Ο Θοδωρής Αμπαζής σκηνοθετεί τους Δαιμονισμένους του Φ. Ντοστογιέφσκι. Παρακάτω μία κουβέντα ή καλύτερα ένα ψυχογράφημα σε μία σύγχρονη ελληνική πραγματικότητα μέσα από τις ιδέες του μεγάλου στοχαστή και συγγραφέα Φ. Ντοστογιέφσκι.

Ο Ντοστογιέφσκι δεν έχει ανάγκη εμάς, αλλά εμείς έχουμε ανάγκη τον Ντοστογιέφσκι

Δημήτρης Φαργκάνης (Lavart) – Κύριε Αμπαζή, επιλέξατε να σκηνοθετήσετε ένα αριστούργημα και μάλιστα ίσως του κορυφαίου συγγραφέα που μπορεί να έζησε ποτέ. Υπάρχει το αίσθημα της ευθύνης μέσα σας, τη στιγμή που αποφασίζετε να ανεβάσετε Ντοστογιέφσκι;

Θοδωρής Αμπαζής –  Ένας καλλιτέχνης δεν μπορεί να πάει πολύ μπροστά με το αίσθημα της ευθύνης. Ίσως είναι πολύ πιο χρήσιμο σ’ έναν επιστήμονα. Σ’ έναν καλλιτέχνη όμως αυτό μόνο προσχώματα μπορεί να δημιουργήσει. Γιατί ξέρετε, το αίσθημα της ευθύνης έχει να κάνει, κυρίως για μένα, με την ειλικρίνεια απέναντι στον εαυτό σου. Επειδή διδάσκω πολλά χρόνια, πάντα λέω στους μαθητές μου και σ’ όλους, ότι αν θέλετε να βρείτε το οικουμενικό, ψάξτε το στο απόλυτα προσωπικό, σ’ αυτήν την αλήθεια και σ’ αυτήν την ανάγκη που έχετε εσείς για να κάνετε κάτι. Προφανώς δεν είναι θέμα ευθύνης τόσο, όσο ότι έχεις να κάνεις με ένα απίστευτα μεγάλο υλικό, ένα δαιδαλώδες μυθιστόρημα, το οποίο καταλαβαίνετε πόση προετοιμασία χρειάστηκε για να μπορέσουμε αυτές τις εννιακόσιες σελίδες να τις κάνουμε εξήντα πέντε, δηλαδή τρεις ώρες παράσταση. Και μόνο αυτή η βουτιά, που την κάναμε μαζί με την Έλσα Ανδριανού, για να μπορέσουμε να εξορύξουμε τα πιο ισχυρά και λαμπερά διαμάντια του κειμένου, ήταν από μόνο του ένα τεράστιο έργο. Ο Ντοστογιέφσκι δεν έχει ανάγκη από εμάς, από κανέναν μας. Είναι ένας πολύ μεγάλος συγγραφέας. Οι Δαιμονισμένοι είναι ένας κολοσσός της λογοτεχνίας, που δεν έχει να φοβηθεί κάτι. Εμείς καταθέτουμε τη δική μας ύπαρξη σήμερα, σ’ αυτό το μυθιστόρημα, πώς εμείς δηλαδή υπάρχουμε μέσα σ’ αυτό και γιατί νιώθουμε την ανάγκη να το δημοσιοποιήσουμε επί σκηνής.

Ότι αν θέλετε να βρείτε το οικουμενικό, ψάξτε το στο απόλυτα προσωπικό.

Δημήτρης Φαργκάνης (Lavart) – Υπάρχει κίνδυνος σχετικά με το πώς θα το αντιληφθεί ο απλός κόσμος;

Θοδωρής Αμπαζής –  Ναι, ο ίδιος κίνδυνος για το πώς θα το αντιληφθεί αυτός που θα διαβάσει τους τρεις τόμους των Δαιμονισμένων (γέλια). Θέλω να πω, δεν είναι πολύς ο κόσμος αναλογικά, που έχει διαβάσει το μυθιστόρημα.  Ξέρουμε πολύ καλά από αυτούς που έχουν περάσει από αυτήν την εμπειρία, ότι ειδικά ο πρώτος τόμος, εκεί που γίνεται η σύσταση των προσώπων, ήταν και ο πιο δύσκολος να διαβαστεί. Εφόσον προτείνεις αυτό το έργο και αυτόν τον συγγραφέα, παίρνεις και όλα τα ρίσκα που συνοδεύουν μία τέτοια πρόταση. Δεν είναι όμως το σημαντικό αν ο πολύς κόσμος θα μπορέσει να μπει σ’ αυτό το υλικό, γιατί και ο Όμηρος δεν είναι και ο πιο εύκολος , η Ιλιάδα ή η Οδύσσεια, παρόλα αυτά δεν θα δίσταζε κανείς να τα δημοσιοποιήσει και να τα αναγνώσει στους συνανθρώπους του, σε όποια εποχή και σε όποια κοινωνική ομάδα.Δημήτρης Φαργκάνης (Lavart) – Τι είναι αυτό που καθιστά τους Δαιμονισμένους επίκαιρους; Αλλά και τον ίδιο τον Ντοστογιέφσκι;

Θοδωρής Αμπαζής –  Ο Ντοστογιέφσκι είναι πάντα επίκαιρος και πάντα αγαπητός στην Ελλάδα. Τα τελευταία χρόνια φυσικά με την κρίση ο Ντοστογιέφσκι φαντάζει ακόμη πιο επίκαιρος  με την έννοια ότι μιλάει για περιόδους κρίσης, για κινδύνους. Ο δικός μας άξονας, ένα από τα  βασικά κομμάτια της παράστασης, έχει να κάνει με το γεγονός ότι πολύ μεγάλες, πανανθρώπινες και σημαντικές ιδέες για την ύπαρξη του ανθρώπου, φιλοσοφικές και πολιτικές, φιλτράρονται και συρρικνώνονται  μέσα από μικρούς ανθρώπους που δεν μπορούν να τις υπηρετήσουν, που δεν έχουν τα εφόδια να τις πάνε πιο πέρα και τελικά αυτό που απομένει είναι ένας φανατισμός που οδηγεί σε χάος και καταστροφή. Ο Πιότρ Στεπάνοβιτς Βερχοβένσκι, ένας από τους πιο βασικούς ήρωες του έργου, για εμάς είναι πιο σημαντικός και από τον Σταυρόγκιν, ακριβώς γιατί στην εποχή μας αυτό το φαινόμενο, δηλαδή άνθρωποι που δεν έχουν κανένα μεγάλο πνευματικό μέγεθος καταφέρνουν μέσα σε τέτοιες καταστάσεις να ηγηθούν και να παρασύρουν τους υπόλοιπους προς την καταστροφή. Νομίζω αυτό συμβαίνει κατά κόρον σήμερα και αυτός είναι ο βασικός λόγος που κάναμε αυτή την παράσταση.

Δημήτρης Φαργκάνης (Lavart) – Και το είδαμε πολύ πρόσφατα στη χώρα μας.

Θοδωρής Αμπαζής –  Όχι μόνο στην Ελλάδα. Δες τι γίνεται στην Ευρώπη, στην Ασία, στον ισλαμικό κόσμο, στην Αμερική. Είναι παγκόσμιο φαινόμενο αυτή τη στιγμή,  γιατί είναι ανάλογη περίοδος με το 1870 που γράφτηκε το έργο, δηλαδή είμαστε σε μια μεταβατική περίοδο, όπου οι άνθρωποι ψάχνουν να βρουν τον καινούργιο βηματισμό τους για την επόμενη μέρα. Ακριβώς επειδή υπάρχει αυτή η συνεχής αναταραχή και η ανασφάλεια, αυτό δίνει την δυνατότητα σε όλους αυτούς τους «δαίμονες» και τα «δαιμονάκια», που λέει κάποια στιγμή και ο Ντοστογιέφσκι, να παρεισφρήσουν και να μας οδηγήσουν προς τη θάλασσα.

Ο άνθρωπος χρειάζεται το απέραντο, το μεγάλο. Αν του αφαιρέσεις το απέραντο δεν μπορεί ο άνθρωπος να ζήσει.

Δημήτρης Φαργκάνης (Lavart) – «Πρέπει» ο κόσμος να πιστέψει σε μια ελπίδα, σωστά;

Θοδωρής Αμπαζής –  Ναι, πάλι το λέει ο Ντοστογιέφσκι, ότι ο άνθρωπος χρειάζεται το απέραντο, το μεγάλο. Αν του αφαιρέσεις το απέραντο δεν μπορεί ο άνθρωπος να ζήσει. Αυτό το απέραντο, αυτή η μεγάλη ιδέα είναι αυτό, που πεθαίνοντας ο Στεπάν Τροφίμοβιτς ο καθηγητής όλων των επαναστατών,  λέει «Πρέπει να τους βρω, να τους το πω, πρέπει να ξαναγυρίσουμε στη μεγάλη ιδέα». Πρέπει, δηλαδή, να κοιτάξουμε μακροπρόθεσμα μπροστά στον ορίζοντα, για να ξαναβρούμε έναν λόγο ύπαρξης.

Ψάχνουμε συνέχεια τον επόμενο Κολοκοτρώνη για να μας σώσει.

Δημήτρης Φαργκάνης (Lavart) – Έφταιξε κάτι ή είναι απλώς η φυσιολογική ροή της ανθρωπότητας;  Αξίζει να κοιτάζουμε καμιά φορά τον κόσμο σε ένα χώρο και σε ένα χρόνο πολλές χιλιάδες χιλιόμετρα από πάνω; Και να μην μας πειράζουν τόσο όλα αυτά, να μην είμαστε τόσο γκρινιάρηδες;

Θοδωρής Αμπαζής –  Διαβάζοντας τους Δαιμονισμένους, πολλές φορές μπορεί κάποιος να νευριάσει  λέγοντας  «καλά, του συμβαίνουν όλα αυτά τα πράγματα, γιατί κανείς δεν επεμβαίνει; Γιατί κανείς δεν κάνει κάτι να τα αλλάξει;» Γιατί πολύ μιλούν, πολύ φιλοσοφούν, πολύ κλαίγονται, αλλά λίγα κάνουν. Ο μόνος που πράττει κάτι είναι αυτός ο απατεώνας ο Βερχοβένσκι. Αυτό νομίζω είναι χαρακτηριστικό φαινόμενο σήμερα, αυτό της απάθειας και της γενικότερης κατάθλιψης. Κανείς δεν έχει όρεξη να λερώσει τα πόδια του και όλοι περιμένουμε έναν προφήτη που θα έρθει και θα μας σώσει. Όπως κάποιοι προσπαθούν στο έργο να κάνουν τον Σταυρόγκιν να γίνει ο επόμενος προφήτης που θα σώσει όλη την ανθρωπότητα χωρίς αυτός να έχει καμία σχέση με όλα αυτά. Μάλιστα μια χαρακτηριστική φράση του Σταυρόγκιν είναι «όλοι μου κολλάνε ένα λάβαρο». Όπως και εμείς ψάχνουμε συνέχεια τον επόμενο Κολοκοτρώνη για να μας σώσει. Συμφωνώ μαζί σου. Στους κύκλους που κάνει η ανθρωπότητα και η ιστορία συμβαίνουν αυτά τα πράγματα ξανά και ξανά. Εδώ υπάρχει όμως και ένα άλλο κομμάτι, δεν ξέρω αν αυτό έχει να κάνει με κύκλους, αλλά έχει να κάνει με την αμορφωσιά, την ημιμάθεια που φωνάζει κάποια στιγμή ο Σάτο στο έργο. Νομίζω δηλαδή ότι δεν έχουμε φροντίσει να συντηρήσουμε αυτό το πνευματικό υλικό, ώστε να μπορέσουμε να είμαστε πνευματικά δυνατοί για να παίρνουμε αποφάσεις και να επεμβαίνουμε στα πράγματα. Αν παρατηρήσουμε την ανάγνωση βιβλίων στην Ελλάδα την τελευταία 25ετία και πόσο οι πνευματικοί άνθρωποι, οι διανοούμενοι επεμβαίνουν στα τεκταινόμενα της πολιτικής ζωής, βλέπουμε ότι υπάρχει μια αποχώρηση σιγά – σιγά όπως επίσης και μία επικράτηση της αμορφωσιάς.

Δημήτρης Φαργκάνης (Lavart) – Μα διανοούμενη στις μέρες μας θεωρείται η Μαίρη Συνατσάκη, η οποία παίρνει θέση για το μεταναστευτικό, για τους ομοφυλόφιλους…  Ο κόσμος εκφράζεται μέσω αυτών των ανθρώπων πλέον…

Η ελληνική κοινωνία βρίσκεται σε απάθεια, σε χειμερία νάρκη.

Θοδωρής Αμπαζής –  Ισχύει, αλλά κάποιοι άνθρωποι άφησαν γήπεδο σ’ αυτούς.

Δημήτρης Φαργκάνης (Lavart) –  Τι απέτυχε όμως;  Ο άνθρωπος; Ο πολίτης; Ο διανοούμενος ή ο πολιτικός;  Κάποιος απέτυχε, κάτι δεν δούλεψε σωστά. Αν θέλουμε να το εξετάσουμε όχι από ψηλά, αλλά στο τώρα.

Θοδωρής Αμπαζής –  Ή κάτι οργανώθηκε σωστά ώστε να φτάσουμε σ’ αυτό το σημείο.

Δημήτρης Φαργκάνης (Lavart) –   Εννοείτε από πονηρούς;

Θοδωρής Αμπαζής –  Προφανώς. Εγώ δεν νομίζω ότι αυτό που συμβαίνει στην Ελλάδα συνέβη έτσι ξαφνικά. Ήμασταν που ήμασταν ένας λαός που δεν πέρασε διαφωτισμό, νομίζω ότι αυτό που έγινε τα τελευταία 25-30 χρόνια στη χώρα μας, σχεδόν μαθηματικά οδηγεί σ’ αυτό που συμβαίνει σήμερα και δεν μιλάω για την οικονομική κρίση, μιλάω για την πολιτική κρίση. Αν όχι πολιτισμική.

Δημήτρης Φαργκάνης (Lavart) –  Βλέπω ότι ο Ντοστογιέφσκι παίζει με τα άκρα, ότι δεν θέλει ακριβώς να πάρει θέση,  είναι σα να μελετάει την κατάσταση, την κρίση, όπως είπαμε και πριν, από πάνω.

Θοδωρής Αμπαζής –  Ο Ντοστογιέφσκι όπως και ο Τσέχωφ και άλλοι μεγάλοι καλλιτέχνες που γράφουν αντίστοιχα δεν δουλεύουν στη θέση αλλά στην άρση, αν το δούμε από μια μουσική οπτική. Ο καλλιτέχνης πρέπει να δημιουργεί τις προϋποθέσεις και το χώρο, ώστε να έρθει ο θεατής και να αρχίσει να γίνεται ο ίδιος ποιητής. Να προβληματίζεται και να παράγει πνευματικά και ψυχικά. Ο στόχος μας, το όνειρό μας είναι αυτός που θα έρθει στην παράσταση να πάρει τη θέση του καλλιτέχνη εκείνη την ώρα. Αυτός να πάρει τις αποφάσεις, αυτός να σκεφτεί, αυτός να βγάλει τα δικά του συμπεράσματα για τη ζωή του. Εμείς δεν είμαστε επιστήμη για να βάζουμε «τελείες» στα πράγματα. Εμείς μπορούμε να δουλεύουμε μόνο στην άρση. Η ουσία της τέχνης βρίσκεται στην άρση.

Η τέχνη δεν σε αφήνει να κουραστείς. Η τέχνη είναι μια ερωτική διαδικασία που σε κρατάει συνέχεια σε μία φοβερή λαιμαργία, μια φοβερή όρεξη για ζωή.

Αυτό που μπορούμε να κάνουμε είναι να δουλεύουμε πάνω στα δικά μας πυρηνικά ζητήματα και όταν παρουσιάζουμε κάτι να μιλάμε για δικά μας προσωπικά θέματα, που μας ενδιαφέρουν, μας δονούν και μας συγκλονίζουν. Τότε μπορούμε ενδεχομένως να κινήσουμε και άλλους να σκεφτούν για τη ζωή τους, γιατί εμείς ζούμε σήμερα, άρα ζούμε την σημερινή πραγματικότητα. Εφόσον μιλάμε ειλικρινά για τον εαυτό μας, μιλάμε για τη σημερινή πραγματικότητα. Εφόσον εμείς ανοίγουμε τις δικές μας ανάγκες και τις δικές μας αγωνίες, τότε καλούμε και τους άλλους να μπουν σε αυτούς τους προβληματισμούς και έπειτα είναι δουλειά του θεατή, του καθενός ξεχωριστά και όχι του κοινού, να ψάξει και να δει τι μπορεί να του είναι χρήσιμο. Βγαίνοντας από μία τέτοια παράσταση όπως οι  Δαιμονισμένοι να σκέφτεσαι τι είναι χρήσιμο στη ζωή σου, προς τα πού έχεις μετακινηθεί κι αν για λίγο έστω έχεις γίνει αυτό που λέω εγώ, ποιητής, καλλιτέχνης. Στόχος μας είναι να κάνουμε το κοινό ποιητές και όταν γίνουν ποιητές θα γίνουν και πολιτικά όντα. Γιατί με το που θα γίνει αυτό, αρχίζεις να ανακαλύπτεις τις πραγματικές ανάγκες και δημιουργείς τα πραγματικά ερωτήματα.Δημήτρης Φαργκάνης (Lavart) – Θα λέγαμε, λοιπόν, πως από τη στιγμή που οι πορείες ή οι διαδηλώσεις αλλά και οι επαναστάσεις συνηθίζουν να αποτυγχάνουν στην πλειοψηφία τους, πως ένας όμορφος και εποικοδομητικός τρόπος προς την αλλαγή της όποιας κατάστασης είναι αυτός ο όπου οι δύο θα γίνουν τρεις, οι τρεις θα γίνουν τέσσερις κ.ο.κ. με αυτό τελικά να μπορεί να φέρει πιο εύκολα και πιο ουσιαστικά αποτελέσματα;

 Θοδωρής Αμπαζής –  Σαφέστατα για μένα ισχύει αυτό. Όλη μου η πορεία τα τελευταία χρόνια και στην Καβάλα και στην Πάτρα ήταν ακριβώς πάνω σ’ αυτήν τη λογική. Ξεκινώντας από τον εαυτό μας, που είναι το πιο βασικό από όλα, δηλαδή τι δουλειά κάνει κάποιος σε σχέση με τον εαυτό του πριν φτάσει να δημοσιοποιήσει το οτιδήποτε. Από εκεί και πέρα η συγκίνηση, το να συν-κινήσω και άλλους προς μία κατεύθυνση και να τους μετατοπίσω ή να τους «μετακομίσω» λέω καμιά φορά λίγο από τον ψυχικό καναπέ τους ή ό, τι μπορεί να σημαίνει αυτό, βάζοντας πραγματικά διλήμματα και προβληματισμούς. Εδώ ζούμε σε μία κοινωνία κουτσομπολιού, ζούμε σε μία κοινωνία που αν μαζευτούν δέκα Έλληνες, το βλέπεις γύρω σου παντού, το μόνο που συζητούν είναι για το τι έκανε αυτός, τι έγινε, τι σου είπαν στο facebook, αν έκαναν like, κτλ. Ενώ γύρω μας η ύπαρξή μας, η οικογένειά μας, ο τρόπος  ζωής μας, το μέλλον των παιδιών μας καίγονται. Υπάρχει μια απόλυτη καταστροφή, υπάρχει μια κοινωνία που απλά ζει από ένα  γενικό κουτσομπολιό που θρέφεται από το facebook και το instagram. Είναι δικό μας χρέος, όπως λες και συ, έναν, δύο, τρεις, όπως μπορούμε να τους μετακινήσουμε προς τα κάπου. Εγώ δεν θέλω να πω ότι σώνει και καλά αυτή είναι η κατεύθυνση ή η άλλη, εγώ νομίζω ότι το πρώτο βήμα είναι να κινηθούμε, εκεί είναι το πρόβλημα.

Δημήτρης Φαργκάνης (Lavart) – Αυτός είναι ο νόμος του σύμπαντος, η αλλαγή.

Θοδωρής Αμπαζής –  Ακριβώς, δηλαδή να κινηθεί πρώτα το πράγμα και μετά θα δούμε και την κατεύθυνση, γιατί εμείς είμαστε στην απόλυτη ακινησία αυτή τη στιγμή. Ειδικά η ελληνική κοινωνία βρίσκεται σε απάθεια, σε χειμερία νάρκη.

Δημήτρης Φαργκάνης (Lavart) – Έχετε κουραστεί ποτέ σχετικά με αυτό το ζήτημα;

Θοδωρής Αμπαζής –  Δεν κουράζομαι όχι. Η τέχνη δεν σε αφήνει να κουραστείς. Η τέχνη είναι μια ερωτική διαδικασία που σε κρατάει συνέχεια σε μία φοβερή λαιμαργία, μια φοβερή όρεξη για ζωή και αυτό είναι ένα δώρο που μας έχει κάνει η φύση, τουλάχιστον σε εμένα ακριβώς επειδή σκηνοθετώ και γράφω μουσική. Έχω τόσες πολλές πνευματικές συναντήσεις που κάνω μέσα από τη δουλειά μου και ανανεώνεται τόσο κάθε μέρα η ζωή μου μέσα απ’ αυτά που κάνω, που αυτό ανανεώνει κατά κάποιον τρόπο και την πίστη μου. Και η πίστη είναι απαραίτητο συστατικό για να συνεχίσεις και να περνάς τις δυσκολίες. Αυτό σε οδηγεί, αυτό σε πάει. Εγώ έχω μεγάλη πίστη στους ανθρώπους και δεν μου έχει τελειώσει ακόμα (γέλια). Αλλιώς δεν έχει νόημα. Γιατί να κάνεις μια παραγωγή και να δημοσιοποιήσεις κάτι σε κάποιους, αν δεν πιστεύεις ότι κάπου μέσα τους υπάρχει ένα ψυχικό αυτί που μπορεί να τα ακούσει; Για να σας δείξω τι καλός συνθέτης ή σκηνοθέτης είμαι;Δημήτρης Φαργκάνης (Lavart) – Το κάνουν πολλοί…

Θοδωρής Αμπαζής – Πιστεύω πως αυτά που φωνάζουμε εκείνη την ώρα στη σκηνή «ακούστε τα ρε παιδιά αυτά» ή « δείτε αυτό» πέρα από τον τρόπο της παράστασης, υπάρχει κάποιος που θα τα ακούσει . Αυτό είναι η πίστη. Μπορεί να μην είναι όλοι. Μπορεί να είναι ένας, δύο ή πέντε, δεν είναι λίγοι.

Δημήτρης Φαργκάνης (Lavart) – Συνδύασα το 666 με τους Δαιμονισμένους, 6 άντρες, 6 γυναίκες, 6 μουσικοί. Τυχαίο;

Θοδωρής Αμπαζής –  Καθόλου. Και την πρώτη πρόβα μας την κάναμε Παρασκευή και 13         (γέλια). Είναι από αυτά τα αστεία που τα κάνεις για να γελάσεις γιατί προφανώς το όλο εγχείρημα ήταν τόσο δύσκολο και τόσο σοβαρό που αν δεν κάναμε κάποιες σκανδαλιές, όπως αυτό με το 666, δεν θα αντέχαμε. Ήταν τεράστιο όλο αυτό το πράγμα για να το σηκώσουμε χωρίς αστεία. Όπως και στο πρόγραμμα της παράστασης, βάλαμε έναν εξορκισμό(!) που είναι άσχετος με την παράσταση και τους Δαιμονισμένους και δεν μιλάει για αυτού του είδους το δαιμονισμό.

Δημήτρης Φαργκάνης (Lavart) – Νομίζω η μετάφραση στα Ελληνικά δεν είναι Δαιμονισμένοι, είναι Δαιμονιστές.

Θοδωρής Αμπαζής –  Κατά άλλους είναι Δαίμονες, κάποιοι το μεταφράζουν Daemons άλλοι Possessed. Είναι λίγο διφορούμενο. Κανονικά, οι Ρώσοι λένε ότι θα έπρεπε να λέγεται Δαίμονες. Επειδή είναι μουσικό θέατρο αυτό που κάνω και επειδή ο Καρβέλας είχε κάνει τους Δαίμονες,  δεν θα ήθελα να ξανακάνω μουσικό θέατρο με τίτλο «Δαίμονες» γιατί θα δημιουργούσε προβλήματα. Οπότε προτιμήσαμε το περίφημο «Δαιμονισμένοι».

Δημήτρης Φαργκάνης (Lavart) – Υπάρχει μια πολυφωνία στην παράσταση, είναι το βασικό χαρακτηριστικό της θα έλεγα. Άλλοτε οι ηθοποιοί είναι μέλη ενός χορού, άλλοτε λειτουργούν σαν χορωδία, άλλοτε σαν αφηγητές. Πώς παντρεύτηκε η σύνθεση με την υποκριτική;

Θοδωρής Αμπαζής –  Αυτό είναι κάτι που κάνω 20 χρόνια τώρα , από το ‘91 που ξεκίνησα στην Ολλανδία, ασχολούμαι με το μουσικό θέατρο και ειδικά με την χωρικότητα που είναι ένα πολύ βασικό στοιχείο του μουσικού θεάτρου. Λόγω του ότι είμαι σκηνοθέτης και   συνθέτης, την ώρα που γράφω την παρτιτούρα και τις φωνές, ξέρω ακριβώς τι λειτουργία δημιουργεί εκείνη τη στιγμή. Γιατί η υποκριτική λειτουργία είναι ουσιαστικά μια λειτουργία που εξαρτάται από την αναπνοή. Αυτό που προκαλεί συγκίνηση στον ηθοποιό ή στον θεατή είναι η διαχείριση της αναπνοής και η αναπνοή είναι κυρίως μουσικό στοιχείο. Χρησιμοποιώντας ομοφωνία ή ταυτοφωνία ή να λένε όλοι τα ίδια πράγματα, ή να τα λένε σε αντίστιξη εκείνη την ώρα, επηρεάζεται η αναπνοή του ηθοποιού. Άρα τον βάζεις σε μία κοινή δόνηση σε σχέση με μία αφήγηση και εν τέλει σε σχέση με την παράσταση. Αυτό το ίδιο αποτελεί το υποκριτικό υλικό, γιατί εφόσον επηρεάζει την αναπνοή σου, επηρεάζει και τον ψυχισμό σου.

…είναι βασική φιλοσοφία μας μαζί με τον Στάθη Λιβαθινό για το Εθνικό θέατρο. Όχι ένα θέατρο διαφορετικών ταχυτήτων, πρώτων και δεύτερων ονομάτων, αλλά ένα θέατρο όπου όλοι είναι ίσοι και όλοι συνεισφέρουν από κοινού σε κάτι.

Εδώ υπάρχει ένα πολύ περίπλοκο κομμάτι που έχει να κάνει με το ότι και οι 12 ηθοποιοί επί σκηνής ξέρουν όλο το κείμενο. Αυτό ήταν αποτέλεσμα δύσκολης δουλειάς από τους ηθοποιούς, τους ευγνωμονώ που το έκαναν και για μένα είναι και μια πολιτική πράξη το γεγονός ότι όλοι βρίσκονται επί σκηνής επί τρεις ώρες και φροντίζουν ο ένας τον άλλον. Δεν υπάρχουν, δηλαδή, πρωταγωνιστές και δευτεραγωνιστές, δεν υπάρχει «τέλειωσα το ρόλο μου, τώρα πάω στο καμαρίνι να καπνίσω και θα ξανάρθω σε λίγο να τα πω» και νομίζω αυτό είναι και ένα μήνυμα σήμερα σε σχέση με αυτά που συζητούσαμε πριν και σε σχέση με το θέατρο συνόλου, που είναι βασική φιλοσοφία μας μαζί με τον Στάθη Λιβαθινό για το Εθνικό θέατρο. Όχι ένα θέατρο διαφορετικών ταχυτήτων, πρώτων και δεύτερων ονομάτων, αλλά ένα θέατρο όπου όλοι είναι ίσοι και όλοι συνεισφέρουν από κοινού σε κάτι. Ακόμη κι όταν κάποιος έχει ένα μονόλογο και όλοι λένε κάποιες φράσεις από κοινού, εκείνη την ώρα όλοι συμμετέχουν μαζί του στην αναπνοή του, στον τρόπο που το λέει. Σημαντικό πράγμα σε μια εποχή που το «μαζί» δεν είναι και αυτονόητο.Δημήτρης Φαργκάνης (Lavart) – Κάποτε ο ατομικισμός ήταν μια επανάσταση μπροστά στο ίσως ακόμη ξενέρωτο και άκριτο συλλογικό. Ο ατομικισμός έβαλε τον άνθρωπο μπροστά αλλά το θέμα είναι να το κάνει με λόγο.

Θοδωρής Αμπαζής –  Ακριβώς, γι’ αυτό λέω ότι είναι πολιτική πράξη, επειδή μια παράσταση έχει στόχο να αφηγηθεί την ιστορία. Εδώ πρόκειται για μια συλλογικότητα, όπου το σύνολο φροντίζει για την προσωπική αξιοπρέπεια του καθενός. Το σύνολο φροντίζει τον καθένα ξεχωριστά και όλοι από κοινού. Είναι πολύ κοντά αυτά τα δύο και έχει ενδιαφέρον αυτός ο διαχωρισμός. Όλο αυτό γίνεται με στόχο μία συγκεκριμένη αφήγηση, να φτάσει η παράσταση σ’ ένα τέλος και όλοι υπηρετούν αυτό το στόχο χωρίς να μηδενίζουμε την προσωπικότητα του καθενός, αλλά προσπαθώντας να την υπηρετήσουμε ακόμη περισσότερο. Δεν ξέρω αν το πρόσεξες στην παράσταση, όλοι έχουν δική τους παρουσία πάνω στη σκηνή, δεν υπάρχει κάποιος ηθοποιός που να υστερεί. Δεν υπάρχουν κομπάρσοι. Όλοι είναι εκεί, όλοι συνεισφέρουν από κοινού και όλοι έχουν τις δικές τους προσωπικές στιγμές, πεντακάθαρα, όπως τα όργανα μιας ορχήστρας θα είχαν τα δικά τους soli (πληθυντικός του όρου solo).

Δημήτρης Φαργκάνης (Lavart) – Υπάρχει έντονος συμβολισμός, τα μισοβαμμένα πρόσωπα, η λυρική τραγουδίστρια, η Καραγιάννη σαν αράχνη, οι καρέκλες…

Θοδωρής Αμπαζής –  Ο συμβολισμός με ενδιαφέρει πάρα πολύ, καθώς ήθελα να κάνω μια ποιητική αφήγηση και όχι μια ρεαλιστική, η οποία δεν θα είχε κανένα νόημα. Όπως προείπα, ο Ντοστογιέφσκι δεν έχει ανάγκη εμάς, αλλά εμείς έχουμε ανάγκη τον Ντοστογιέφσκι. Δεν είχα σκοπό να κάνω καμιά εικονογράφηση του έργου, ήθελα να κάνω μια ποιητική μεταφορά του έργου, να το διαβάσω μέσα από τη δική μου γλώσσα και από τη δική μου ευαισθησία και φυσικά σε μια τέτοια ποιητική παράσταση δεν μπορεί να μην υπάρχει ο συμβολισμός. Το μεγάλο κρεβάτι, το πιάνο που κατεβαίνει στη σκηνή του χορού,  όπου το πιάνο γίνεται και η καταστροφή της Νικολάγιεβνα, σε μια μουσική παράσταση που βασικός δημιουργός μοιάζει να είναι ο Σταυρόγκιν που παίζει πιάνο στον αέρα. Οι λαγοί-λαμόγια επαναστάτες…

Δημήτρης Φαργκάνης (Lavart) – Το θέατρο σήμερα πάσχει από κάπου, αναρρώνει από κάτι; Έχει ρόλο;

Θοδωρής Αμπαζής –  Το θέατρο είναι μία τέχνη που δεν θα πεθάνει με μία έννοια ποτέ, γιατί είναι μία τέχνη που ό, τι και να κάνει η τεχνολογία, σε ό, τι επιτεύγματα κι αν φτάσει, τον ιδρώτα, τη μυρωδιά και την αναπνοή ενός ανθρώπου που βρίσκεται απέναντί σου και σου αφηγείται μια ιστορία, δεν θα μπορέσει να τα αντικαταστήσει τίποτα. Και ένα άλλο πολύ σημαντικό κομμάτι, το ρίσκο της αποτυχίας που έχει το ζωντανό. Ένας άνθρωπος που βρίσκεται απέναντί σου μπορεί να του συμβεί το οτιδήποτε ανά πάσα στιγμή. Είναι η περίπτωση του ατυχήματος που κάνει μία συνάντηση τόσο εκρηκτική πολλές φορές και τόσο υψηλή ενεργειακά. Αυτό που με ρωτάς θα πρέπει να το δούμε σε 50 ή σε 100 χρόνια. Αυτό θα το αξιολογήσει και θα το καταλάβει αργότερα η ιστορία που είτε θα το τιμήσει,  είτε θα το ξεβράσει, είτε θα το φτύσει. Η τέχνη βγαίνει πάντα από τους ανθρώπους της εποχής της, άρα ό, τι συμβαίνει στους ανθρώπους της εποχής μας, συμβαίνει και στο θέατρο. Πάντα η ιστορία της τέχνης ήταν η ιστορία του κόσμου, της κοινωνίας. Εγώ αυτό που βλέπω πάντως είναι ότι ο επαγγελματίας του θεάτρου σιγά σιγά συρρικνώνεται, το θέατρο περνάει δυστυχώς μία κρίση, εξελίσσεται σε κάτι σαν χόμπι, με τους μισθούς που παίρνουν οι ηθοποιοί ειδικότερα στο ιδιωτικό, στο ελεύθερο θέατρο. Τα παιδιά δεν έχουν χρόνο να αφοσιωθούν σε παραστάσεις, πρόβες και σε σοβαρή δουλειά, σε μελέτη. Όλοι αναγκάζονται να παίζουν σε 3-4 παραστάσεις την εβδομάδα και ταυτόχρονα να δουλεύουν σε 2 καφετέριες για να μπορέσουν να επιβιώσουν.

Αυτό που μπορούμε να κάνουμε είναι να δουλέψουμε στο υπέδαφος, ελπίζοντας οι επόμενοι που θα κάτσουν και θα σπείρουν να βρουν ένα χώμα πιο γόνιμο.

Είμαστε μια κοινωνία που όπως δεν προφυλάσσει τίποτα από τα κεφάλαιά της και την υπεραξία της, δεν προφυλάσσει φυσικά και την τέχνη της. Και το μεγάλο πρόβλημα που υπάρχει είναι ότι δεν σκέφτεται κανείς τι είδους Ελλάδα θα έχουμε σε 20 – 25 χρόνια. Το θέμα δεν είναι τι κάνουμε τώρα με την τέχνη, την παιδεία και τα πανεπιστήμια. Πρέπει να σκεφτεί κανείς, ωραία αυτό γίνεται τώρα που έχουμε την κρίση, σε 20 χρόνια πώς θα είναι αυτή η χώρα, αν το θέατρο συρρικνώνεται τόσο πολύ, αν οι ίδιοι άνθρωποι δουλεύουν με 200 και 300 ευρώ το μήνα, και δουλεύουν σε παραστάσεις κάθε μέρα, αυτό τι είδους πολιτισμό θα παράξει σε 20 χρόνια έτσι όπως πάει αυτή η ιστορία; Νομίζω αυτό είναι το μεγάλο ζήτημα και επειδή είμαι σε μια θεσμική θέση είναι αυτό που με προβληματίζει περισσότερο από όλα. Πώς μπορούμε εμείς οι θεσμοί να διαφυλάξουμε, όσο μπορούμε τα πράγματα, ώστε οι επόμενες γενιές τουλάχιστον να πατήσουν σε κάτι στέρεο, να μην έχουν καταστραφεί τα πάντα. Εμείς δεν μπορούμε τώρα να ζήσουμε το θερισμό, με τίποτα, δεν μπορούμε καν να οργώσουμε. Αυτό που μπορούμε να κάνουμε είναι να δουλέψουμε στο υπέδαφος, ελπίζοντας οι επόμενοι που θα κάτσουν και θα σπείρουν να βρουν ένα χώμα πιο γόνιμο. Μόνο αυτό πρέπει να μας ενδιαφέρει.

Δημήτρης Φαργκάνης (Lavart) – Είναι η γενιά που μπορεί να καταθέσει στεφάνι στην Καισαριανή αλλά δεν διανοείται ποτέ να πάρει τη θέση των νεκρών. «Μια χούφτα επιφυλακτικών ατόμων που αποτραβήχτηκαν εξ αρχής και κλειδώθηκαν στον πύργο. Όμως ποιος πύργος μπορεί να αντέξει αντιμέτωπος με τους φυσικούς νόμους». Αντιλαμβάνομαι ότι ο ρεαλιστής Ντοστογιέφσκι εδώ ανεβαίνει ένα σκαλί πάνω από το ίδιο του το έργο και το κοιτάζει. Θα μπορούσε κατά μία έννοια, να πει στην ουσία στον εαυτό του «δεν χρειαζόταν να το γράψω, χρειαζόταν μόνο αυτή η ατάκα, αλλά αυτή είναι η πορεία μέχρι να ειπωθεί η ατάκα, πρέπει να γίνει μία κίνηση.

Θοδωρής Αμπαζής –  Έτσι είναι ακριβώς. Στο σημείο αυτό, κοιτιέται στον καθρέφτη και βγάζει γλώσσα στον εαυτό του. Μου θυμίζει τα λόγια του Παπαδιαμάντη όταν έκανα το έργο  Οι έμποροι των εθνών, αφού αφηγείται όλη την ιστορία με το πάθος της Αυγούστας, που καίγεται το πλοίο κλπ, τελειώνει με τη φράση «αρκεί να τρέφει τα πάθη του έκαστος». Αυτά τα δύο έργα οι Δαιμονισμένοι και Οι έμποροι των εθνών γράφτηκαν την ίδια χρονιά το 1871…

Συνέντευξη: Δημήτρης Φαργκάνης (Lavart)
Φωτογραφία Εξωφύλλου: ©Patroklos Skafidas
Πηγές φωτογραφιών: 12345 6

Κοινοποίηση: