«Ο καθένας γεννιέται βασιλιάς, οι περισσότεροι άνθρωποι πεθαίνουν στην εξορία»

Oscar Wilde

«Amor fatti», η αγάπη προς το πεπρωμένο, η άποψη πως κάθε εκδήλωση της καθημερινότητας επιφορτίζεται με ένα θετικό (ή έστω ουδέτερο) φορτίο: χαρά και λύπη, ευχαρίστηση και δυσφορία, ικανοποίηση και πόνος αντιμετωπίζονται ως αναπόφευκτες και αναγκαίες συνθήκες για την τέλεση ενός ατόμου, τέλεση τόσο πνευματική όσο και διανοητική. Είναι η αποδοχή της «Σπλήνας» του Μπωντλαίρ -η αγάπη του μελαγχολικού και τερατώδους στην προσπάθεια προσέγγισης του Ιδεώδους. Είναι η «Αιώνια Επανάληψη» του Νίτσε -η αποδοχή και αγάπη αυτού που κρίνεται ως απαραίτητο, μια ιδέα που αγκιστρώνεται στην πεποίθηση πως σε μια δυνητική επανάληψη της ζωής ενός ατόμου, αυτό θα πράξει ακριβώς όπως έπραξε μέχρι τώρα: δεν θα αλλάξει το παραμικρό στοιχείο, δεν θα προσπαθήσει να ευθυγραμμίσει τα θραύσματα που συνθέτουν το στραβό πορτραίτο του, δεν θα επιλέξει νέο υφάδι για το κέντημα που έχει ήδη υφάνει. Επειδή αν το έκανε -αν επιχειρούσε οποιαδήποτε αλλοίωση δεν θα ήταν πια το ίδιο άτομο.

Αυτή η ντετερμινιστική αποδοχή είναι που εναρμονίζει τις διαταραγμένες και συχνά αλληλοσυγκρουόμενες φύσεις του ατόμου, εξομαλύνει τις εκδορές της ψυχοσύνθεσής του και τιθασεύει το αβέβαιο και απρόβλεπτο, το χαοτικό και αλλοπρόσαλλο. Διότι όταν κάποιος καλωσορίζει κάθε ενδεχόμενο με την ίδια στάση, δεν θα υποπέσει ποτέ σε καθεστώς ψυχικής δυσαρμονίας, μιας δυσαρμονίας που ενδέχεται ωστόσο να διεισδύσει μέσα του αργά και μεθοδικά, μια σερνάμενη, κουλουριαστή παράνοια. Αυτό γίνεται ανεπαίσθητα, γρήγορα ωστόσο αποκτά διαστάσεις μολυσματικές και ολοένα κλιμακούμενες, μια ξέφρενη λύσσα που ξεκινά ως ενόχληση και ανατινάζεται σε μια απαράμιλλη οργή δυσνόητων διαστάσεων, που μάταια προσπαθεί να επισκιαστεί. Πολλοί είναι οι παράγοντες που ενδέχεται να διασαλέψουν  την ισορροπία εντός κάθε ατόμου, αυτός ωστόσο που είναι κυρίαρχος και δρα με τρόπο αδιόρατο αλλά σχεδόν δογματικό, είναι το περιβάλλον του.

Το πλαίσιο στο οποίο εδράζεται και δραστηριοποιείται ο καθένας καθορίζει, σε μικρότερο ή μεγαλύτερο βαθμό, το περιεχόμενο αλλά και τον σκελετό των σκέψεών του. Οι στενοί και σκοτεινοί χώροι με ελάχιστες πηγές φυσικού φωτός τείνουν να περιορίζουν το εύρος και την ένταση της ιδέας, να την χαλιναγωγούν και να την προσδένουν στην αλυσίδα της ρουτίνας και του τετριμμένου, του δοκιμασμένου και φορμουλαϊκού. Οι ανοικτοί χώροι, εν αντιθέσει, αποδεσμεύουν τη στοχαστική ικανότητα, απελευθερώνουν τον νου από την τεμαχισμένη και προβλεπόμενη επανάληψη και προτείνουν το άλμα από το προστατευμένο στο άγριο, από τον εφησυχασμό στο ρίσκο, από την αδράνεια στη δράση. Φυσικά, πολλές φορές, η γνώση και μόνο για την ύπαρξη του ανοικτού χώρου που περιβάλλει το άτομο αρκεί για να εμβολιάσει τον λογισμό του με τα σταγονίδια του πάθους για το αδέσμευτο, για το ευμετάβλητο και πιθανό. Εντεύθεν συνάγεται πως η επίδραση που έχει το περιβάλλον στο άτομο χαλκεύει την χαρακτηροδομή του, προσδιορίζει τη χροιά και απόχρωση των σκέψεών του και συνωμοτεί στη συν-δημιουργία μιας ολοκληρωμένης προσωπικότητας.

Ποια είναι, ωστόσο, τα χαρακτηριστικά του πλαισίου -του περιβάλλοντος- που το ξεχωρίζουν ως το πιο ταιριαστό για την εξατομικευμένη ανάπτυξη μιας ψυχοσύνθεσης; Αυτά ποικίλλουν, όπως είναι φυσικό. Δομούνται ωστόσο σε κάποιες γενικές κοινές βάσεις -οργανωμένη χωροταξία, ευκολία και άνεση στην πρόσβαση και μετακίνηση και μια ομοιομορφία που επιτρέπει όμως ένα μέρος προσωπικής έκφρασης. Εξάλλου, η ανθρώπινη ανάγκη για οργάνωση και τμηματοποίηση μεταφράζεται στην επιθυμία για εύκολη πλοήγηση στις πόλεις, η ανάγκη για πνευματική αποφόρτιση στην επιθυμία για περισσότερα πάρκα και η ανάγκη για τη δυνατότητα δημιουργικής έκφρασης στον τρόπο κατασκευής και διακόσμησης των οικιών κάθε ατόμου. Κατά αντιστοιχία, η παραμέληση της καθαριότητας των δρόμων και δημόσιων χώρων, η μπερδεμένη και οφιοειδής πολεοδομία και η ανέγερση κτηρίων δίχως προσοχή στην ύπαρξη μιας υποτυπώδους ομοιομορφίας μεταξύ τους συντελεί στην εικόνα ανομοιογενών πόλεων που οικοδομήθηκαν με την ελάχιστη δυνατή προσπάθεια -με στόχο να θεωρηθούν ως απλώς βιώσιμες.

Και αυτό ακριβώς είναι που τρυπά την ήρεμη φύση του ανθρώπου που αγαπά το πεπρωμένο, καθώς η μονιμότητα ενός περιβάλλοντος που μοιάζει ως το κακέκτυπο μιας σελίδας σε τουριστικό οδηγό τον κλειδώνει μέσα σε πλαστικά, ψεύτικα κλουβιά. Κλουβιά που είναι αντίγραφα κλουβιών μιας περασμένης εποχής, με τους κατασκευαστές αλλά και θαμώνες απρόθυμους να παραδεχθούν πως αυτά ξεθωριάζουν μέρα με τη μέρα. Αυτό είναι που ωθεί τον άνθρωπο του πεπρωμένου σε σκέψεις που παραπέμπουν σε φυγή. Σκέψεις που τον μετατρέπουν σε εξόριστο στον ίδιο του τον τόπο.

 

Κείμενο: Νικήτας Διαμαντόπουλος (Lavart)

 

Πηγές Φωτογραφιών: 1, 2, 3, 4

Κοινοποίηση:

Σχόλια

No more articles
Ελληνικό Εκπαιδευτικό Σύστημα: ο εχθρός των Σχολών Καλών Τεχνών

Close