Δημήτρης Φαργκάνης (Lavart) Κατ’ αρχάς Φωτεινή, ποιανού πρωτοβουλία ήταν όλο αυτό το project, ποιος κατέστρωσε αυτή την ιδέα;

Φωτεινή Παπαδόδημα – Αυτό το project ήρθε μετά από συζητήσεις που είχαμε με το Διευθυντή του Γαλλικού Ινστιτούτου, τον Mikaël Hautchamp. Αρχικά είχα προτείνει να κάνω στο Γαλλικό Ινστιτούτο κάτι πάνω στην Οδύσσεια και στη συνέχεια, μετά από μια συζήτηση μαζί του και επειδή έπρεπε να συμπεριλάβουμε και Γάλλους συγγραφείς, μου ήρθε η ιδέα για το Ζακ Λακαριέρ. Έτσι μίλησα στον Στάθη Λιβαθινό, του άρεσε η ιδέα, διότι και ο ίδιος τον γνώριζε και τον θαύμαζε, καθώς ήταν από τους αγαπημένους του συγγραφείς. Έτσι καταλήξαμε να κάνουμε αυτή τη δουλειά στα ταξίδια και τις περιηγήσεις του Λακαριέρ στην Ελλάδα.

Δημήτρης Φαργκάνης (Lavart) Εσύ τι θα έλεγες ότι σε οδήγησε στο να καταπιαστείς με τη ζωή και το έργο του Λακαριέρ; Που από μια σκοπιά αυτό που ετοίμαζες τόσο καιρό, αυτό με το οποίο ασχολούσουν, ήταν η ίδια η Ελλάδα;Φωτεινή Παπαδόδημα – Εγώ καταρχήν ζούσα στο Παρίσι πολλά χρόνια και εκεί ανακάλυψα, πριν πεθάνει ο Λακαριέρ (2005), το έργο του και τον ίδιο, αλλά δυστυχώς δεν πρόλαβα να τον γνωρίσω, κι αυτό είναι κάτι που με λυπεί αρκετά, αλλά όπως και να έχει είναι σαν να γνωριζόμαστε. Ο Λακαριέρ μέσα από το έργο του σου δίνει μία φωτεινή εικόνα της Ελλάδας, την οποία όλοι τείνουμε να ξεχνάμε. Η Ελλάδα του Λακαριέρ είναι η φύση και οι περιηγήσεις του σε πολύ σημαντικά σημεία όπως οι Δελφοί, η Επίδαυρος, τα νησιά του Αιγαίου, η Κρήτη, οι αρχαιολογικοί χώροι, τα μνημεία, οι μύθοι, που πάντοτε τους συνέδεε με την ιστορία αυτής της αόρατης Ελλάδας, με το σήμερα. Πέρα από αυτό ήταν και ο πρώτος που μετέφρασε τη Ρωμιοσύνη του Ρίτσου, μετέφρασε Σεφέρη, Ελύτη, είναι δηλαδή από τους πρώτους που έκαναν γνωστούς τους Έλληνες ποιητές στη Γαλλία, καθώς επίσης και όλο αυτό που συνέβαινε στην περίοδο της Δικτατορίας. Άρα, λοιπόν, μπορούμε να πούμε ότι ο Λακαριέρ είναι ο ίδιος μια γέφυρα του ελληνικού πνεύματος, γιατί μέσα από τις μελέτες, τις περιηγήσεις και τις μεταφράσεις του, μέσα από την αγάπη και την ενασχόλησή του δείχνει διαφορετικούς πόλους του ελληνικού πνεύματος και σε όλη τη διάρκεια της ιστορίας της Ελλάδας, από την αρχαιότητα μέχρι τη σύγχρονη Ελλάδα, μεταφράζει και διαρκώς ζωντανεύει ξανά την ελληνική γλώσσα. Και επειδή κι ο ίδιος ήταν λάτρης και μελετητής του Σεφέρη, μεταφέρει μάλιστα αυτό που είχε πει ο ίδιος ο Σεφέρης, σε μια ανέκδοτη ομιλία του στην Αίγυπτο το 1944, το οποίο υπάρχει μέσα στο Ελληνικό Καλοκαίρι του Λακαριέρ καταγεγραμμένο, λέει «η ψυχή ενός λαού δεν διαιρείται, ή ζει ή πεθαίνει». Και αυτό το λέει κυρίως για τη συνέχεια της γλώσσας και για όλους αυτούς που λένε ότι η Ελλάδα δεν υπάρχει, δεν υπάρχει σύνδεση, είναι άλλη η αρχαία Ελλάδα, άλλο το Βυζάντιο… Ο ίδιος πίστευε ότι υπάρχει σύνδεση και ότι αυτή η σύνδεση είναι η ίδια η γλώσσα, ο ίδιος λέει «από τον Όμηρο στο Σεφέρη και από τον Ορφέα στον Τσιτσάνη». Και εμένα αυτό που με είχε συγκινήσει όταν ζούσα στο εξωτερικό, έξω από αυτή τη σκληρή καθημερινότητα, τόσο το φως του ελληνικού πνεύματος όσο και η ίδια η φύση της Ελλάδας ασκούν μια άλλη έλξη. Και επίσης, ακόμα και μετά από τόσα χρόνια που ζω στην Ελλάδα, επιλέγω ξανά τον Λακαριέρ και αυτός είναι από τους βασικούς λόγους που θα ήθελα να ξαναδώ, να ξαναζήσω εγώ η ίδια και να μοιραστώ με το κοινό αυτήν τη φωτεινή Ελλάδα – όπως την έχει αποτυπώσει ο Λακαριέρ μέσα από τις περιηγήσεις του, μέσα από τις μεταφράσεις του, τα σχόλιά του, είδα την αγάπη που έχει για αυτόν τον τόπο, πολλές φορές μεγαλύτερη και από αυτήν που έχουμε εμείς οι ίδιοι. Αυτή τη φωτεινή Ελλάδα. Και ειδικά σε μία εποχή που συμβαίνει σχεδόν σε όλους μας ακριβώς το αντίθετο, όλοι είμαστε δυσαρεστημένοι με την Ελλάδα, όλοι ολισθαίνουμε σε αυτή τη λαγνεία της αυτολύπησης, της αυτοκαταστροφής, γενικώς όλο αυτό το κλίμα που υπάρχει, όλοι βρίζουμε τον εαυτό μας και τους άλλους γύρω μας. Και αυτό δημιουργεί ένα τοξικό περιβάλλον. Ζούμε σ’ ένα τοξικό περιβάλλον σήμερα.

