Λίγοι σκηνοθέτες στις μέρες μας καταφέρνουν να συνδέσουν το όνομά τους με μια σίγουρη κινηματογραφική επιτυχία, μετατρέποντας κάθε δημιουργία τους, πριν ακόμα την προβολή της, σε εγγύηση για το κοινό. Ο Ταραντίνο, ο οποίος έκανε το ντεμπούτο του μόλις το 1991 με το Reservoir Dogs σημειώνοντας τεράστια επιτυχία, είναι ένας από αυτούς. Έκτοτε, μας έχει κάνει να ακολουθούμε πιστά τα καλλιτεχνικά βήματα του. Ο λόγος; Το ιδιαίτερο και μοναδικό του στυλ όπως πολλοί υποστηρίζουν.

Είναι όμως το έργο του πρωτότυπο ή απλώς πολύ καλογυρισμένο;

Ο Ταραντίνο δεν ανήκει στην κατηγορία των σπουδαγμένων δημιουργών αλλά στους λάτρεις της μεγάλης οθόνης. Σε επαφή με τον κινηματογράφο ήρθε έφηβος ακόμα όταν έπιασε δουλεία σε ένα βίντεο κλαμπ, το Video Archive, όπου παρέμεινε για 5 χρόνια αφομοιώνοντας συγκλονιστικές λεπτομέρειες από τα διάφορα είδη μέχρι και τους συντελεστές εκατοντάδων ταινιών. Αυτό εξηγεί και τις αναφορές των δικών του ταινιών, σε άλλα είδη του κινηματογράφου όπως στις γκανγκστερικές αμερικάνικες ταινίες, τα σπαγγέτι γουέστερν, ταινίες πολεμικών τεχνών, τις μαύρες κωμωδίες, τα b movies ή τα σπλάτερ. Ακόμα και η τέχνη του κόμικ έχει ενσωματωθεί στην οπτική του. Από το Reservoir Dogs και τα Kill Bill και από το Death Proof έως το Django, το Inglorious Bastards και το Hateful 8 μπορεί κανείς να διασταυρώσει τις επιρροές του. Το γεγονός βέβαια ότι το τελικό αποτέλεσμα δεν είναι μια κακή αντιγραφή «σούπα», αλλά μια καλογυρισμένη μετουσίωση πολλών διαφορετικών και πολλές φορές ετερόκλητων στοιχείων είναι αυτό το οποίο κάνει τη διαφορά και οδηγεί σε ένα πρωτότυπο και μοναδικό αποτέλεσμα.

Οι λεπτομέρειες κάνουν τη διαφορά

Πολύ μεγάλη σημασία για το σύμπαν των δημιουργιών του ευρηματικού σκηνοθέτη έχει η ατμόσφαιρα, η οποία αντλεί κάθε φορά στοιχεία από το θέμα και την υπόθεση και δένεται με το τοπίο, όπως το παγωμένο εκείνο του Hateful 8. Από την άλλη, μεγάλη αξία δίνεται και στις λεπτομέρειες-εμμονές του σκηνοθέτη οι οποίες εντοπίζονται στα περισσότερα φιλμ του όπως οι λήψεις με τα γυναικεία πόδια από το Death Proof και το Pulp Fiction ή τις δικές του μάρκες από τσιγάρα και τις αλυσίδες εστιατορίων που αν είσαι προσεκτικός ανιχνεύεις. Τα στοιχεία αυτά έρχονται να συμπληρώσουν οι εξαιρετικές επιλογές της μουσικής. Ορχηστρικά κομμάτια, ξεχασμένες pop επιτυχίες των περασμένων δεκαετιών, διασκευές αλλά και χαρισματικοί συνθέτες όπως ο Μπέρναρντ Χέρμαν ο οποίος έγραφε μουσική για τον Χίτσκοκ, αλλά και ο μεγάλος Ένιο Μορικόνε. Έτσι τα τραγούδια δένονται με τις σκηνές τους όπως το ″Down in Mexico” από τους The Coasters και το θρυλικό lap dance από το Death Proof.

Όσο για το μοντέλο της αφήγησης, ο Ταραντίνο επιλέγει να ακολουθήσει το δρόμο πρώτα της ανάπτυξης των χαρακτήρων, έπειτα των σχέσεων των ηρώων για να φτάσει στις συγκρούσεις και τέλος στην κορύφωση. Στο ενδιάμεσο, παρεμβάλει χρονικά άλματα ή αναδρομές, αναφορές σε προηγούμενες δουλειές του και τέλος, πολλές φορές αξιοποιεί την υποκειμενική θέαση της κατάστασης μέσα από τους χαρακτήρες του.

Περιμένοντας τη συνέχεια

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον έχει το γεγονός πως ακόμα και αν συζητήσει κανείς με ένα κοινό το οποίο επιλέγει να δει ταινίες στο σινεμά με βάση την υπόθεση και δεν ανήκει στην κατηγορία του «υποψιασμένου» θεατή, το όνομα του Κουέντιν Ταραντίνο θα το θυμάται και επιλέξει τις ταινίες του για το στυλ τους. Ο σκηνοθέτης λοιπόν, ο οποίος ξεκίνησε ως ερασιτέχνης και από το πρώτο του φιλμ καθιερώθηκε ως μεγάλος σύγχρονος δημιουργός, κατασκευάζει μεγάλους φόρους τιμής για όλα όσα αγάπησε στον κινηματογράφο και το κάνει άψογα. Τον επόμενο καιρό έχουμε να περιμένουμε την καινούρια παραγωγή του για την ιστορία των Μάνσονς με πρωταγωνιστή τον Λεονάρντο Ντι Κάπριο και έως τότε, απολαμβάνουμε με χαρά τις μέχρι τώρα επιτυχίες του, μέσα από τις οποίες μας έδωσε το χέρι και μας συστήθηκε.

Κείμενο: Βάσω Κουλεντάκη (Lavart)

Πηγή Φωτογραφιών: 12

 

Κοινοποίηση:

Σχόλια

No more articles
Συνέντευξη με τον συγγραφέα του «Ο Κανίβαλος που έφαγε έναν Ρουμάνο», Δημήτρη Σωτάκη

Close