΙΟ

Κάποτε μια νύχτα θ’ ανοίξω τα μεγάλα κλειδιά των τρένων για να περάσουν οι παλιές μέρες
οι κλειδούχοι θα ’χουν πεθάνει, στις ράγιες θα φυτρώνουν μαργαρίτες απ’ τα παιδικά μας πρωινά
κανείς δεν έμαθε ποτέ πώς έζησα, κουρασμένος από τόσους χειμώνες
τόσα τρένα που δε σταμάτησαν πουθενά, τόσα λόγια που δεν ειπώθηκαν
οι σάλπιγγες βράχνιασαν, τις θάψαμε στο χιόνι
πού είμαι; γιατί δεν παίρνω απάντηση στα γράμματά μου;
κι αν νικηθήκαμε δεν ήταν απ’ την τύχη ή τις αντιξοότητες, αλλά απ’ αυτό το πάθος μας για κάτι πιο μακρινό
κι ο αγέρας που κλείνει απότομα τις πόρτες και μένουμε πάντοτε έξω
όπως απόψε σε τούτο το έρημο τοπίο που παίζω την τυφλόμυγα με τους νεκρούς μου φίλους….

Τάσος Λειβαδίτης

…………………………………………..

Κείμενο: Πηνελόπη Χριστοπούλου (Lavart)

Πηγές φωτογραφιών: 1, 2, 3

Κοινοποίηση:

Σχόλια

No more articles
Άρωμα βινυλίου στην Τεχνόπολη

Close