πλέον με το να μιλάς χρησιμοποιώντας εκφράσεις όπως «το φως του ελληνικού πνεύματος» κοντεύουν να σε χαρακτηρίσουν Χρυσαυγίτη.

Δημήτρης Φαργκάνης (Lavart) Σίγουρα, πολλοί βρίζουν την Ελλάδα, και οτιδήποτε έχει να κάνει με καθετί το ελληνικό. Σήμερα, αλλά και τα τελευταία είκοσι χρόνια αποτελεί τις περισσότερες φορές ταμπού το να μιλήσει κάποιος για κάτι ελληνικό, κάτι αρχαίο ελληνικό ή να θαυμάσει κάτι ή να λατρέψει κάτι και παρατηρούμε παράλληλα πως το ιδεολογικό «επιτρέπεται» έχει επιτραπεί ή μεταλαμπαδευτεί μόνο σε αυτούς που δεν θα «έπρεπε», σε κάποιους όπως οι Χρυσαυγίτες. Η Ελλάδα είναι ταμπού.

Φωτεινή Παπαδόδημα – Μα ναι, ακριβώς αυτό, πλέον με το να μιλάς χρησιμοποιώντας εκφράσεις όπως «το φως του ελληνικού πνεύματος» κοντεύουν να σε χαρακτηρίσουν Χρυσαυγίτη. Φυσικά εννοείται ότι δεν είμαι εθνικίστρια και πιστεύω απόλυτα αυτό που έλεγε ο Λακαριέρ ότι στην Ελλάδα αυτό που βλέπεις είναι η σύζευξη των αντιθέτων, το οποίο είναι μια τάση που επαναλαμβάνεται συνέχεια στο έργο, μιζέρια και ομορφιά. Είμαστε εξίσου μίζεροι όσο είμαστε και ωραίοι, απλώς σίγουρα υπάρχει μία υποβίβαση του ελληνικού πνεύματος και γενικά της ενασχόλησης με αυτό, κάτι το οποίο δεν ξέρω κατά πόσο είναι ηθελημένο, κατά πόσο είναι τυχαίο, κατά πόσο είναι μόδα και δεν με ενδιαφέρει και τόσο πολύ να το ανακαλύψω. Αυτό που με λυπεί είναι πλέον η σχέση μας με τη λογοτεχνία, με την ποίηση. Έκανα πρόσφατα ένα πρόγραμμα για την Οδύσσεια στο ίδρυμα Λασκαρίδη, και συνειδητοποίησα ότι τα παιδιά δεν έχουν καμιά ιδέα τι είναι το δακτυλικό εξάμετρο – η μουσικότητα του λόγου και όλο αυτό αντιμετωπίζεται σαν κάτι μουσειακό ή σα να είμαστε γραφικοί εθνικόφρονες. Όλο αυτό είναι μια τεράστια παρεξήγηση και επίσης το γεγονός ότι βλέπουμε και στη λογοτεχνία και στο θέατρο τη μίμηση ενός είδους θεάτρου που εγώ το ονομάζω ειρωνικά το «δυτικό αδιέξοδο», δηλαδή μιμούμαστε αυτό το αδιέξοδο που μπορεί να βιώνει ένας Αγγλοσάξονας, ένας Γερμανός. Δεν έχουμε τις ίδιες προσλαμβάνουσες, δεν έχουμε την ίδια ιστορία και δεν έχουμε το ίδιο αδιέξοδο. Και δεν έχουμε και την ίδια γλώσσα, κάτι πάρα πολύ σημαντικό.Δημήτρης Φαργκάνης (Lavart) Όταν λες «δυτικό αδιέξοδο»;

Φωτεινή Παπαδόδημα – Εννοώ ένα είδος σκοτεινού θεάτρου, ένα είδος σκοτεινής λογοτεχνίας, όπου επικρατεί μια τρομολαγνεία.

υπάρχει μία υποβίβαση του ελληνικού πνεύματος και γενικά της ενασχόλησης με αυτό

Δημήτρης Φαργκάνης (Lavart) Άσχετο αν υπάρχουν και αριστουργήματα μέσα σ’ αυτό, έτερον εκάτερον. Εμείς έχουμε ένα φως και έναν ήλιο πολιτισμού που φαίνεται να μην τον αξιοποιούμε καθόλου και να μην τον μεταφέρουμε και στις τέχνες μας.

Φωτεινή Παπαδόδημα – Φαίνεται καταρχήν να μην τον γνωρίζουμε καθόλου. Για να τον αξιοποιήσουμε, πρώτα πρέπει να το γνωρίσουμε. Δεύτερον, να εμβαθύνουμε, να τον μελετήσουμε, να τον εξερευνήσουμε. Και μόνο να γνωρίσει κανείς τον Όμηρο είναι μια μελέτη ζωής. Αυτό το λέω και από την πλευρά της σκηνοθεσίας και των κειμένων που χρησιμοποιούνται στο θέατρο κυρίως. Από τη Σάρα Κέιν και μετά έγινε μόδα, προωθήθηκε θα τολμούσα να πω μία λογοτεχνία σκοτεινή, με χαρακτηριστικά της την τρομολαγνεία και την βία δίχως όρια…Σαν να έγινε αποδεκτό από μία σημαντική μερίδα των ανθρώπων του θεάτρου στην Ευρώπη, Γαλλία, Αγγλία και Γερμανία ότι είναι ωφέλιμο να εξερευνήσουμε τα όρια  της αφήγησης του τρόμου και της ανθρώπινης εκμετάλλευσης. Περιέργως όμως αυτό τελικά λειτούργησε αντίθετα κατά την ταπεινή μου άποψη , όχι ως αυτογνωσία ή θεραπεία της πληγής αλλά ως εθισμός σε μία κουλτούρα του εύκολου και νοσηρού εντυπωσιασμού

Δημήτρης Φαργκάνης (Lavart) – Καθώς προηγουμένως ανέφερες τα λόγια του Λακαριέρ, μου θύμισες, έναν άλλο δικό μου πολύ αγαπημένο, τον Δημήτρη Λιαντίνη, ο οποίος είχε πει μεταξύ άλλων «Ελλάδα και ήλιο να βλέπω πρώτος»! Έχουν πολλά κοινά με το Λακαριέρ…

Φωτεινή Παπαδόδημα – Φυσικά, επίσης ο Λιαντίνης είναι μια ακόμη πολύ παρεξηγημένη περίπτωση. Βέβαια ήταν ένας άνθρωπος που έζησε στα όρια του νευρικού του συστήματος.

Δημήτρης Φαργκάνης (Lavart) Ειδικά με το τέλος του…

Φωτεινή Παπαδόδημα – Όχι μόνο σε σχέση με το τέλος του αλλά σχετικά και με το απίστευτο πάθος που είχε σε οτιδήποτε καταπιανόταν και οτιδήποτε ανέλυε. Πιστεύω ότι ήταν μια πάρα πολύ αξιόλογη και ενδιαφέρουσα περίπτωση η οποία κατά μία έννοια έχει λίγο καταχωρηθεί στο περιθώριο της γραφικότητας. Και είναι πάρα πολύ κρίμα γιατί είναι τεράστιος ο Λιαντίνης.

η μουσικότητα του λόγου και όλο αυτό αντιμετωπίζεται σαν κάτι μουσειακό ή σα να είμαστε γραφικοί εθνικόφρονες

Δημήτρης Φαργκάνης (Lavart) Ακόμα και με τον τρόπο που μιλάει σε κάποια βίντεο του ή ακόμα και στα βιβλία του, δεν σημαίνει ότι στερείται λογικής, συνοδεύονται απλά όλα από το πάθος του Λιαντίνη.

Φωτεινή Παπαδόδημα – Κάποτε με είχε συγκινήσει πάρα πολύ, νομίζω ότι μιλούσε για την Ελένη, για την Ωραία Ελένη, έκανε μια συγκλονιστική ανάλυση στους μαθητές του και ήθελα να χρησιμοποιήσω κάποια αποσπάσματα, αλλά κρατήθηκα σκεπτόμενη μήπως χαρακτηριστεί κάπως. Είναι πολύ θλιβερό αυτό με την Ελλάδα…

Δημήτρης Φαργκάνης (Lavart) Αν δεν γίνει το βήμα από έναν, δύο, πέντε, δέκα, να «χρησιμοποιήσουν» κάποιους που για κάποιους άλλους είναι παρεξηγημένοι, αυτοί θα μείνουν για πάντα παρεξηγημένοι. Μέχρι κάποιος να τους βγάλει από το κλουβί.

Φωτεινή Παπαδόδημα – Πιθανόν. Και μου δίνεις ιδέα τώρα για το Φεστιβάλ Αθηνών και ίσως να το κάνω. Το παίρνω σαν μήνυμα από τον Λιαντίνη. Αυτό είναι το πρόβλημα, ότι δεν γνωρίζουμε σχεδόν τίποτα, γιατί δεν έχουμε αρκετές ευκαιρίες να εμβαθύνουμε. Ούτε τι είναι ο Όμηρος ούτε τι είναι η τραγωδία, με τρόπους όμως που να κάνουν αυτά τα πράγματα ενδιαφέροντα στους νέους ανθρώπους, διότι όταν διδάσκονται με έναν τρόπο βαρετό, απαρχαιωμένο, τα παιδιά δεν μπορούν να ενδιαφερθούν. Θυμάμαι στα παιδιά που τους δίδασκα στο Ίδρυμα Λασκαρίδη για το ρυθμό, για τη μουσικότητα, χρησιμοποιούσα την αφρικανική άρπα και τους εξηγούσα έναν τρόπο προσέγγισης του δακτυλικού εξάμετρου. Αλλά έναν τρόπο ζωντανό, που μπορούσε να συνδεθεί με τα ίδια τα παιδιά σήμερα. Και υπάρχουν πολλοί που κάνουν προσπάθειες σ’ αυτό, ο Κώστας Αγγελάκος, πανεπιστημιακός στην Κέρκυρα, με το περιοδικό Νέα Παιδεία διοργανώνει ημερίδες. Υπάρχουν άνθρωποι, αλλά όχι επίσημα! Αυτό είναι το θέμα. Και αυτό είναι το δυτικό αδιέξοδο. Ξαφνικά ασχολούμαστε με όλη αυτήν την τρομολαγνεία η οποία έχει κατακλύσει και το σινεμά και το θέατρο. Αυτό που λέγαμε γελώντας με κάτι φίλους μου… «πλέον για να γράψεις μυθιστόρημα πρέπει να έχει πλούσιο, φόνο και γκέι». Εμπορευματοποίηση και της παιδείας και της τέχνης. Σε όλα τα επίπεδα. Και αυτό δεν συμβαίνει μόνο στην Ελλάδα αλλά και στην Ευρώπη. Στην Ελλάδα αυτό που θα μπορούσε να είναι η δύναμή μας, το όπλο μας, είναι η γλώσσα. Δεν είναι τυχαίο που η φιλόσοφος Χάνα Άρεντ λέει: «Η αληθινή πατρίδα είναι η μητρική μας γλώσσα». Οφείλουμε να επικεντρωθούμε στους θησαυρούς αυτής της γλώσσας ανά τους αιώνες και να εντρυφήσουμε, να τους κοιτάξουμε από πολλές πλευρές, διότι έχουμε να πάρουμε πολλή πληροφορία από εκεί, είτε ασχολούμαστε με τη γλώσσα είτε δεν ασχολούμαστε, είτε είμαστε ζωγράφοι είτε είμαστε χορευτές είτε είμαστε μουσικοί, συνδεόμενοι με αυτό το κέντρο πιστεύω ότι μπορούμε να ελευθερωθούμε και να δυναμώσουμε. Δυστυχώς όλο αυτό το παραμελούμε και προσπαθούμε να μοιάσουμε στους Γερμανούς, στους Άγγλους και αισθητικά αλλά και στη μουσική που ακούμε. Δεν το λέω υποτιμητικά ούτε γενικεύω τον όρο. Έντεκα χρόνια στη Γαλλία έζησα, αγγλική μουσική άκουγα από μικρό παιδί, αλλά παρατηρώ αυτό που είπες και πριν, οτιδήποτε σχετίζεται με την αρχαία Ελλάδα ή και με το Βυζάντιο κατατάσσεται επιτόπου σε ένα κουτάκι… εθνικόφρων, γραφικός, αδιάφορος. Αυτό τείνω πλέον να πιστεύω ότι είναι ένα είδος συκοφαντίας συνειδητής που συμβαίνει πια. Και πρέπει κανείς να ψάξει το Σεφέρη, γιατί αν τους πεις «Σεφέρης» εκεί το βουλώνουν, δεν έχει να σου πει κανείς τίποτα. Δεν μπορούν να πουν πως ο Σεφέρης είναι ένας ανεγκέφαλος εθνικόφρων.

Πιστεύω ότι η αισιοδοξία είναι πάρα πολύ προσωπικό θέμα, σαφέστατα το να ζεις σε μια εποχή δύσκολη σαν αυτή που ζούμε τώρα θα σε επηρεάσει, θα σε τσαλακώσει, δεν θα σε διαλύσει όμως, αν εσύ ο ίδιος δεν το επιτρέψεις.

