Μεκατώρου

Η Μπεκατώρου, η Δούκα και οι αμφότερες κρίσεις ενός λαού σε σύγχυση

Μετά τη σωρεία καταγγελιών για βιασμούς και κακοποιήσεις ανδρών και γυναικών στον χώρο του Χόλυγουντ, τα περασμένα χρόνια, έφτασε και η ώρα για την ελληνική κοινωνία να κληθεί να αντιμετωπίσει μια σειρά από αντίστοιχες καταγγελίες περί σωματικών και ψυχικών βιασμών στον χώρο του αθλητισμού και του θεάματος.

Το νήμα έκοψε η Σοφία Μπεκατώρου, καταγγέλλοντας ονομαστικά τον Αντιπρόεδρο της Ομοσπονδίας Ιστιοπλοΐας. Πριν ολοκληρωθεί μία εβδομάδα, τα σκήπτρα πήρε η γνωστή ηθοποιός και παρουσιάστρια Ζέτα Δούκα, καταγγέλλοντας δημοσίως, σε τηλεοπτική εκπομπή του σταθμού MEGA, τον Γιώργο Κιμούλη, ο οποίος, κατά την ηθοποιό, την κλώτσησε και την έβρισε κάνοντας την παράλληλα να περάσει μία πολύ ψυχοφθόρα σεζόν στο θέατρο όπου πρωταγωνιστούσε μαζί του. Είναι σημαντικό να τονίσουμε πως η Ζέτα Δούκα, δεν κατήγγειλε σεξουαλική παρενόχληση, πάρα μόνο τα πάρα πάνω (το «μόνο» έχει να κάνει αποκλειστικά με τη διευκρίνιση του ζητήματος και δεν αποτελεί επ’ ουδενί προσπάθεια να μειωθεί ή να θεωρηθεί λιγότερης βαναυσότητας το περιστατικό αυτό). Τέλος, και χωρίς να έχουν περάσει καν 24 ώρες από την καταγγελία της ηθοποιού, μία ακόμα ηθοποιός, η Κατερίνα Γερονικολού με ανάρτηση της στον προσωπικό της λογαριασμό στο Instagram δήλωσε αναφερόμενη στον Γιώργο Κιμούλη πως τη φόβισε και την τρόμαξε. Συγκεκριμένα, η κα. Γερονικολού δήλωσε τα παρακάτω:

“Γιατί τώρα;
Γιατί τώρα δε με νοιάζει τι θα πουν. Πείτε ότι θέλετε ελεύθερα! Γιατί τώρα νιώθω καλά με τον εαυτό μου. Δεν είμαι τόσο μικρή για να φοβάμαι τον ίσκιο μου.Αλλά ούτε και τόσο μεγάλη για να μην κλαίω σαν μωρό όταν έρχονται όλα πάλι στο μυαλό μου.

Με φόβισες. Με τρόμαξες…
Με έκανες να μην πιστεύω σε μένα. Εσύ, που μου έδωσες τον ρόλο. Να βάζω στοιχήματα με τον εαυτό μου αν θα μπορώ να συνέλθω μετά τη «συνεργασία» μας.
Φοβόμουν κι εγώ να μιλήσω, γιατί κάποια στιγμή τα περιοδικά μας είχαν ονομάσει ζευγάρι και θα έλεγαν όλοι ότι αυτά είναι τα λόγια μιας «πικραμένης».
Πικραμένη βέβαια είμαι. Όχι από κάποια υποτιθέμενη σχέση μας. Ούτε από κάποιου είδους σεξουαλική παρενόχληση. Τίποτε από τα δύο δε συνέβησαν.
Πικραίνομαι που δεν κατονομάζουμε τον εργασιακό εκφοβισμό. Που αποθεώνουμε κακόβουλους θνητούς. Που επιτρέπουμε συμπεριφορές που πληγώνουν την αξιοπρέπεια μας. Την ψυχούλα μας.
Με καθαρή συνείδηση, σε συγχωρώ που με πλήγωσες. Αλλά όσο περνάει από το χέρι μου δε θα επιτρέψω να το ξανακάνεις εσύ ούτε κανείς άλλος.

@zetadouka , σε ευχαριστώ που μου έδωσες το θάρρος και μου έδειξες τον τρόπο. Μου θύμισες εικόνες που ήθελα να ξεχάσω. Μου έσφιξες την καρδιά. Λυπάμαι για όσα σου συνέβησαν… λυπάμαι και για μένα.
Ως εδώ όμως.
#nowisourtime #σοφίαμπεκατώρου
*Από την παράσταση «Δον Ζουάν, η επιστροφή»
{Σε παρακαλώ μην επιστρέψεις}”

Οι παραπάνω δημόσιες καταγγελίες, και μάλιστα ονομαστικές, όπως όλα δείχνουν, ανοίγουν τον ασκό του αιόλου για μία σειρά καταγγελιών που προβλέπεται το επόμενο διάστημα, ειδικά στο χώρο του θεάτρου. Για τα συγκεκριμένα γεγονότα και, ιδιαίτερα για το ζήτημα της Σοφίας Μπεκατώρου, η ελληνική κοινωνία για ακόμα μια φορά διχάστηκε και είναι από τις λίγες φορές, επιτρέψτε μου, που ο εν λόγω διχασμός, αν και μόνο αν προέρχεται από καλές προθέσεις και ειλικρινείς σκέψεις εκατέρωθεν (υγιείς αμφιβιβολίες ή βεβαιότητες για την ύπαρξη του γεγονότος), με προβληματίζει πολύ λιγότερο από άλλους διχασμούς στους οποίους υποπέφτει ο ελληνικός λαός τα τελευταία χρόνια, για μικρά και μεγαλύτερα ζητήματα. Και όταν μιλάω για καλές προθέσεις και ειλικρινείς σκέψεις αναφέρομαι αποκλειστικά και μόνο σε καλές προθέσεις και ειλικρινείς σκέψεις(!) όχι σε εκτρώματα που ξεστομίζονται από άτομα που, αφορμώμενοι από τον τυφλό συναισθηματισμό και πλημμύρες μίσους σπεύδουν ακόμη και σε ακραία συμπεράσματα φτάνοντας σε σημείο να σταυρώνουν το φερόμενο ως θύμα και να το ονομάζουν ακόμα και θύτη.

Το ζήτημα ενός βιασμού, ακόμη και αν καταγγέλθηκε μετά από 21 χρόνια, δεν είναι ένα απλό ζήτημα, είναι ένα ζήτημα που, όπως εκατοντάδες έρευνες έδειχναν όλα αυτά τα χρόνια, οφείλει να εξεταστεί σοβαρά, με θάρρος από τη σύγχρονη γυναίκα και με αντίστοιχη γενναιότητα από την ελληνική δικαιοσύνη – και αναφέρω γυναίκα καθότι η συντριπτική πλειονότητα των θυμάτων του βιασμού αφορούν το γυναικείο φύλο.


Σκοτεινή – ενδιαφέρουσα προς εξέταση – εξαίρεση, αποτελεί ο βιασμός ενός άντρα, ο οποίος βιάστηκε, όπως κατήγγειλε, με ένα γκλοπ από υπάλληλο του Λιμενικού και οι αρχές δεν του επέτρεψαν να εξεταστεί από τον γιατρό που βρισκόταν στις εγκαταστάσεις. Η εν λόγω δίκη αναβλήθηκε δύο φορές, ενώ, σύμφωνα με τον προσφέυγοντα, η κατάθεσή του για τον βιασμό κατεγράφη με ανακρίβειες καθώς ο βιασμός είχε αποδοθεί ως ράπισμα και χρήση ψυχολογικής βίας. Στις 15 Οκτωβρίου του 2004 το Ναυτοδικείο επέβαλε στον θύτη ποινή φυλάκισης 30 μηνών για προσβολή σεξουαλικής αξιοπρέπειας, η οποία με την έφεση μειώθηκε σε 6 μήνες, η οποία εν τέλει τράπηκε σε πρόστιμο 792 ευρώ. Το Ευρωπαϊκό δικαστήριο έκρινε ότι δεν διεξήχθη επαρκής έρευνα καθώς είχε απορριφθεί το αίτημα του προσφέυγοντος να εξεταστεί από γιατρό και έτσι, έκρινε πως παραβιάστηκε το άρθρο 3 της ΕΣΔΑ από την Ελλάδα τουτέστιν η χώρα μας καταδικάστηκε να καταβάλει 50.000 ευρώ για ηθική βλάβη στον προσφεύγοντα.


Όπως ανέφερα παραπάνω, δεν είναι λίγες οι φωνές αυτές οι οποίες (πολλές με καλές, πολλές με κακές προθέσεις) είδαν με καχυποψία τις αποκαλύψεις των παραπάνω γυναικών, κάτι το οποίο αν μη τι άλλο δηλώνει κοινωνικές τάσεις. Προς ποια κατεύθυνση; Αυτό θα φανεί στο μέλλον. Συγκεκριμένα, ο διάσημος αθλητικογράφος και ραδιοφωνικός παραγωγός, Κωστής Ραπτόπουλος, προκάλεσε αντιδράσεις αναφορικά με την άποψή του για την καταγγελία της Σοφίας Μπεκατώρου, καθώς ανέφερε σε βίντεό του πως η Πρωταθλήτρια έβαλε το μετάλλιό της πάνω από το βιασμό της (δεν αμφισβήτησε την ύπαρξη του γεγονότος). Η Σοφία Μπεκατώρου έχει δηλώσει, μεταξύ άλλων, πως της ήταν δύσκολο να καταγγείλει τον βιασμό, όταν αυτός, σύμφωνα με την ίδια, συνέβη, καθότι θα υπήρχαν σοβαρές επιπτώσεις στην καριέρα της. Στην Ομοσπονδία λειτουργούσε η… Ομερτά και οι αθλητές ήταν σε αδιέξοδο. Θεωρώ πως οφείλουμε να εξετάζουμε με προσοχή τα συμπεράσματά μας όταν δεν γνωρίζουμε το καθεστώς υπό το οποίο διεπράχθη το οποιοδήποτε αδίκημα, κακούργημα κοκ.  Όπως και να ‘χει, σημασία έχει πως η άποψη του Κωστή Ραπτόπουλου βρίσκει πολλούς συμμάχους. Το γεγονός πως μεγάλες μερίδες πολιτών συμφωνούν με μία τοποθέτηση, για το όποιο ζήτημα, δεν σημαίνει πως μπορεί να αποτελεί, επ’ ουδενί αποδεδειγμένα ορθή κρίση και πολύ περισσότερο να συνιστούν σοβαρή επιρροή για το δικαστήριο. Το ίδιο ισχύει και για την αντίπερα «όχθη» (Επίσης χαρακτηριστικό παράδειγμα, ίσως, αποτελεί το πρόσφατο αποτέλεσμα της δίκης της Χρυσής Αυγής, που πολλοί αναλυτές κάνουν λόγο για κοινό περί δικαίου αίσθημα και εν τέλει επιρροή στη δικαιοσύνη).

Η άποψη σημαντικής μερίδας ατόμων, η οποία βλέπει με καχυποψία τις καταγγελίες ύστερα από πολλά χρόνια από το (ενδεχόμενο) συμβάν, είναι πραγματικά, κατά τη γνώμη μου, άξιο μελέτης και προβληματισμού. Κι αυτό γιατί σε μία κοινωνία που μαστίζεται από υπερπληροφόρηση, τραυματικές σχέσεις μεταξύ των πολιτών, αλλά και μία καθημερινότητα διαρκούς ζόφου και ανασφάλειας, οι καλές προθέσεις και ευοίωνες υποθέσεις για γεγονότα που συνέβησαν προ εικοσαετίας δεν είναι παράλογο να αμφισβητούνται. Από την άλλη, άξιο μελέτης και προβληματισμού είναι και το γεγονός της τυφλής εμπιστοσύνης στον καθένα και την κάθε μία που θα πειστεί από τον όποιο ή όποια καταγγέλλει βιασμό, κακοποίηση, ψυχολογική βία. Και αυτό γιατί σε περιόδους κρίσης το θολό τοπίο του σκεπτικού αυτής εξαναγκάζει τους ανθρώπους να αναλογίζονται με επιλεκτική ευαισθησία και με αυτόματη ταύτιση με το κάθε φερόμενο ως θύμα, πέφτοντας στην παγίδα του «αφού μου μοιάζει, είμαι μαζί του» ή «αφού ο θύτης μοιάζει με τον άλλον, εγώ πιστεύω το θύμα».

Ως άνθρωποι έχουμε τα ένστικτά μας, την τάση μας, τις προσλαμβάνουσές μας, ως άνθρωποι έχουμε το δικαίωμα να κρίνουμε, να διαμορφώνουμε άποψη και να κλίνουμε προς την όποια κατεύθυνση. Αυτό που δεν έχουμε δικαίωμα, είναι να στερούμε από έναν άνθρωπο, κάνοντάς του ανηλεή πόλεμο, τη θέση του. Και αν η θέση του είναι να επιλέξει, ή να καταφέρει, ή να βρει το κουράγιο να καταγγείλει τον βιασμό, τον ξυλοδαρμό ή την ψυχολογική βία που υπέστη πριν δύο, τρία, πέντε ή και είκοσι χρόνια… καλά κάνει.  Και από την άλλη, επειδή το πολίτευμά μας λέγεται δημοκρατικό, επιτρέπεται από το νόμο να κρίνονται και οι καταγγέλλοντες με θετικά ή αρνητικά αισθήματα από το κοινό.

Αν θέλουμε να είμαστε δημοκρατική χώρα, αν θέλουμε να συνεχίσουμε να διεκδικούμε ολοένα και περισσότερη δημοκρατία, οφείλουμε να χρησιμοποιούμε την έκφραση «φέρεται να» ή «καταγγέλθηκε για». Η δικαιοσύνη θα αποφανθεί, οι μάρτυρες θα μιλήσουν, η αλήθεια, ειδικά σε αυτά τα ευαίσθητα ζητήματα εν έτει 2021 ελπίζουμε όλοι ότι θα λάμψει.

Από την άλλη, κάνοντας ένα πρόχειρο ψυχογράφημα για το εάν και κατά πόσον θα μιλήσουν όλοι αυτοί οι άνθρωποι, δεν μπορώ παρά να αναλογιστώ το γεγονός της ποσότητας, της διάρκειας και του γενικότερου μεγέθους αυτού που ορίζει ο καθένας μας ως «βία». Και τολμώ να καταμαρτυρήσω πως έχω γνωρίσει γυναίκες που το γεγονός Α δεν το θεωρούν βία, ενώ το ίδιο γεγονός μία άλλη μερίδα γυναικών το θεωρεί βία. Όπως και να ορίζουμε εμείς τη βία στο κεφάλι μας, μου είναι αδιανόητο το να νιώθουμε θεοί και το να μπούμε στη διαδικασία να πούμε στην Α, Β, Γ γυναίκα ότι αυτό που της συνέβη ήταν βία, ενώ η ίδια δεν το θεωρεί βία. Και για τους καχύποπτους, όχι, δεν αναφέρομαι ούτε στο βιασμό, ούτε στον ξυλοδαρμό, ούτε στην έντονη ψυχολογική βία, αναφέρομαι σε γεγονότα, ας μου επιτραπεί η έκφραση, έντασης της καθημερινότητας. Ένταση της καθημερινότητας, σήμερα, μπορεί να θεωρείται μία λογομαχία, ένταση της καθημερινότητας τη δεκαετία του 50 μπορεί να θεωρείτο ένα χαστούκι. Στην προσπάθεια, όμως, του να συλλάβουμε τα ποιοτικά και τα ποσοτικά μεγέθη ενός γεγονότος, δεν μπορούμε παρά να τα εξετάζουμε τις εκάστοτε κοινωνικές συνθήκες, όπου κάθε γεγονός συνέβη. Δεν είναι λίγες, για την ακρίβεια είναι δεκάδες, οι αναφορές σε ελληνικές ταινίες, αλλά και τραγούδια, που εμπεριέχουν ένα χαστούκι ή ατάκες όπως «η σκλάβα σου ήμουν, η σκλάβα σου είμαι, και σκλάβα θα μείνω». Το ενδιαφέρον, αλλά και το προβληματικό της κρίσης του όλου ζητήματος έγκειται και στο γεγονός ότι μια σημαντική μερίδα της σύγχρονης κοινωνίας, ακούγοντας το παραπάνω τρίπτυχο, ενδεχομένως, να γουρλώνει τα μάτια και να αδυνατεί να συνειδητοποιήσει τον «τρομερό» και «απόλυτα φαλλοκρατικό» στίχο του εν λόγω τραγουδιού πέντε δεκαετίες πριν. Όμως, ακόμα και σ’ αυτή τη γυναίκα, η οποία τραγουδούσε, ή στη γυναίκα που εκπροσωπείται από αυτούς τους στίχους αυτούς, δεν άρεσε να είναι σκλάβα κάποιου βαρύμαγκα. Παράλληλα όμως, ο παραπάνω στίχος δεν ήταν τίποτα άλλο, παρά ένας τρόπος έκφρασης ακραίου ερωτισμού και έντονου συναισθήματος για το έτερον της ήμισυ. Στην τελική, είναι πολύ άδικο προς την κουλτούρα αυτού του τόπου, με τα στραβά και ανάποδά του, να μπαίνουμε διαρκώς στη διαδικασία και να μαστιγωνουμε άλλοτε την ακριβή και άλλοτε την φτωχή πολιτιστική του κληρονομιά, στήνοντας στον τοίχο έργα και ημέρες σπουδαίων δημιουργών, που δεν ‘καναν τίποτα άλλο παρά να δρουν σύμφωνα με το κλίμα της εποχής το οποίο ήταν πολύ καλύτερο και πιο εξελιγμένο από το κλίμα της προηγούμενης από αυτήν εποχής. Σημαντικό είναι να αναλογιζόμαστε και την “παραδοσιακή” πίεση που ακείται στους αθλητές που κάνουν πρωταθλητισμό. Πίεση η οποία για κάποιους αθλητές είναι δεκτή με σκοπό την επίτευξη του στόχου και για κάποιους άλλους απαράδεκτοι. Δεν μένει παρά να ακούσουμε τους ίδιους να μας μιλάν για αυτό. Ας μην ξεχνάμε πως οι άνθρωποι καριέρας και οι πρωταθλητές θυσιάζουν πολλά στον βωμό του στόχου. Το ζητούμενο είναι πού βρίσκονται αυτά τα όρια.

Πέρα από τους αθλητές, οι καλλιτέχνες, ειδικά στο χώρο του θεάτρου, γνωρίζουν, όχι ένα, όχι δύο, όχι δέκα, αλλά εκατοντάδες περιστατικά ψυχολογικής και σωματικής βίας (μεταξύ άλλων και πολλών βιασμών) που έχουν συντελεστεί και δεν έχουν καταγγελθεί. Ήρθε λοιπόν η ώρα, ο άνθρωπος να αναλάβει τον εαυτό του. Ήρθε η ώρα ο καλλιτέχνης να μιλήσει. Ήρθε η ώρα ο δημιουργός να παραστεί ως μάρτυρας στο δικαστήριο και να μιλήσει για όσα ξέρει. Ήρθε η ώρα για τους φορείς και τους θεσμούς του καλλιτεχνικού στερεώματος να πάρουν θέση επίσημη και υπογεγραμμένη. Οι αδιανόητες κακοποιήσεις εργαζομένων, σε διάφορα επαγγέλματα, καθώς και η κάθε είδους εκμετάλλευση, ψυχική και σωματική των καλλιτεχνών, πίσω από τη σκηνή, αλλά και η σιωπή όλου αυτού του κόσμου δεκαετίες τώρα, ας ελπίσουμε πως θα λάβει ένα τέλος αρχής γενομένης, όχι από την καταγγελία της κυρίας Ζέτας Δούκα, αλλά ούτε και αυτή την κυρίας Γερονικολού, αλλά από τη διάθεση να λάμψει η αλήθεια και να ξεμπροστιαστούν οι δειλοί που λιμνάζουν στο χώρο του θεάματος, και όχι μόνο.

Ήρθε η ώρα, και όχι μόνο των καλλιτεχνών, αλλά και της κάθε γυναίκας, και κάθε άντρα που έχει υποστεί βιασμό, ψυχικό ή σωματικό, που έχει υποστεί κακοποίηση ψυχική ή σωματική, να σηκώσει το ανάστημά της και το ανάστημά του και να διεκδικήσει το είναι της και το είναι του, να διεκδικήσει τον ρόλο της και το ρόλο του σε αυτή την κοινωνία. Το μάτι είναι ζεστό και όσο το μάτι παραμένει ζεστό τότε υπάρχουν οι ευκαιρίες, τότε μπορούν να αποδειχθούν γεγονότα και καταστάσεις, αν πραγματικά το επιθυμεί το κάθε θύμα, αν θεωρεί το κάθε θύμα ότι θα βοηθήσει (που στις περισσότερες των περιπτώσεων θα βοηθήσει πραγματικά) αυτή την κοινωνία να πάει μπροστά αλλά, και να ανοίξει τα στόματα όλων των υπολοίπων άσημων, ή καλύτερα όχι διάσημων, πολιτών αυτής της χώρας, ώστε να σταματήσουν να φοβούνται και να εξυγιάνουν την ψυχή τους.

Έτσι λοιπόν, αν το κλίμα του 2021 έφερε τη γυναίκα να νιώθει δυνατή να καταγγείλει ένα βιασμό ακόμα και 20 χρόνια μετά, οφείλουμε να σταθούμε στο πλάι της, όπως οφείλουμε να στεκόμαστε στο πλάι του κάθε πολίτη που θα καταγγείλει το οτιδήποτε, αν φυσικά αυτό μπορεί να αποδειχθεί, καθώς, αγαπημένε μου πολίτη, αν οι καταγγελίες με μάρτυρες, ή με στοιχεία δεν μπορούν να διασταυρωθούν και κοχλάζουν σε έναν απύθμενο ωκεανό βαρυσήμαντων δηλώσεων, τότε φοβάμαι αυτό που μπορεί να ξημερώνει στον κάθε ένα και κάθε μία από εμάς. Γι’ αυτό, λοιπόν, οι άνθρωποι κάποτε, έγραψαν νόμους και έστησαν πολιτεύματα, και πιο συγκεκριμένα τη δημοκρατία.

Και επειδή, όπως εικάζω, για πολλά από τα αδικήματα για τα οποία θα κληθούν να μιλήσουν στο δικαστήριο οι φερόμενοι ως θύτες τους θα είναι δύσκολο να αποδειχθούν, ας κερδίσουμε κάτι πολύ σημαντικό το 2021, ας κερδίσουμε το θάρρος και ας λειτουργήσουμε ως πραγματική κοινωνία, καθώς πλέον θα είμαστε σε θέση να καταγγέλλουμε, όσο πιο σύντομα γίνεται, τα αίσχη, τις αισχρότητες και τις βιαιότητες που πραγματοποιούνται πίσω από κλειστές κουρτίνες και κλειδωμένες πόρτες, γιατί τότε δεν θα αφήνουμε σε κανέναν (και άσε τους καλοπροαίρετους) κακοπροαίρετο και πονηρό να πει σε κανένα θύμα σεξουαλικής κακοποίησης «Γιατί δεν το είπες όταν έγινε;» Ας κερδίσουμε αυτό, το 2021, και αυτή η νίκη είναι τεράστιας σημασίας για την κοινωνία μας.

Κείμενο: Δημήτρης Φαργκάνης (Lavart)

 

Η Σοφία Μπεκατώρου μίλησε στον Νίκο Χατζηνικολάου:

 

Πηγές φωτογραφιών: 1, 2

➔ Δείτε όλες τις τελευταίες ειδήσεις και όλα τα πιο πρόσφατα άρθρα της Lavart στο lavart.gr

Κοινοποίηση

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΑΚΟΜΗ

FOLLOW US!

lavart-logo

ΑΚΟΛΟΥΘΗΣΤΕ ΤΗ LAVART ΣΤΑ SOCIAL MEDIA