«Τα παραμύθια είναι κάτι παραπάνω από αληθινά, όχι επειδή μας λένε ότι υπάρχουν δράκοι, αλλά για να μας πούνε ότι οι δράκοι μπορούν να ηττηθούν».

Και αλήθεια, ακριβώς όπως τα περιγράφει ο G. K. Chesterton, έτσι έχουμε στο μυαλό μας όλοι τα παραμύθια. Παιδικές ιστορίες γεμάτες μυστηριώδη πλάσματα, ταξίδια σε χώρες εξωτικές, πριγκίπισσες και πολεμιστές, θησαυρούς και ρομαντικά ειδύλλια. Όποια και να είναι η υπόθεση, ένα είναι το κοινό χαρακτηριστικό κάθε παιδικού παραμυθιού… η απονομή δικαιοσύνης στο τέλος.

Τι θα γινόταν όμως αν τα παραμύθια που όλοι γνωρίζουμε και αγαπάμε τελείωναν με τον πιο απροσδόκητο και φρικιαστικό τρόπο; Στην πραγματικότητα, αυτό έχει ήδη συμβεί.

Το 1812, οι Jacob και Wilhelm Grimm, δυο αδέλφια από τη Γερμανία, με μεγάλη αγάπη στις παραδοσιακές ιστορίες και στους θρύλους της εποχής, δημοσιεύουν έναν τόμο υπό τον τίτλο Παιδικά και Οικογενειακά Παραμύθια. Μέχρι το 1857, τα δυο πολυγραφότατα αδέρφια εκδίδουν πάνω από 200 παραμύθια. Ανάμεσα σ’ αυτά ξεχωρίζουν η Κοκκινοσκουφίτσα, η Ραπουνζέλ, η Σταχτοπούτα, ο Λύκος και τα εφτά κατσικάκια, η Ωραία Κοιμωμένη, Χάνσελ και Γκρέτελ, η Χιονάτη και οι εφτά νάνοι, ο Γενναίος Ραφτάκος.Πολύ σύντομα, ωστόσο, ένα τεράστιο κύμα αντιδράσεων από την Εκκλησία και την αστική, συντηρητική τάξη, απαιτεί την απόσυρσή τους. Ο λόγος; Το ακατάλληλο περιεχόμενό τους που τρομοκρατεί τα παιδιά και εξοργίζει τους γονείς τους.

Η Ωραία Κοιμωμένη βιάζεται από έναν παντρεμένο βασιλιά και γεννάει δίδυμα, η μητριά της Χιονάτης αναγκάζεται στο τέλος του παραμυθιού να χορέψει φορώντας καυτά σιδερένια παπούτσια μέχρι να πεθάνει, ενώ ο Χάνσελ και η Γκρέτελ εγκαταλείπονται από την ίδια τους τη μητέρα στο σκοτεινό δάσος. Επίσης, στη Σταχτοπούτα, η μητριά παρακινεί τις κόρες της να κόψουν κομμάτια από τις φτέρνες και τα δάχτυλά τους, ώστε να χωρέσει το πόδι τους στο γοβάκι και να παντρευτούν τον πρίγκιπα.

Σεξουαλική ασυδοσία, κανιβαλισμός, αιματηρές σκηνές, ωμή απονομή δικαιοσύνης και τέλος που δικαιώνει μόνο τη σκοτεινή, υποσυνείδητη δίψα του ανθρώπου για βία αποτελούν τα συστατικά της αρχικής μορφής των παραμυθιών που όλοι αγαπήσαμε. Με το πέρασμα των χρόνων, οι ακατάλληλες σκηνές αφαιρέθηκαν και το περιεχόμενο προσαρμόστηκε στις ανάγκες της τρυφερής παιδικής ηλικίας.Το ερώτημα όμως παραμένει. Τα παραμύθια προορίζονται μόνο για παιδιά; Και επιπλέον, είναι απαραίτητο το ηθικοδιδακτικό περιεχόμενό τους;

Όχι, είναι η απάντηση και στα δύο ερωτήματα. Τα παραμύθια ενηλίκων δεν έχουν σκοπό να διαπλάσουν προσωπικότητες, ούτε να διδάξουν ή να υποδείξουν το σωστό και το λάθος. Πολύ περισσότερο, δεν είναι προορισμένα να προωθήσουν το επιμύθιο «ζήσαν αυτοί καλά κι εμείς καλύτερα...» – είναι πασιφανές άλλωστε ότι δεν ζούμε σε έναν κόσμο αγγελικά πλασμένο. Μοναδικός σκοπός τους είναι να ταξιδέψουν τον αναγνώστη σε έναν κόσμο μαγικό, δίχως όρια, όπου εκτονώνονται οι πιο σκοτεινές φαντασιώσεις και ικανοποιούνται τα πιο βαθιά κρυμμένα σκληρά ένστικτα.

Αποτελούν μια ξεχωριστή λογοτεχνική κατηγορία, η οποία, αν και παραμελημένη,  κρύβει μέσα της τα δικά της μυστικά. Άλλωστε, τι σημασία έχει ένας κόσμος, όταν ζωντανεύει ή εξαφανίζεται με το κλείσιμο ενός εξώφυλλου;
Η μαγεία ή η φρίκη βρίσκονται στα χέρια μας.

Κείμενο: Μαρία Μερτίκα (Lavart)

Κοινοποίηση:

Σχόλια

No more articles
Παρουσίαση της έκδοσης: «Νίσυρος: η μουσική και τα τραγούδια της» στη Στοά του Βιβλίου

Close