παιδί_ αυτοέλεγχος

Η αυταρχικότητα των γονέων και ο αυτοέλεγχος του παιδιού

Τελικά η αυταρχικότητα του γονέα βοηθάει στον αυτοέλεγχο του παιδιού;

Η έννοια του αυτοελέγχου μας κυνηγά από παιδιά. Η ικανότητα του ανθρώπου να ελέγχει την συμπεριφορά του, και ό, τι αυτή προϋποθέτει ή συνεπάγεται, αποτελεί μία δεξιότητα που είναι απαραίτητη για την κοινωνική αλληλεπίδραση, την ανάπτυξη και την ευημερία. Συχνά, σε μία συζήτηση, ενοχλούμαστε από τους συμμετέχοντες που διακόπτουν συνεχώς ή από άτομα που κάνουν φασαρία μέσα σ’ έναν χώρο που επιβάλλεται η ησυχία. Η ικανότητα του ατόμου να αντικαθιστά μία κυρίαρχη αντίδραση με μία λιγότερο επιθυμητή αντίδραση για τον ίδιο ονομάζεται «κοπιώδης έλεγχος» και περιλαμβάνεται στις όψεις της ιδιοσυγκρασίας για τον αυτοέλεγχο (Cervon & Pervin, 2013)

Ο αυτοέλεγχος στα παιδιά είναι άρχουσας σημασίας για την ψυχοκοινωνική και ψυχοσυναισθηματική τους ανάπτυξη και αλληλεπίδραση. Η ικανότητα του αυτοελέγχου διαμορφώνεται σταδιακά στα πρώτα χρόνια της ζωής, ακολουθώντας την καμπύλη της γνωστικής ανάπτυξης του παιδιού και σχετίζεται με το σύστημα διαχείρισης θυμού και προσέγγισης (Kochanska & Knaack, 2003). Περίπου από την συμπλήρωση της ηλικίας των 12 μηνών μέχρι και του 18 μήνες, το βρέφος έχει αποκτήσει την ικανότητα του ελέγχου της συμπεριφοράς με βάση τα εξωτερικά ερεθίσματα που του προσφέρουν οι φροντιστές. Μέχρι τους 24 μήνες, δύο χρονών δηλαδή, ο αυτοέλεγχος έχει κατακτηθεί χωρίς την ύπαρξη εξωτερικών ερεθισμάτων. Στην ηλικία των τριών, πλέον, το παιδί διαθέτει αυτοέλεγχο και ευκαμψία του ελέγχου ανάλογα με τις περιστάσεις (Kochanska, Coy & Murray, 2001).

Από ψυχαναλυτικής άποψης, ο ίδιος ο Freud, μιλώντας για την ψυχοσεξουαλική ανάπτυξη στα παιδιά,  ορίζει την περίοδο μεταξύ του δεύτερου και του τρίτου έτους ως πρωκτικό στάδιο. Κατά τη θεωρία, η ικανοποίηση σε αυτή την ηλικία προκύπτει από την κένωση και η απόκτηση της ικανότητας της κατακράτησης σηματοδοτεί την ολοκλήρωση του σταδίου. Αυτή είναι η πρώτη σύγκρουση του παιδιού με την κοινωνική πραγματικότητα, ανάμεσα στην προσωπική ευχαρίστηση και τις επιταγές της κοινωνίας. Τα άτομα που αντιμετωπίζουν προβλήματα στο εν λόγω αναπτυξιακό στάδιο αναπτύσσουν «καθηλώσεις» σε αυτό, με αποτέλεσμα ως ενήλικες να έχουν θέματα ελέγχου. Κατά τον Erikson, το ψυχοκοινωνικό στάδιο αυτής της ηλικίας περιλαμβάνει το δίπολο Αυτονομίας – Ντροπής και Αμφιβολίας για τα παιδιά, όπου προσπαθούν να αποκολληθούν από τους γονείς (φυσικά με την συγκατάθεση των ίδιων) και να εξερευνήσουν.

παιδί και αυτοέλεγχος
Ο αυτοέλεγχος στα παιδιά είναι άρχουσας σημασίας για την ψυχοκοινωνική και ψυχοσυναισθηματική τους ανάπτυξη.

Ο αυτοέλεγχος επέρχεται μέσω της αλληλεπίδρασης με τους γονείς και της συμμόρφωσης στις «απαιτήσεις» τους για πράγματα που «Πρέπει» και «Δεν πρέπει» να κάνουν (Kochanska, Coy & Murray, 2001). Τα παιδιά που συμμορφώνονται με έναν πιο δεσμευτικό τρόπο, χωρίς να δυσανασχετούν, εσωτερικεύουν την επιθυμητή συμπεριφορά και την κάνουν δική τους, με αποτέλεσμα ένα αίσθημα αυτονομίας και αυτοελέγχου (Kochanska, Coy & Murray, 2001).

Ωστόσο, έχει φανεί μία αντίστροφη σχέση μεταξύ της αυταρχικής επιβολής κανόνων από του γονείς και του αυτοελέγχου των παιδιών. Στην έρευνα των Kochanska & Knaack (2003), οι ερευνητές μελέτησαν την παραπάνω σχέση σε παιδιά 2-3 χρονών. Στα νήπια ανατέθηκαν συμπεριφορικές δοκιμασίες κοπιώδους ελέγχου, όπως για παράδειγμα να μιλούν χαμηλόφωνα ή να περιμένουν για να φάνε ένα ζαχαρωτό. Οι μητέρες έδιναν οδηγίες στα παιδιά τους και το ύφος καταγραφόταν από τους παρατηρητές. Στην έρευνα φάνηκε πως όσο πιο αυταρχικές ήταν οι μητέρες, τόσο δυσκολεύονταν τα παιδιά να πετύχουν στις δοκιμασίες κοπιώδους ελέγχου.

Οι αυταρχικοί γονείς είναι πιο παρεμβατικοί στον τρόπο που λειτουργούν τα παιδιά τους, με αποτέλεσμα το παιδί να μην διαθέτει τον χρόνο να εσωτερικεύσει την «απαίτηση» και να αποδείξει στο ίδιο και στους γονείς του ότι μπορεί να τα καταφέρει χωρίς την δική τους επιβολή. Γονείς που ανταποκρίνονται με συνέπεια στις συναισθηματικές αντιδράσεις του παιδιού, δημιουργώντας έτσι περιβάλλον ασφάλειας, έχουν θέσει υγιή όρια τα οποία τηρούν, ενώ, παράλληλα, προάγουν την αυτονομία και προάγουν τη λογική σκέψη. Με τον τρόπο αυτό, βοηθούν τα παιδιά τους να αναπτύξουν μεγαλύτερο αυτοέλεγχο και να εξελίξουν τις νοητικές του δεξιότητες (Lengua, Honorado & Bush, 2007).

Ακόμη, και καθώς μιλάμε για συσχετίσεις, η συμπεριφορά του παιδιού, που καλλιεργείται με μειωμένο αυτοέλεγχο διαχρονικά, οδηγεί στην συνέχιση της επιβλητικής συμπεριφοράς του γονέα σε ένα παιδί που πλέον δεν προσπαθεί να αποκτήσει την αυτονομία του (Kochanska & Knaack, 2003). Στην αντίθετη περίπτωση, η δημιουργία ολοκληρωμένων δεξιοτήτων κοπιώδους ελέγχου προβλέπει θετική γονεϊκή συμπεριφορά και λιγότερο πειθαρχική προς το παιδί από την παιδική έως και την εφηβική ηλικία (Tiberio et al, 2016).

Ο γονέας οφείλει να διατηρεί την θέση του ως «ισχυρότερος» με μία διδακτική χροιά, λαμβάνοντας υπόψιν την ανάπτυξη του παιδιού, επιτρέποντας του να ανακαλύψει τον κόσμο με την συγκατάθεση του και την επιβεβαίωση ότι αποτελεί μία βάση ασφάλειας όπου το παιδί μπορεί να απευθυνθεί όταν νιώθει αβέβαιο. Φυσικά, είναι σημαντικό να τονίσουμε πως και τα μη υπαρκτά όρια δεν είναι ευεργετικά για τον αυτοέλεγχο, καθώς δεν υπάρχει το παράδειγμα των ορίων από τους εξωτερικούς παράγοντες, ώστε να μπορέσουν να δημιουργηθούν τα προσωπικά εσωτερικευμένα όρια. Η απάντηση βρίσκεται στον συγχρονισμό του γονέα με την ιδιοσυγκρασία και την γνωστική ανάπτυξη του παιδιού και την ικανότητα του να διακρίνει πως το παιδί του είναι ένας ξεχωριστός άνθρωπος με ικανότητα αυτορύθμισης.

Διαβάστε επίσης:

Baby-Led Weaning: Αφήστε το μωρό σας να φάει μόνο του

Κείμενο: Λένα Ζετσίδου (Lavart)

 

Πηγές:

Cervon, D., & Pervin, L., A. (2013) Θεωρίες Προσωπικότητας: Έρευνα και Εφαρμογές, Gutenberg – Γιώργος & Κώστας Δαρδανός

Kochanska, G., Coy, K., C. & Murray, K., T. (2001). The Development of Self-Regulation in the First Four Years of Life. Child Development, 72(4), 1091 – 1111.

Kochanska, G., & Knaack, A. (2003). Effortful Control as a Personality Characteristic of Young Children: Antecedents, Correlates, and Consequences. Journal of personality, 71, 1087-112.

Tiberio, S. S., Capaldi, D. M., Kerr, D. C., Bertrand, M., Pears, K. C., & Owen, L. (2016). Parenting and the development of effortful control from early childhood to early adolescence: A transactional developmental model. Development and psychopathology, 28(3), 837–853.

Πηγή φωτογραφιών

➔ Δείτε όλες τις τελευταίες ειδήσεις και όλα τα πιο πρόσφατα άρθρα της Lavart στο lavart.gr

Κοινοποίηση

Share on facebook
Share on twitter
Share on linkedin
Share on whatsapp
Share on email

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΑΚΟΜΗ