Σαν σήμερα γεννιέται η «μαστόρισσα» του δημοτικού τραγουδιού

«Μέσα από τα παραδοσιακά τραγούδια μπορεί να μάθει κανείς ολόκληρη την ιστορία μας» συνήθιζε να υποστηρίζει. «Η Παράδοση κάνει ολόκληρο τον κύκλο της ζωής τραγούδι, από τη γέννηση, το νανούρισμα μέχρι τον θάνατο και το μοιρολόι«. Για την αείμνηστη Δόμνα Σαμίου η δημοτική μουσική ήταν κάτι πολυτιμότερο από μία κοινή καλλιτεχνική ενασχόληση, ήταν πάθος, μεράκι, κομμάτι του ίδιου της του εαυτού, γεγονός που επιβεβαιώνεται μέσα από τον τρόπο – ολοκληρωτικό, σχεδόν στρατευμένο – που δόθηκε στην προσπάθεια της καταγραφής, διάσωσης και διάδοσής του παραδοσιακού τραγουδιού μέχρι και το τέλος της ζωής της.


Η Δόμνα Σαμίου γεννήθηκε στις 12 Οκτωβρίου του 1928 στην Καισαριανή της Αττικής από οικογένεια Μικρασιατών προσφύγων. Οι γονείς της, με καταγωγή από το Μπαϊντίρι της Σμύρνης, έφτασαν στην Αθήνα μετά την Καταστροφή και κατά την ανταλλαγή των πληθυσμών. Ο αγώνας για την επιβίωση, η προσφυγική αλληλεγγύη και ο πόνος του ξεριζωμού μέσα από τις διηγήσεις γαλούχησαν τη νεαρή τότε Δόμνα, «χτίζοντας» τον λαϊκό της χαρακτήρα και ανδρώνοντας το ενδιαφέρον της για τη δημοτική μουσική. «Είχα το ‘μικρόβιο’ της Παράδοσης και της προσφυγιάς από τα γεννοφάσκια μου», θα δηλώσει κάποια στιγμή σε συνέντευξή της.

Μαθήτευσε δίπλα στον εξαίρετο ιεροψάλτη και μουσικοδιδάσκαλο Σίμωνα Καρά σε ηλικία 13 ετών, όταν γράφτηκε στο «Σύλλογο προς Διάδοσιν της Ελληνικής Μουσικής» και είχε μέσα απ’ αυτόν την παρθενική της επαφή με το βυζαντινό και δημοτικό τραγούδι. Χάρη στο συγκεκριμένο φορέα ξεκίνησε η συνεργασία της με το Εθνικό Ίδρυμα Ραδιοφωνίας (ΕΙΡ), αφού προσλήφθηκε στο Τμήμα Εθνικής Μουσικής το 1954. Επρόκειτο για μία μακρά και άκρως παραγωγική συνεργασία, η οποία ολοκληρώθηκε με την παραίτηση της ερμηνεύτριας το 1971. Σε αυτά τα 17 χρόνια, η Δόμνα Σαμίου γνώρισε τους σημαντικότερους λαϊκούς ερμηνευτές και μουσικούς της επαρχίας, οι οποίοι εκείνη την εποχή, στο πλαίσιο της μεγάλης εσωτερικής μετανάστευσης και αστικοποίησης, συνέρρεαν στην πρωτεύουσα και το ΤΕΜ τους ηχογραφούσε για τις εκπομπές του. Ιδιαίτερα διδακτική περίοδος για την ίδια, αφού πραγματοποίησε ταξίδια ανά την Ελλάδα για επιτόπια έρευνα και συγκέντρωση υλικού, εξοικειώθηκε με όλα τα τοπικά μουσικά ιδιώματα, ενώ ανέλαβε τη μουσική επιμέλεια και έκδοση δίσκων, θεατρικών παραστάσεων και κινηματογραφικών ταινιών.

Η δισκογραφία της Δόμνας Σαμίου (προσωπική, συμμετοχές και παραγωγή) αγγίζει τα 43 άλμπουμ, με πρώτο το «Τραγούδια της στεριάς και της θάλασσας» (1961), που περιλάμβανε 15 δημοτικά κομμάτια από την Ελλάδα, τον Πόντο και τη Μικρά Ασία. Τα τραγούδια ηχογραφήθηκαν την περίοδο 1955-1960, όπου η ερμηνεύτρια συνεργαζόταν ήδη με τη δισκογραφική εταιρεία Fidelity-Philips του Αλέκου Πατσιφά. Όπως χαρακτηριστικά θα δήλωνε αργότερα: «Έβλεπα την κακοποίηση που γινόταν εις βάρος του δημοτικού τραγουδιού, αγανακτούσα και αποφάσισα κάποτε να συνεργαστώ με τον κύριο Πατσιφά που είχε την Fidelity – Philips, εύρισκα συγκροτήματα γνήσια και κάναμε δίσκους».

Όταν έληξε η συνεργασία της με το ΕΙΡ, τραγούδησε με τον Διονύση Σαββόπουλο στις νεανικές και αντιχουντικές μπουάτ «Ροντέο» (1971) και «Κύτταρο» (1972-73), όπου μεγάλη αποδοχή από το φοιτητικό κοινό, «συστήνοντας» για πρώτη φορά το δημοτικό τραγούδι σε αυτές τις ηλικίες. Η ίδια ανέφερε για εκείνη την περίοδο: «Πρώτη φορά που τραγούδησα μόνη ήταν το 1960, στην Ελληνοαμερικανική Ένωση […]. Ξανατραγούδησα μόνη μου δέκα χρόνια αργότερα, το Μάρτιο 1971, στη μέση της χούντας, στο υπόγειο «Ροντέο» της Ιουλιανού, που με είχε καλέσει ο Διονύσης Σαββόπουλος. Αρχικά, είχα διστάσει πολύ, τελικά όμως, αποφάσισα να πάω. Είχα όμως τρομερή αγωνία πώς θα με δεχτεί το φοιτηταριό που σύχναζε εκεί. Οι νέοι, λοιπόν, όταν άκουσαν το δημοτικό τραγούδι, άρχισαν να καταλαβαίνουν ότι κάτι γίνεται, μέχρι τότε δεν είχαν ιδέα τι θα πει δημοτικό τραγούδι και από τότε, όταν έκαναν στο Πανεπιστήμιο διάφορες εκδηλώσεις, με καλούσαν να τραγουδήσω και δειλά-δειλά τα παιδιά σηκωνόντουσαν να χορέψουν, άλλος από την Πελοπόννησο, άλλος από τη Θεσσαλία, άλλος από τη Μακεδονία, άλλος από την Κρήτη. Περνούσε, λοιπόν, η ντροπή που είχαν για το δημοτικό τραγούδι.»

Συνεργάστηκε με τον μουσικό Γιώργο Κοντογιώργο, διασκευάζοντας το τραγούδι Γαλανή Γαλαζιανή, που συμπεριλήφθηκε στον δίσκο «Ωτοστόπ» του Θανάση Γκαϊφύλλια, ενώ εμφανίστηκε στο English Bach Festival του Λονδίνου, καλεσμένη της διοργανώτριας Λίλας Λαλάντη. Το 1974 μεταπήδησε στην Columbia, μέσα από την οποία κυκλοφόρησε μεγάλο αριθμό LP. Τη σεζόν 1976-77 ανέλαβε την παρουσίαση του μουσικού ντοκιμαντέρ της ΕΡΤ «Μουσικό Οδοιπορικό«, σε σκηνοθεσία των Φώτη Λαμπρινού και Ανδρέα Θωμόπουλου. Στα 20 επεισόδια που γυρίστηκαν η Δόμνα Σαμίου «όργωσε» την ελληνική επικράτεια και το υλικό που προέκυψε αποδείχθηκε εξαιρετικά σημαντικό για την μετέπειτα προσπάθεια διαφύλαξης του παραδοσιακού ελληνικού τραγουδιού. Παράλληλα, οι μουσικές της γνώριζαν μεγάλη απήχηση από τον απόδημο ελληνισμό και την ομογένεια στη Γαλλία, τη Σουηδία, τον Καναδά και την Αυστραλία.

Το 1981 συστήνεται ο «Καλλιτεχνικός Σύλλογος Δημοτικής Μουσικής – Δόμνα Σαμίου» με κύριο μέλημα τη «διάσωση και προβολή της παραδοσιακής μουσικής με αυστηρές επιστημονικές και ποιοτικές προδιαγραφές, μακριά από τις απαιτήσεις των εμπορικών εταιρειών«. Ο σύλλογος συνεχίζει το σπουδαίο του έργο εις μνήμην της μέχρι και σήμερα. Παράλληλα, επιμελήθηκε μουσικά παραστάσεις του Εθνικού Θεάτρου, δίδαξε δημοτικό τραγούδι για ενήλικες στο Μουσείο Ελληνικών Λαϊκών Οργάνων της Αθήνας (1994-2001) και εμφανίστηκε στο Ωδείο Ηρώδου Αττικού για τέσσερις συνεχείς χρονιές (1995-1998). Τον Οκτώβριο του 1998 τιμήθηκε από το Μέγαρο Μουσικής Αθηνών με σχετικό αφιέρωμα που έγινε προς τιμήν της με αφορμή τα 70 της χρόνια («Η γνωστή και άγνωστη Δόμνα»). Έχει λάβει τιμητικό μετάλλιο ως αναγνώριση της προσφοράς της στον Πολιτισμό από τον τότε Πρόεδρο της Δημοκρατίας, Κωστή Στεφανόπουλο, (2005) αλλά και βραβείο Αρίων για τον ίδιο σκοπό (2006).

Σημαντικό ενδιαφέρον έδειξε η αείμνηστη Δόμνα Σαμίου και για τα παιδιά και τους νέους, για τη σχέση αυτών με το παραδοσιακό τραγούδι, για την οποία και ανησυχούσε ιδιαίτερα. «Η νέα γενιά βρίσκει αυτό που κρύβει ένα τραγούδι παραδοσιακό: ένα ήθος, μία λεβεντιά, μία αξιοπρέπεια. Ό,τι έχω κάνει, το έχω κάνει για εσάς, τα παιδιά… εμείς, δίνουμε σε σας, τους νέους, τη σκυτάλη για να προχωρήσετε» είχε δηλώσει. Θεωρούσε χρέος της να διδάσκει, να «μυεί» και να αναδεικνύει πρωτοεμφανιζόμενους καλλιτέχνες του είδους, όπως και έκανε σε κάθε της εμφάνιση. Δεν είναι τυχαίο, άλλωστε, το γεγονός ότι ηχογράφησε δύο δίσκους με παιδικά τραγούδια.

Η Δόμνα Σαμίου δίδασκε τους νεότερους συνεργάτες της όχι μόνο με τη φωνή της και τις ερμηνευτικές υποδείξεις στις πρόβες, αλλά και με τη συνολική στάση της ζωής της. Δίδασκε «ήθος», με την πλήρη έννοια της λέξης, και αισθητική. Αντίθετη προς την εμπορευματοποίηση της ελληνικής παράδοσης, εφάρμοζε την εμπεριστατωμένη γνώση και τεχνική της με σεβασμό και αγάπη προς το αντικείμενο, κληροδοτώντας στις επόμενες γενιές μία ανυπολόγιστης αξίας μουσική παρακαταθήκη.

Τους ανθρώπους που έχουν επιδείξει παρόμοια ζέση για το ελληνικό τραγούδι τους βρίσκει κανείς μόνο στους μεγάλους «δασκάλους» του ρεμπέτικου, του λόγιου και ελαφρολαϊκού του προηγούμενου αιώνα. Άλλωστε, ήταν και εκείνη μια «δασκάλα» του είδους της, η «μαστόρισσα» του δημοτικού τραγουδιού, όπως την αποκαλούσαν οι συνεργάτες της μέχρι και το τέλος. Είχε κάτι από εκείνη την εκλεκτή πάστα. Το «Της Τριανταφυλλιάς Τα Φύλλα» (Αμάν Γκελ Αμάν) ήταν το αγαπημένο της κομμάτι.

Κείμενο: Γιάννης Καρακασίδης (Lavart) 

Κοινοποίηση:

Σχόλια

No more articles
Έρχεται στην Ελλάδα το αφιέρωμα στη Cesaria Evora

Close