thiller cover

Έγκλημα Και Σασπένς Στον Ευρωπαϊκό Κινηματογράφο

«Το κακό δε μένει ποτέ ατιμώρητο, μεσιέ. Η τιμωρία, όμως, ενίοτε παραμένει κρυφή»   – Άγκ. Κρίστι, Θανάσιμος Κίνδυνος, μτφρ. Χρ. Καψάλης

Τα θρίλερ είναι ένα κατεξοχήν αγαπημένο είδος ταινιών μεταξύ των σινεφίλ, ίσως επειδή μας συναρπάζει η εξερεύνηση της ανθρώπινης κατάστασης ή μας γοητεύει το στοιχείο του κινδύνου, του μυστηρίου, των παράξενων, μακρινών από την τυπική καθημερινότητα καταστάσεων. Είναι ένα είδος με πολλές υποκατηγορίες. Ψυχολογικά, πολιτικά, δικαστικά, αστυνομικά, κατασκοπικά, ερωτικά, δράσης, περιπέτειας, επιστημονικής φαντασίας, μυστηρίου… υπάρχει κάτι για όλους. Κοινή συνισταμένη τους είναι η πρόκληση αισθήματος αγωνίας, το σασπένς για την τύχη των ηρώων ή και τη λύση του γρίφου.

Ο ευρωπαϊκός κινηματογράφος έχει να επιδείξει μια μακρά παράδοση με πληθώρα δυνατών επιλογών. Εντελώς ενδεικτικά, θα αναφέρουμε εδώ πέντε προτάσεις με κοινό παρονομαστή τη μελέτη της ανθρώπινης συμπεριφοράς. Ακόμη, σκόπιμα γίνεται διαχωρισμός μεταξύ θρίλερ και ταινιών τρόμου, για τις οποίες θα μιλήσουμε σε μελλοντικό άρθρο.«Το κορίτσι στην ομίχλη» (La ragazza nella nebbia) του Ντονάτο Καρίζι (2017) βασισμένο στο ομώνυμο βιβλίο του ίδιου, ανήκει στα αστυνομικά θρίλερ και πραγματεύεται την εξαφάνιση ενός δεκαπεντάχρονου κοριτσιού από βαθιά θρησκευόμενη οικογένεια σε ένα χωριό των ιταλικών Άλπεων. Στον τόπο της εξαφάνισης καλείται ο έμπειρος αλλά ιδιότροπος και με ανορθόδοξες μεθόδους επιθεωρητής Βόγκελ (Τόνι Σερβίλο), με την κατάσταση να εξελίσσεται σε υπόθεση δολοφονίας χωρίς προφανές κίνητρο.

Στο μικροσκόπιο της ταινίας μπαίνουν η φρενίτιδα των μίντια, η κλειστή κοινότητα του χωριού, η θρησκοληψία και η επακόλουθη της υποκρισία, αλλά και η γοητεία που ασκεί στους ανθρώπους η φύση του κακού. Οι γραφικές Άλπεις μετατρέπονται στο υποβλητικό σκηνικό όπου οι διάφορες ιστορίες μπλέκονται, με το παρελθόν να επαναλαμβάνεται σε ένα αέναο παιχνίδισμα της εμμονής με την εγκληματική ιδιοφυία, διατηρώντας το ενδιαφέρον σχεδόν αμείωτο κατά τη διάρκεια του φιλμ.Σε παρόμοιο ύφος κινείται και «Ο αόρατος επισκέπτης» (Contratiempo) του Οριόλ Πάουλο (2016), ένα ακόμη θρίλερ μυστηρίου. Η συνήγορος υπεράσπισης Βιρχίνια Γκούντμαν (Άνα Βάχενερ) επισκέπτεται τον επιφανή νεαρό επιχειρηματία Άντριαν Ντόρια (Μάριο Κάσας) κατηγορούμενο για τον φόνο της ερωμένης του με σκοπό να ανατρέξουν στις λεπτομέρειες της υπόθεσης και να προετοιμαστούν μέσα σε μερικές ώρες για την επερχόμενη δίκη του.

Η ανασκόπηση των γεγονότων φωτίζει διαφορετικές πλευρές του εγκλήματος σε ένα διαρκές γαϊτανάκι ψεμάτων, υπεκφυγών και ανατροπών. Η ατμοσφαιρική φωτογραφία της ταινίας χαρακτηρίζεται από μια κλινική ψυχρότητα, καθαρά, στυλιζαρισμένα πλάνα και αίσθηση ακρίβειας. Σε συνδυασμό με το σκοτεινό σάουντρακ του Φερνάντο Βελάσκες, μας παρασύρει σε μια ασταμάτητη εναλλαγή συναισθημάτων συμπάθειας και αντιπάθειας, βεβαιότητας και υποψιών.Με αφετηρία το ομώνυμο βιβλίο του Τζο Νέσμπο, το θρίλερ δράσης «Κυνηγοί Κεφαλών» (Hodejegerne) του Μόρτεν Τίλντουμ (2011) είναι εξαιρετικό δείγμα του λεγόμενου σκανδιναβικού νουάρ. Ο Ρότζερ Μπράουν (Άξελ Χένι) είναι ένας επιτυχημένος κυνηγός «κεφαλών» δηλαδή επιχειρηματικών ταλέντων εκ μέρους μεγάλης εταιρείας, κατοικεί σε προάστιο με την γκαλερίστα γυναίκα του και είναι βουτηγμένος στα χρέη. Παράλληλα, για να διατηρήσει τον πολυτελή τρόπο ζωής του χρησιμοποιεί τις επαφές του για να κλέβει πίνακες αξίας αντικαθιστώντας τους με πιστά αντίγραφα. Όταν φτάνει στην εταιρεία ο Κλας Γκρέβε (Νικολάι Κόστερ-Βάλνταου), ένας νέος συνεργάτης που φλερτάρει τη γυναίκα του και ισχυρίζεται ότι κατέχει έναν πίνακα του Ρούμπενς, ο Ρότζερ διακρίνει μια πολύ δελεαστική ευκαιρία για κέρδος και εκδίκηση. Δεν υπολογίζει, όμως το σκοτεινό παρελθόν του αντιπάλου του και από κυνηγός καταλήγει κυνηγημένος.

Με σωστή αίσθηση ρυθμού και τάιμινγκ, η ταινία συνδυάζει πανέξυπνα ό,τι θα περιμέναμε να δούμε σε μια αμερικάνικη ταινία δράσης (ανθρωποκυνηγητό, καταδιώξεις, πυροβολισμούς κτλ.) με αμείωτο σασπένς και αγωνία, καυστικό κοινωνικό σχόλιο και στιγμές μαύρου χιούμορ.Το κλειστοφοβικό και βίαιο «Πείραμα» (Das Experiment) του Όλιβερ Χιρσμπίγκελ (2001) βασίστηκε στο μυθιστόρημα «Black Box» του Μάριο Τζιορντάνο αλλά και στο αληθινό πείραμα φυλάκισης του Πανεπιστημίου του Στάνφορντ που έγινε το 1971. Ο ταξιτζής Τάρεκ Φαχντ (Μόριτς Μπλάιμπτροϊ) αποφασίζει να συμμετάσχει έναντι αμοιβής στο πείραμα μιας ομάδας επιστημόνων, όπου είκοσι άτομα χωρισμένα σε ρόλους (οκτώ φύλακες και δώδεκα κρατούμενοι), καλούνται να περάσουν δύο εβδομάδες έγκλειστοι υπό συνεχή παρακολούθηση. Σκοπός των ιθυνόντων είναι να μελετήσουν και να καταγράψουν τις συμπεριφορές των δύο ομάδων σε συνθήκες φυλάκισης. Ενώ αρχικά για τον Τάρεκ μοιάζει ευκαιρία για εύκολα χρήματα και επιπλέον διαπραγματεύεται με εφημερίδα να πουλήσει την ιστορία, σιγά-σιγά οι φύλακες αρχίζουν να παίρνουν πολύ σοβαρά τον ρόλο τους, με αποτέλεσμα το πείραμα να βγει εκτός ελέγχου.

Με σταθερό χτίσιμο της πλοκής και κλιμακούμενη δράση, η ταινία καταδεικνύει πόσο εύθραυστος είναι ο πολιτισμός μας, αφού παρ’ όλη την κοινωνική του μόρφωση και τις προσωπικές του εμπειρίες, ο άνθρωπος, ως ον, μοιάζει να είναι δέσμιος της ζωώδους φύσης του. Το κοινωνικό προσωπείο καταρρέει πολύ γρήγορα, οι ηθικοί κώδικες εξανεμίζονται μαζί με τις αναστολές και την ανθρωπιά, με αποτέλεσμα να υποκύπτουμε, είτε σαδιστικά είτε διστακτικά, στα ένστικτα της επιβίωσης και της κυριαρχίας όταν μας δίνεται η δυνατότητα.Αντίθετα, ο «Κρυμμένος» (Caché) του Μίχαελ Χάνεκε (2005) είναι σαφώς το πιο «ήσυχο» και υποδόρια ανησυχητικό φιλμ της πεντάδας. Ο κριτικός λογοτεχνίας Ζορζ Λοράν (Ντανιέλ Οτέιγ) και η εκδότρια σύζυγός του Αν (Ζυλιέτ Μπινός) κατοικούν μαζί με τον γιο τους Πιερό σε ένα τυπικό, μοντέρνο σπίτι σε μια ήσυχη γειτονιά του Παρισιού. Η καθημερινότητά τους διαταράσσεται όταν αρχίζουν να βρίσκουν στην πόρτα τους ανώνυμες βιντεοκασέτες που δείχνουν πλάνα του σπιτιού τους σαν από κάμερα παρακολούθησης.

Το ψυχολογικό αυτό θρίλερ λειτουργεί και ως παραβολή των ταξικών διαφορών στηλιτεύοντας παράλληλα (και έντονα) το πολιτικό, αποικιοκρατικό παρελθόν της Γαλλίας. Χωρίς μουσική επένδυση και με απλά, κάπως μακρόσυρτα πλάνα καταφέρνει να μας κάνει, όχι τόσο ν’ αγωνιούμε, αλλά να νιώθουμε άβολα, σε κατάσταση αναμονής. Αινιγματικό μες στην απλότητά του, υπογραμμίζει τη ρευστότητα της ηθικής και την αλήθεια που μπορεί να κρύβεται και ανάμεσα στις πράξεις.

Κείμενο: Μαρία Κολιού (Lavart)

Πηγή Φωτογραφιών: imdb.

Επικαιρότητα

μοιρασου το!

Share on facebook
Share on twitter
Share on email
Share on whatsapp
Share on facebook
Share on twitter
Share on email