«Χρέος σου, ήσυχα, χωρίς ελπίδα, με γενναιότητα, να βάνεις πλώρα κατά την άβυσσο. Και να λες: Τίποτα δεν υπάρχει! Τίποτα δεν υπάρχει! Μήτε ζωή, μήτε θάνατος. Κοιτάζω την ύλη και το νου σα δυο ανύπαρκτα ερωτικά φαντάσματα να κυνηγιούνται, να σμίγουν, να γεννούν και να αφανίζουνται, και λέω: Αυτό θέλω. Δεν θέλω τίποτα άλλο. Ζητούσα ελευτερία.»

Νίκος Καζαντζακης (Ασκητική)

Μια Πέμπτη απόγευμα, στην χειμωνιάτικη Θεσσαλονίκη. Στη θέση του οδηγού, με ένα τσιγάρο στο χέρι, έναν μισοτελειωμένο καφέ και το ράδιο να είναι η μόνη διέξοδος στην αφόρητη κίνηση του κέντρου της πόλης. Λίγα λεπτά αργότερα και ακούω από μακριά συνθήματα. Καταλαβαίνω, αμέσως, τον λόγο της καθυστέρησης. Χαμηλώνω την ένταση του ραδιοφώνου και…

“Το πάθος για την λευτεριά, είναι δυνατότερο από όλα τα κελιά”

Βλέπω γύρω στους διακόσιους νέους και νέες, με διάφορες σημαίες και πανό. Στην ουρά της πορείας, ξεχωρίζω καμιά τριανταριά κρανιοφόρους. Στρίβω, σύμφωνα με τις εντολές της αστυνομίας, και απομακρύνομαι. Καταλαβαίνω πως πρέπει να σταματήσω, να αγοράσω τσιγάρα. Μπαίνοντας στο κατάστημα, υπάρχει ένας κύριος μπροστά μου, που εξυπηρετείται και σχολιάζει, τόσο δυνατά ώστε να ακούγεται μόνο μέσα στο κατάστημα.

“Τι καραγκιοζιλίκια είναι αυτά; Αυτά καταστρέφουν τη χώρα”

Χαμογελάω, καθώς μπαίνω ξανά στο αυτοκίνητό μου και για κάποιο λόγο δεν παραμιλώ, όπως κάνω συνήθως, αλλά έχω μια βαθιά σιωπή, ενώ το μυαλό μου κάνει τις γνωστές του βουτιές. Προσπαθώ να αποκλείσω κάθε σκέψη και επιρροή, θέλοντας να αφήσω τα συναισθήματά μου να αναβλύζουν ατόφια. Το πρώτο συναίσθημα που αντιλήφθηκα, ήταν η λύπη. Όχι για όλους αυτούς. Δεν είμαι τόσο αλληλέγγυος στα συναισθήματα μου, άλλωστε. Ένιωθα λύπη για μένα. Όχι γιατί, θεωρώντας τον εαυτό μου κάτι άλλο, δεν θα έπρεπε να κοινωνώ με όλους αυτούς. Λυπημένος, που δεν κατάφερα στη ζωή μου να τους μοιάσω. Να σταματήσω την τυραννία του μόνου. Να μπορώ και ‘γω να ζω και να πιστεύω. Να πιστεύω πως εγώ και οι όμοιοί μου ξέρουμε την λευτεριά. Την έχουμε γνωρίσει τόσο καλά που μπορούμε, πλέον, να μιλάμε εκ μέρους της. Να μιλώ για τα κελιά, στα οποία έχω ζήσει. Να μιλώ για την χώρα μου, που έχω υπερασπιστεί. Να ανήκω κι εγώ. Γιατί όχι; Εγώ, δεν είμαι ικανός να ανήκω; Κι αν έχω και καμιά σκέψη παραπάνω, ίσως και να την ξεχάσω στην διαδρομή, αρκεί να ανήκω. Να κάθομαι στον καναπέ μου, κυκλωμένος από συνθετικά και να ψάχνω τον επόμενο εχθρό της φύσης. Να βρίσκομαι σε μια κερκίδα και να ερωτοτροπώ με την μητέρα του κολλητού μου, σύμφωνα με το σύνθημα. Να υπάρχω και να προχωρώ σύμφωνα με τους εχθρούς μου κι όχι σύμφωνα με μένα. Πολιτικοί, μπάτσοι, οπαδοί, δημοσιογράφοι, αφεντικά, αλλοδαποί. Κι αν δεν μου φτάσουν αυτοί, μπορεί και να γίνω διεθνής παίχτης. Να ζω σύμφωνα με το μίσος μου για τον Μπίλι Γκέιτς, τον Ερντογάν και την Μέρκελ. Είμαι σίγουρος πως, ακόμη κι εκεί, θα βρω κι άλλους λεύτερους να ανήκουμε. Άρχισα να φοβάμαι ήδη. Μη δεν υπάρχει κανένας να μισώ ελεύθερα. Μήπως και τελειώσει το απόθεμα από καμιά μακρινή σκέψη για σεβασμό και δεν έχω πλέον ελεύθερα τους εχθρούς μου. Και τι θα γίνω χωρίς εχθρούς; Πώς θα ζω χωρίς να ανήκω; Είναι δυνατόν να ζω χωρίς να είναι ο μπάτσος γουρούνι, ο αλλοδαπός ανεπιθύμητος, το αφεντικό νεκρός και ο απέναντι οπαδός βιασμένος από όλη την κερκίδα; Τότε; Τι θα γίνει τότε; Εγώ, όλα αυτά τα έκανα με μία ελεύθερη ευκολία. Δε ζούσα στη φυλακή της προσπάθειας. Στο κελί του αγώνα. Όχι, όχι, όχι! Δε θέλω ούτε να το σκέφτομαι. Πρέπει να φοβάμαι. Γιατί αν δε φοβάμαι, δε θα ελπίζω. Κι αν δεν ελπίζω, δε θα ανήκω. Θα είμαι μόνος. Και δε θέλω να είμαι μόνος μου. Γι’ αυτό και θα μισώ αυτό που φοβάμαι. Έτσι, θα μπορώ κι εγώ, δικαιωματικά, να είμαι ελεύθερος!

Κείμενο: Οδυσσέας Διαβατάρης (Lavart)

Πηγή φωτογραφίας

➔ Δείτε όλες τις τελευταίες ειδήσεις και όλα τα πιο πρόσφατα άρθρα της Lavart στο lavart.gr

Κοινοποίηση

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΑΚΟΜΗ