Υποχρεωτική [;] Συνεπιμέλεια στην Ελλάδα του 2021

Εστιάζοντας στα σημεία! Το νομοσχέδιο που προτείνει το βάφτισμα της συνεπιμέλειας ως υποχρεωτική και όσα φέρει μαζί του.

Στην Ελλάδα τα τελευταία χρόνια σύμφωνα με τις μετρήσεις της ΕΛΣΤΑΤ εκδίδονται σχεδόν 20.000 διαζύγια ετησίως, κάτι λιγότερο δηλαδή από τον συνολικό αριθμό των γάμων που πραγματοποιούνται κάθε χρόνο. Τα τρία τέταρτα των ανθρώπων που παίρνουν την απόφαση να χωρίσουν έχουν, ήδη, αποκτήσει παιδιά, πράγμα που σημαίνει πως η απόφαση για μία χωριστή πορεία στη ζωή επηρεάζει και τα παιδιά τους…σε πολλές διαστάσεις. Στα τέλη του 2020 ξεκίνησε η συζήτηση για ένα νέο νομοσχέδιο περί της επιμέλειας των παιδιών, δίνοντας έμφαση στην υποχρεωτική συνεπιμέλεια και την παρουσία και των δύο γονέων, ξεκινώντας μία διαμάχη ανάμεσα σε αυτούς που επιθυμούν την ψήφισή του και σε αυτούς που το αποδοκιμάζουν.

Αξιοσημείωτο είναι πως η ισχύουσα νομοθεσία καθιερώθηκε πριν από τέσσερις δεκαετίες. Ο νόμος που θεσπίστηκε το 1983, φυσικά, ήταν πρωτοποριακός για την εποχή του, δίνοντας λόγο στη μητέρα-γυναίκα και σπάζοντας την πατριαρχική εξουσία του άνδρα στην οικογένεια. Ακόμη κι αν το νομοσχέδιο της συνεπιμέλειας δεν ερχόταν τώρα να διεκδικήσει τη θέση του, ο νόμος αυτός θα έπρεπε να αναθεωρηθεί και να αξιολογηθεί εκ νέου εξαιτίας του μεγάλου χρονικού διαστήματος που πληρώθηκε και των κοινωνικών αλλαγών που μεσολάβησαν κατά την διάρκειά του. Το διαζύγιο έχει κοινωνικές και έμφυλες διαστάσεις που βρίσκονται σε μία κατάσταση αναδιαμόρφωσης εδώ και πολλά χρόνια, με τις μάχες που έχουν δοθεί για την ισότητα και την αποδόμηση των φύλων.

Βέβαια, κάνουμε λόγο για ένα νομοσχέδιο που ολοκληρωμένο δεν έχει παρουσιαστεί, δεν έχει βγει σε διαβούλευση και του οποίου πιθανολογούμενα κομμάτια βρίσκουμε εδώ κι εκεί. Ενώ, πολλοί που αντιτάσσονται στο νομοσχέδιο φέρνουν μπροστά το γεγονός πως σήμερα η συνεπιμέλεια είναι εφικτή όταν οι δύο γονείς συμφωνήσουν γι’ αυτό.

Σύμφωνα με το dikastirio.gr το νέο νομοσχέδιο εξυπηρετεί «το συμφέρον του τέκνου…από την ισόχρονη και ουσιαστική παρουσία και των δύο γονέων στην ανατροφή και φροντίδα του τέκνου». Θεωρητικά και στις περισσότερες των περιπτώσεων το συμφέρον του παιδιού εξυπηρετείται από μία τέτοια συνθήκη. Ωστόσο, η συνθήκη αυτή καθεαυτή δεν καθορίζει αν το παιδί θα ωφεληθεί από την ισόποση κατανομή του χρόνου των γονέων, καθώς προέχουν οι δεσμοί επικοινωνίας και αλληλεπίδρασης που υπάρχουν ανάμεσα τους. Επομένως, η νομοθεσία σαν αρχή αποτελεί μία καλή βάση ώστε η νομική εξουσία σε συνεργασία με ειδικούς (ψυχολόγους, κοινωνικούς λειτουργούς) να μπορέσει να χτίσει με τις αποφάσεις της τις καλύτερες συνθήκες για την οικογένεια.

Χάνει η μητέρα τα δικαιώματά της;

Η μάνα, εκ των πραγμάτων ίσως, βιολογικά και κοινωνικά έχει ισχυρότερο λόγο στην ανατροφή του παιδιού και αυτό φαίνεται από τα δεδομένα που δείχνουν ότι, με την ισχύουσα νομοθεσία, διεκδικεί την επιμέλεια σε ποσοστό μεγαλύτερο του 90%. Με την εφαρμογή του προτεινόμενου νομοσχεδίου η πραγματικότητα αυτή δεν αλλάζει. Η σχέση με μία καλή και φροντιστική μητέρα παραμένει, ωστόσο δίνεται και η ευκαιρία στους πατεράδες να διεκδικήσουν μία πιο ισχυρή παρουσία στην φροντίδα του παιδιού. Η κοινωνική ιδέα, που πηγάζει από την αλήθεια αν μη τι άλλο, ότι η μητέρα είναι η καταλληλότερη για την ανατροφή, συντηρεί την άλλη ιδέα για τους άντρες, από την πλευρά των γυναικών, και των ίδιων των αντρών πολλές φορές, ότι δεν είναι τόσο άξιοι και συναισθηματικοί γονείς όσο οι μητέρες. Γιατί να αφήσουμε αυτόν τον αντίστροφο ρατσισμό να στερήσει την ευκαιρία στην κοινωνία μας να αποδείξει το αντίθετο; Εξάλλου, τις τελευταίες δεκαετίες ο ρόλος του πατέρα στην οικογένεια απομακρύνεται από το αυστηρό πατριαρχικό ύφος. Στις μέρες μας η τάση και οι δύο γονείς να μοιράζονται τα καθήκοντα σπιτιού και παιδιού αυξάνεται.

Στην περίπτωση που τα παιδιά δεν επιθυμούν να επισκέπτονται τον έναν από τους δύο γονείς, γιατί να επιβάλλεται η συνεπιμέλεια;

Αυτό το επιχείρημα εναντίον του παρόντος νομοσχεδίου αντικρούεται από το γεγονός ότι και με την ισχύουσα νομοθεσία ο έχων επιμέλεια δεν είναι πάντοτε αγαπητός από το παιδί. Θεωρώ πως το εν λόγω νομοσχέδιο στοχεύει στην απομάκρυνση του παιδιού από την θέση όπου καλείται να απαντήσει «Με ποιόν θέλεις να πας;», είτε η ερώτηση προέρχεται από εξωτερικούς παρατηρητές, είτε από τον ίδιο του τον εαυτό. Αποδεδειγμένα, όπως αναλύει σε άρθρο της η ψυχολόγος κυρία Καπερώνη Μαρία, σε περιπτώσεις όπου ισχύει η συνεπιμέλεια οι συγκρούσεις μειώνονται ακόμα κι αν οι δύο γονείς δεν συμφωνούσαν εξαρχής. Το παιδί μπορεί να αποδεχτεί ομαλότερα την απώλεια και την αλλαγή της οικογενειακής κατάστασης, να αναπτύξει σχέσεις και με τους δύο γονείς (πράγμα που ακόμα κι όταν δεν υπάρχει διαζύγιο, ίσως, να μην λαμβάνει χώρα, εφόσον στο σπίτι η μία πλευρά υπερκαλύπτει την άλλη) χωρίς να δημιουργηθούν κενά μέσα του, ώστε μεγαλώνοντας και συλλέγοντας ερεθίσματα και από τις δύο πλευρές να οδηγηθεί μόνο του σε μία εικόνα για τον κάθε γονέα στη ζωή του. Εξάλλου έχουν δημοσιοποιηθεί έξι αιτίες άρσης της υποχρεωτικής συνεπιμελειας που ορίζουν τις περιπτώσεις όπου η επιμέλεια δίδεται στον έναν από τους γονείς. Ωστόσο, πιστεύω, πως πέρα από αυτές οι ειδικοί οφείλουν να εξετάσουν ιδιογραφικά τις εκάστοτε οικογενειακές συνθήκες για την βέλτιστη νομική απόφαση.

Γονική αποξένωση και διαμεσολάβηση

Στο εν λόγω νομοσχέδιο, ακόμη, εμπεριέχεται η έννοια της γονικής αποξένωσης. Δεν είναι λίγες οι περιπτώσεις όπου ο ένας γονιός λειτουργεί ως υποβολέας ή ως εκφοβιστής με σκοπό να κρατά το παιδί με το μέρος του και να προσπαθεί να το απομακρύνει όσο το δυνατόν περισσότερο από τον γονέα που δεν έχει την επιμέλεια. Ενδιαφέρον είναι πως οι ειδικοί κάνουν λόγο για μεγάλο αριθμών ψευδών καταγγελιών κακοποίησης του παιδιού εις βάρος του πατέρα, μία πρακτική από την πλευρά των μητέρων για να «διεκδικήσουν» με κάθε μέσο την αποκλειστική επιμέλεια του παιδιού τους. Ο θεσμός του διαμεσολαβητή που τοποθετείται στο νομοσχέδιο για την υποχρεωτική συνεπιμέλεια επιδιώκει να φροντίσει την διατήρηση της ισορροπίας στην επικοινωνία των πρώην συντρόφων, όπου οι σχέσεις είναι τεταμένες και οι εντάσεις αναμενόμενες, μέσω της επίλυσης των προστριβών εξωδικαστικά. Αν φανταστούμε πως μία τέτοια εφαρμογή θα αποτρέψει μεγάλο αριθμό δικαστηριακών αντιδικιών μετά το διαζύγιο, κάνουμε λόγο για σίγουρη πρόοδο. Βέβαια, σύμφωνα με όσα κυκλοφορούν η διαμεσολάβηση περιγράφεται κάπως αόριστα, χωρίς όρους και πρόσωπα, γεγονός που η κυβέρνηση οφείλει να διαλευκάνει ώστε να υπάρχει μεγαλύτερη σαφήνεια ως προς τα σημεία της πρότασης της.

Ας ελπίσουμε πως ο όρος υποχρεωτική δεν θα επιβάλλεται a priori, διότι φυσικά και υπάρχουν καταστάσεις που η συνεπιμέλεια είναι ανέφικτη και πως «για την λήψη της απόφασής του το δικαστήριο λαμβάνει υπόψη του έως τότε δεσμούς του τέκνου με τους γονείς και τους αδελφούς του, καθώς και τις τυχόν συμφωνίες που έκαναν οι γονείς του τέκνου σχετικά με την άσκηση της γονικής μέριμνας». Είναι, άραγε, δόκιμο να περάσουμε ένα νομοσχέδιο που γράφεται με όρους ισότητας μέσα από το φίλτρο του ακραίου φεμινισμού ψάξοντας τα σημεία που θα υποδεικνύουν την βαθιά ριζωμένη πατριαρχία; Η τελευταία, έστω και στο ελάχιστο, ρέει στη σκέψη όλων μας ανεξαρτήτως και πρέπει να καταλύεται χρόνο με το χρόνο. Όμως, η διεκδίκηση προνομίων από το ανδρικό φύλο εκεί οπού του υπολείπονται, εφόσον δεν αφαιρούνται από  τον απέναντι, οφείλει να είναι κομμάτι του φεμινισμού και της ισότητας των φύλων. 

Κείμενο: Λένα Ζετσίδου (Lavart)

 

Διαβάστε επίσης:

Άδεια τοκετού και στους πατέρες σύμφωνα με το νέο εργασιακό νομοσχέδιο

Πηγές : 1, 2, 3,

Πηγή φωτογραφίας

➔ Δείτε όλες τις τελευταίες ειδήσεις και όλα τα πιο πρόσφατα άρθρα της Lavart στο lavart.gr

Κοινοποίηση

Share on facebook
Share on twitter
Share on linkedin
Share on whatsapp
Share on email

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΑΚΟΜΗ