Είναι πάρα πολύ δύσκολο για έναν κριτικό να σχολιάσει αρνητικά μια παράσταση την οποία λάτρεψε τόσος κόσμος (ακούμε για 100.000). Από την άλλη, είναι παντελώς ανέντιμο να μη δημοσιοποιεί την όποια διαφωνία του. Σημασία έχει η διαφωνία να έχει επιχειρήματα ώστε να πείθει.  Δεν ξέρω αν τελικά θα καταφέρω, αλλά θα προσπαθήσω να δικαιολογήσω γιατί δεν με συγκίνησε η πολυδιαφημισμένη Μεγάλη Χίμαιρα, το πεζογράφημα του Μ. Καραγάτση, που είδαμε σε σκηνοθεσία του εγγονού του, του Δημήτρη Τάρλοου, στη Θεσσαλονίκη στο Μέγαρο Μουσικής.

Προβολή και προσδοκίες

Κανείς δεν αμφιβάλλει ότι είναι καλή η διαφήμιση, όπως είναι καλή και η προβολή γενικότερα, η θετική γνώμη των θεατών και φυσικά των καθ’ ύλην αρμόδιων, των κριτικών. Όλα βοηθούν στις επιδόσεις  της παράστασης στο ταμείο. Και φαντάζομαι οι εμπλεκόμενοι στον χώρο αυτό επιζητούν: ένα καλό ταμείο στο τέλος της ημέρας.

Από την άλλη, όμως, η έξωθεν καλή μαρτυρία μπορεί να γυρίσει μπούμεραγκ, υπό την έννοια ότι όσο πιο πολύ διογκώνεται ο έπαινος γύρω από μια παράσταση τόσο αυξάνουν και οι προσδοκίες του δυνάμει θεατή. Δεν μπορεί όλοι αυτοί να κάνουν λάθος, σκέφτεται. Και έτσι φορτσάτος πηγαίνει στην παράσταση κουβαλώντας  μεγάλο καλάθι.

Και διερωτώμαι: τελικά τι είναι καλύτερο ή αν προτιμάτε ακόμη και πιο «δίκαιο» και «δημοκρατικό», να πηγαίνει ο θεατής ενημερωμένος σε μια παράσταση ή ανενημέρωτος; Να έχει διαβάσει τους κριτικούς πριν πάει ή μετά; Να έχει διαμορφώσει άποψη ή όχι;

Ενημερωμένος και ανενημέρωτος θεατής

Δεν είναι εύκολη απάντηση, γιατί καμιά απάντηση δεν είναι η απόλυτα σωστή απάντηση. Ένθεν κακείθεν υπάρχουν τα συν και τα πλην. Δεν θα σταθώ σε αυτά, γιατί φαντάζομαι πως όλοι τα γνωρίζουν. Θα πω μόνο ό,τι αφορά εμένα.

Συνήθως πηγαίνω σε μια παράσταση χωρίς καμιά προετοιμασία (πλην της όποιας γνώσης μπορεί να έχω εκ των προτέρων για το θέαμα). Και ο λόγος απλός: αισθάνομαι ότι όσο λιγότερα γνωρίζω τόσο πιο γενναιόδωρος είμαι απέναντι στο θέαμα που βλέπω. Και όταν λέω γενναιόδωρος, εννοώ ότι επιτρέπω στο θέαμα να μου υποδείξει πώς να το υποδεχτώ, να με πείσει ως προς τις επιλογές του. Με δυο λόγια, του αφήνω χώρο να βάλει τους νόμους και τους τρόπους της υποδοχής του.

Από την άλλη, έχω επανειλημμένα διαπιστώσει ότι όσο καλύτερα προετοιμάζομαι τόσο δυσκολεύομαι να αφήσω τις επιλογές του σκηνοθέτη να με πείσουν. Γνωρίζοντας πολλά για ένα θέμα έχω την απαίτηση ή, αν προτιμάτε, περιμένω κάποια ή τα περισσότερα από αυτά που βλέπω να είναι σε μια ευθεία με αυτά που διάβασα, γιατί αυτά που διάβασα περίπου διαμόρφωσαν και τον ορίζοντα των προσδοκιών μου. Μου έδειξαν το «σωστό» και το «λάθος», δηλαδή με εγκλώβισαν σε μια ήδη διαμορφωμένη ερμηνευτική γραμμή.

Είναι περίπου αυτό που συμβαίνει σε όλους μας όταν έρθουμε αντιμέτωποι με μια παράσταση αρχαίου δράματος, λχ. Δείτε πώς αντιδρά ο κόσμος, κυρίως στις πειραγμένες εκδοχές μιας τραγωδίας. Δεν είναι συντηρητικός όλος αυτός ο κόσμος. Ούτε απαίδευτος. Ούτε αναχρονιστικός. Ούτε ανόητος. Αντιδρά έτσι γιατί αυτό το θέατρο έμαθε να κουβαλά στο μυαλό του μέσα από τα διαβάσματά του στο σχολείο και αλλού. Και αυτό περίπου περιμένει να του δώσει ο σκηνοθέτης. Αλλά ας επιστρέψω στη Μεγάλη χίμαιρα και τη μεγάλη προβολή της.

Ακριβώς επειδή δεν κατάφερα να δω την παράσταση όλα αυτά τα χρόνια μερίμνησα να ενημερωθώ από τον Τύπο, από φίλους, από παντού ώστε να έχω τουλάχιστο μια εικόνα για ένα θεατρικό γεγονός που έγινε είδηση. Και την είχα.  Και ήταν αρκετά πλήρης.

Όταν ήρθε λοιπόν ο καιρός να φιλοξενήσει και η Θεσσαλονίκη την παράσταση αυτή πήγα, μαζί με χιλιάδες συμπολίτες μου (απίστευτη προσέλευση), στο Μέγαρο, έτοιμος να χειροκροτήσω ένα αριστούργημα ή τέλος πάντων κάτι που να ανταποκρίνεται σ’ ένα βαθμό σε αυτά που άκουσα ή διάβασα.

Και κάτι ακόμη. Πήγα  και από ειδικό ενδιαφέρον: να δω ένα από τα αγαπημένα μου μυθιστορήματα στο σανίδι. Και εδώ αναγκαστικά μπαίνει και ένα άλλο ερώτημα που έχει σχέση και με το προηγούμενο: από τη στιγμή που έχουμε να κάνουμε με διασκευή, η γνώση του πρωτότυπου προσθέτει ή αφαιρεί από την εμπειρία της θέασης;

Περί διασκευής

Και εδώ απαγορεύονται οι απόλυτες απαντήσεις. Όλα είναι αυστηρώς υποκειμενικά. Προσωπικά η γνώση του πρωτότυπου με κάνει πιο δύσπιστο ή, μάλλον καλύτερα, πιο «αυστηρό» σε ό,τι αφορά τις τελικές επιλογές των συντελεστών της παράστασης.

Όταν υπάρχουν δύο κείμενα στο μυαλό ενός θεατή, το κείμενο του συγγραφέα και το κείμενο της παράστασης οι συγκρίσεις είναι αναπόφευκτες. Σε κάθε σκηνή βλέπει (ή αναζητεί) τα κενά, τι έμεινε εκτός, τι μπήκε, τι παραποιήθηκε  κ.λπ. Πιο πολύ ξοδεύει χρόνο στις συγκρίσεις παρά χρόνο να χαρεί το ίδιο το θέαμα ως αυτόνομο γεγονός. Και συνήθως στη (διακειμενική) σύγκριση χάνει η μεταποιημένη μορφή, όχι γιατί η μεταφορά εκ των πραγμάτων αποδυναμώνει το σκηνικό αποτέλεσμα, αλλά γιατί τις περισσότερες φορές γίνεται χωρίς βαθιά γνώση των κανόνων της θεατρικής γραφής.

Η διασκευή

Ο Στρατής Πασχάλης που υπογράφει τη διασκευή της «Χίμαιρας» έχει γνώση των κανόνων και των δυσκολιών. Είναι ένας άξιος ποιητής και άριστος διαχειριστής της γλώσσας και δη των ποιητικών της εκτινάξεων. Γνωρίζει από θέατρο, όπως γνωρίζει και από δύσκολα κείμενα. Και ένας από τους λόγους που πήγα να δω την παράσταση ήταν αυτός: να έχω εικόνα της διασκευής ενός μυθιστορήματος που, όπως είπα, γνωρίζω πολύ καλά.

Παρακολούθησα λοιπόν με προσοχή τις επιλογές του, πώς επιχείρησε να μεταφέρει ένα μη θεατρικό κείμενο στο σανίδι και από ανάγνωσμα να το κάνει ακρόαμα και θέαμα. Παρακολούθησα τι επέλεξε να αφήσει εκτός και πού επέλεξε να εστιάσει.

Εάν δεν γνώριζα το μυθιστόρημα ίσως όλα αυτά που εισέπραξα με επιφυλάξεις ίσως και να μην υπήρχαν. Όμως η γνώση του μυθιστορήματος εκβίαζε συγκρίσεις. Έτρεχε διαρκώς στο μυαλό μου η αρχική ιστορία, με αποτέλεσμα στη σκηνή να εντοπίζω κενά, ασάφειες, μετέωρες καταστάσεις, αίτια χωρίς εμφανή αιτιατά, απουσία του κειμένου από κάτω, της πυρακτωμένης ψυχής του. Δεν κατάλαβα ποια ήταν ακριβώς η διασκευαστική πυξίδα του Στρατή Πασχάλη, το εστιακό κέντρο γύρω από οποίο ήθελε να στροβιλίζονται τα πάθη των ηρώων. Μήπως  ήταν η ψυχοσύνθεση της ηρωίδας; Μήπως το οικογενειακό ζήτημα; Η σύγκρουση πολιτισμών; Όλα μαζί; Και να πω και το άλλο.

Ασεβές μυθιστόρημα

Το εν λόγω μυθιστόρημα, είναι ένα καλό δείγμα μιας νεοελληνικής μοντερνίστικης γραφής, το οποίο για την εποχή του ήταν εκτός πεπατημένης. Προκαλούσε τα δεδομένα της «ιερής» οικογένειας. Ήταν με τον τρόπο του «ασεβές». Αυτό που εισέπραξα στο, ούτως ή άλλως δύσκολο θεατρικά, Μέγαρο ήταν ένα πολύ καθωσπρέπει αστικό ερωτικό στόρι που έπασχε από υποθερμία. Σε καμιά στιγμή δεν με ξεβόλεψε. Θα μπορούσε κάλλιστα να βγει και σε τηλεοπτική εκδοχή.

Το ζητούμενο σε τέτοιες απόπειρες διασκευής είναι να αισθανθεί ο θεατής περίπου όπως οι τότε υποδοχείς του. Και δεν αναφέρομαι σε αναχρονιστικές μεθόδους, αλλά σε λύσεις που θα σε βάλουν σε ένα τέτοιο κλίμα που θα νιώσεις στο πετσί σου τη δύναμη του έργου, θα καταλάβεις γιατί μνημονεύεται, θα καταλάβεις γιατί τάραξε τους πρώτους αναγνώστες του, γιατί εν τέλει επανέρχεται και μάλιστα με άλλο ειδολογικό πρόσημο (ως θέατρο).

Για να προσθέσω άλλο ένα παράδειγμα στα εκατοντάδες ανάλογα παραδείγματα που θα μπορούσε κάποιος να προσκομίσει. Ο λόγος που έχουν αποτύχει σχεδόν όλες οι σύγχρονες διασκευές του «βλάσφημου» για την εποχή του Βασιλιά Υμπύ του Αλφρέ Ζαρύ, είναι γιατί καμιά δεν βρήκε τον τρόπο να κάνει τον σύγχρονο θεατή να  καταλάβει γιατί το έργο αυτό προκάλεσε επανάσταση στους παριζιάνικους κύκλους όταν παρουσιάστηκε το 1896, γιατί θεωρείται σταθμός στην ιστορία το θεάτρου.

Θέλω να πω ότι πρώτιστο μέλημα κάθε μεταφοράς ή διασκευής ενός παλιού έργου  είναι να το αισθανθεί ο θεατής όπως περίπου το αισθάνθηκε ο θεατής τότε, διαφορετικά αδικείται η αξία και το εκτόπισμά του;

Και ένα τελευταίο: Σε κάθε διασκευή αυτό που πρέπει να απασχολεί δεν είναι τι χάνει το πρωτότυπο (αυτό είναι αναπόφευκτο) αλλά τι κερδίζει. Και πολύ φοβάμαι πως η κατά Καραγάτση Μεγάλη χίμαιρα πιο πολύ έχασε παρά κέρδισε σε αυτή την πολύ φιλότιμη ωστόσο υποθερμική θεατρική περιπέτεια.

Η παράσταση

Ναι, δεν αρνούμαι ότι υπήρξαν δυνατές στιγμές στην παράσταση, όχι όμως αρκετές ώστε να με κάνουν να αισθανθώ κάτι για τη Μαρίνα Μπαρέ, τη Γαλλίδα που ήρθε στην Ελλάδα και παντρεύτηκε έναν Έλληνα πλοιοκτήτη και παθιάστηκε με την κλασική παιδεία. Δεν είδα τη συγκρουσιακή σχέση ανάμεσα στον ελληνικό πολιτισμό και το ξένο, που υποτίθεται βιώνει η Μπαρέ, να γίνεται δρώσα δύναμη στη σκηνή. Ούτε τον κυνισμό του συγγραφέα αισθάνθηκα ή τον σκοτεινό ρομαντισμό του.

Διάβασα στο σημείωμα του προγράμματος ότι όλα καίγονται κάτω από το σκληρότατο ελληνικό φως. Δεν είδα τίποτε να καίγεται. Δεν κατάλαβα τους εσωτερικούς κραδασμούς της Μαρίνας. Τις ταλαντεύσεις της. Την ακόρεστη δίψα της. Το παιχνίδι με τον θάνατο. Τις χίμαιρές της. Τη Μήδεια, τη Φαίδρα, τη Μαντάμ Μποβαρύ που κρύβει μέσα της. Πού πήγαν αυτές οι τρομερές, φλεγόμενες φιγούρες; Τα ανεξέλεγκτα πάθη τους; Η ψύχωση της πορνείας; Πού πήγε ο αιρετικός έρωτας; Το απαγορευμένο;

Σκηνοθεσία

Τρέφω βαθιά εκτίμηση για τον Δημήτρη Τάρλοου. Είναι από τις σπουδαίες μορφές του σύγχρονου ελληνικού θεάτρου. Συνεπής στις αρχές και τις θέσεις του, συγκροτημένος στις επιλογές του, αγωνιστής, ανήσυχος και σοβαρός επαγγελματίας (λέξη που πολλοί του χώρου έχουν ξεχάσει), δίνει τη μάχη του για το καλύτερο. Και συχνά το πετυχαίνει. Εδώ όμως θα διαφωνήσω μαζί του. Θα διαφωνήσω με τη γενικότερη ματιά του επάνω στο κείμενο, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι παρακάμπτω τις αρετές της ανάγνωσής του. Για παράδειγμα, δεν είδα πουθενά τσαπατσουλιές. Ούτε άστοχους εντυπωσιασμούς. Ούτε ψευδομοντερνιές και χαριτωμενιές. Είδα μια σοβαρή, καλά σχεδιασμένη και πολύ φροντισμένη  δουλειά, χωρίς εικαστικό ψεγάδι, με ηθοποιούς (Αϊδίνη, Μουμούρης, Μοθωναίος, Σεϊρλή, Φαναριώτη, Τσόπελα, Τάρλοου) σε ρόλους καθαρούς και γεωμετρικά οριοθετημένους. Είδα να επικρατεί παντού η τάξη. Το πρέπον. Το αποδεκτό. Η λογική του φαίνεσθαι. Είδα ένα καλό βίντεο με την υπογραφή του  Χρήστου Δήμα που δημιουργούσε ένα επιπλέον επίπεδο ανάγνωσης.

Όμως, ενώ είδα αρκετά δεν ένιωσα ότι αυτά που εισέπραξα ήταν όντως αρκετά για να με καλύψουν ως θεατή. Κάτι έλειπε. Κάτι με πάγωνε. Κάτι με μπλόκαρε να πλησιάσω την παράσταση. Και νομίζω πως αυτό ήταν το αποτέλεσμα του γεγονότος ότι απουσίαζε από τον σκηνικό κόσμο το «είναι» του κειμένου, εκείνο το κάτι που ο κόσμος συνηθίζει να κρύβει κάτω από το χαλί.

Αισθάνθηκα ότι όλα αυτά τα αστικά φαινόμενα είχαν ανάγκη και τους λεκέδες τους, προκειμένου να μπει πιο καθαρά στο παιχνίδι και το θέμα της ηθικής, της τάξης, του καθωσπρεπισμού. Πολύ απλά, απουσίαζε από το θέαμα η άβυσσος της ψυχής, δηλαδή η ατμομηχανή της δράσης (και των αποδράσεων). Οι ανεξέλεγκτες παρορμήσεις. Αυτές που πυρπολούν τα πάθη και σκοτεινιάζουν τη φωτεινότητα του αστικού σαλονιού.

Ας μην ξεχνάμε ότι μιλάμε για ένα ψυχολογικό δράμα, από αυτά που άρεσαν τότε στους μοντερνιστές του δυτικού κόσμου. Και κάποια από αυτά τα ψυχολογικά θραύσματα περίμενα να μπουν σαν σφήνα στην τακτοποιημένη τάξη των δρωμένων και να φέρουν τα πάνω κάτω. Να μουτζουρώσουν επιφάνειες και να ζεστάνουν, όσο αυτό είναι δυνατόν, τον ίδιο τον χώρο, το  Μέγαρο Μουσικής, μια επιβλητική, τεχνικά άρτια αίθουσα (χωρητικότητας 1400 ατόμων) πλην όμως ψυχρή και εντελώς ακατάλληλη για δράματα σαν κι αυτό, που απαιτούν μιαν άλλη ατμόσφαιρα και άλλες θερμοκρασίες.

Δεν είδα την παράσταση στην Αθήνα αλλά ξέρω τον χώρο στο Πορεία, οπότε μπορώ να φανταστώ πως λειτούργησε εκεί. Εδώ πάντως ο χώρος έκανε μεγάλη ζημιά. Κατέβασε κι άλλο το θερμόμετρο. Οπότε, ιδού και η κατάληξη:

Συμπέρασμα

Μια ιδιαίτερα φροντισμένη παράσταση, όμως πολύ «καθωσπρέπει» για να απελευθερώσει πάθη και να συγκινήσει. Το ίδιο βράδυ επέστρεψα  ξανά στο βιβλίο για να ξαναβρώ τη χίμαιρα. Ναι, είναι φορές που το βιβλίο «εκδικείται» το θέατρο.

Κείμενο: Σάββας Πατσαλίδης (Lavart)

Κοινοποίηση:

Σχόλια

No more articles
Ο εβδομαδιαίος θεατρικός οδηγός της Θεσσαλονίκης (7/5 – 13/5 )

Close