Δημήτρης Φαργκάνης (Lavart) Δεν μπορούν, αλλά αν μας άκουγε κάποιος να μιλάμε αυτή τη στιγμή (και πιθανώς κάποιοι από αυτούς που διαβάζουν τη συνέντευξη) θα μπορούσε να μας χαρακτηρίσει ξέρεις πολύ καλά πώς… Και κάποια στιγμή πρέπει να σταματήσει αυτό. Και αν θες ένα πολιτικό σχόλιο, η τωρινή κυβέρνηση με τις ανακολουθίες της, πραγματοποιώντας μία σημαντική αποδυνάμωση της ιδεολογικής ηγεμονίας της αριστεράς, πιθανώς να έχει κάνει ένα, παράπλευρα, καλό. Το ότι ορισμένοι ψευτοαριστεροκουλτουριάρηδες και ψευτοδιαννοούμενοι ξεκίνησαν πλέον να σιωπούν.

Φωτεινή Παπαδόδημα – Μα τώρα πλέον, όταν καταρρέουν όλα, αυτό που αποτελεί αληθινή αξία αναδεικνύεται από μόνο του. Ό, τι είναι αυτό, είτε είναι ελληνικό είτε είναι γαλλικό είτε είναι οτιδήποτε.

Δημήτρης Φαργκάνης (Lavart) Είσαι αισιόδοξη λοιπόν…

Φωτεινή Παπαδόδημα – Βεβαίως είμαι αισιόδοξη και σου λέω ότι αυτή η σχέση με τον Λακαριέρ που εμφανίστηκε από το πουθενά με έκανε να χαρώ τόσο πολύ γιατί βλέπω και στο κοινό που έχει αρχίσει να έρχεται στις παραστάσεις αυτήν την ανακούφιση, αλλά είναι πολύ περίεργο, γιατί έπρεπε να το περάσουμε και αυτό, μέσα από το βλέμμα ενός ξένου, ενός Γάλλου, να αποενοχοποιηθούμε, διότι αυτό το βλέπει ένας Γάλλος. Φαντάσου όμως, να τα έλεγε αυτά ένας Έλληνας με τον τρόπο που τα λέει ο Λακαριέρ, θα λέγαμε ότι είναι γραφικός, είναι εθνικόφρων, είναι φασίστας.

Δημήτρης Φαργκάνης (Lavart) Πόσο μας επιτρέπει ο καιρός να είμαστε αισιόδοξοι σήμερα;

Φωτεινή Παπαδόδημα – Πιστεύω ότι η αισιοδοξία είναι πάρα πολύ προσωπικό θέμα, σαφέστατα το να ζεις σε μια εποχή δύσκολη σαν αυτή που ζούμε τώρα θα σε επηρεάσει, θα σε τσαλακώσει, δεν θα σε διαλύσει όμως, αν εσύ ο ίδιος δεν το επιτρέψεις.

Δημήτρης Φαργκάνης (Lavart) Η αισιοδοξία περί της όποιας ανάκαμψης σε πολιτιστικό επίπεδο;

Φωτεινή Παπαδόδημα – Ναι, εγώ πιστεύω πως μέσα από την πολύ μεγάλη δυσκολία, αυτό που θα γεννηθεί θα είναι κάτι που θα έχει πράγματι αξία και δύναμη. Πρέπει ίσως κάποιος όντως να φτάσει τόσο χαμηλά, αν κρίνω από προσωπικά μου βιώματα. Δεν είμαι ούτε κοινωνιολόγος ούτε μπορώ να δώσω μια απάντηση με σιγουριά αν θα υπάρξει πολιτιστική ανάκαμψη. Αυτό που μπορώ να πω όμως είναι πως οτιδήποτε είναι φορέας μιας δύναμης έρχεται στην επιφάνεια από μόνο του, όταν όλα καταρρέουν. Το λέω και ως προς τα κείμενα και ως προς τη μουσική. Έχουν διαλυθεί τα πάντα. Συνειδητοποίησα ότι υπάρχουν πάρα πολύ λίγες σχολές σήμερα, λίγοι πόλοι που μπορεί ένας άνθρωπος να πάει να μάθει βυζαντινή μουσική, παραδοσιακή μουσική. Και αυτό δυστυχώς έχει καταταχθεί σε ένα κουτάκι προς αποφυγή. Ευτυχώς λίγο έχει αλλάξει η κατάσταση τα τελευταία χρόνια με τα μουσικά σχολεία, όπου γίνεται μια πάρα πολύ σοβαρή δουλειά από νέους και απενοχοποιημένους ανθρώπους και έτσι έχουμε φουρνιές νέων μουσικών, οι οποίοι όμως βγαίνουν και είναι σε μια κοινωνία που δεν μπορεί να τους υποδεχτεί. Δηλαδή, που θα πάει αυτός ο άνθρωπος να παίξει; Στο σκυλάδικο; Στο ρεμπετάδικο; Και εδώ ερχόμαστε στη μέριμνα του πολιτισμού γενικότερα, χρειάζεται μία μεγαλύτερη μέριμνα, οργάνωση, σχεδιασμός της προβολής του ελληνικού πολιτισμού, μουσικής και λόγου. Αυτών των δύο κυρίως, φυσικά και της ζωγραφικής και της γλυπτικής, απλά τυχαίνει να μην μπορώ να πω πολλά λόγω οτι δεν είναι ο τομέας μου. Δεν υπάρχει καμία απολύτως μέριμνα για αυτό. Δεν είναι δυνατόν ξεχωριστοί, εμπορικοί, μέτριοι για μένα καλλιτέχνες και μιλάω για το χώρο της μουσικής, του τραγουδιού, λαϊκοί να επιχορηγούνται με τεράστια κονδύλια χρόνια τώρα από το Υπουργείο Πολιτισμού και να έχουν κόψει όλες τις επιχορηγήσεις στις μικρές ομάδες, στις σχολές. Η διαχείριση, για να απαντήσω στο θέμα της ανάκαμψης και της παραγωγής, είναι θέμα διαχείρισης του κρατικού προϋπολογισμού. Αυτό πιστεύω εγώ από την πείρα μου, διαχείρισης, ενδυνάμωσης των κέντρων όπου γίνεται πραγματική δουλειά.Δημήτρης Φαργκάνης (Lavart) Όπως αυτό το σπουδαίο πράγμα που είχε κάνει πριν λίγα χρόνια ο Αμπαζής στην Πάτρα, για να μην σχολιάσω το πώς έφυγε…

Φωτεινή Παπαδόδημα – Μα αυτό σου λέω ότι συμβαίνει παντού και συνέχεια. Πώς θα υπάρξει ανάκαμψη αν δεν υπάρχει μια στήριξη; Φαντάσου, πως στη Γαλλία όπου έζησα, θεωρείται ντροπή να γράψει κανείς στο βιογραφικό του ότι έχει κάνει τηλεόραση. Γιατί το κράτος φρόντιζε να υπάρχει ένα πολύ καλό ταμείο ανεργίας, επιχορηγήσεις των κρατικών θεάτρων, της μουσικής έρευνας. Σαφέστατα δεν έχουμε τόσα χρήματα αυτή τη στιγμή, αλλά και αυτά που έχουμε ας τα διαχειριζόμαστε και λίγο πιο εύστοχα. Και αν διαχειριστούμε αυτά τα λίγα χρήματα πιο σωστά, θα δώσουμε δύναμη στους νέους ανθρώπους και έτσι ένα λόγο να παραμείνουν στην Ελλάδα.

Δημήτρης Φαργκάνης (Lavart) Πάντως, σπανίως βλέπουμε καλλιτεχνικές κινήσεις στην Ελλάδα να καταπιάνονται είτε με προσωπικότητες είτε με ιστορικά γεγονότα. Ενώ σε άλλες χώρες, Βρετανία, Γαλλία, Αμερική, είναι περισσότερο σύνηθες φαινόμενο το να καταπιαστεί κάποιος με κάποιο  «προσωπικό» του θέμα, κάποιο εθνικό. Ενώ το ελληνικό στην Ελλάδα πουλάει, δεν θέλουν να το παράγουν. Τώρα τελευταία μόνο αρχίζω και βλέπω κάποια δείγματα…

Φωτεινή Παπαδόδημα – Ναι, ισχύει. Αλλά όπως είπες γίνονται κινήσεις. Ο Στάθης Λιβαθινός και ο Θοδωρής Αμπαζής με το Εθνικό κάνουν πάρα πολύ καλή δουλειά ήδη και πιστεύω ότι θα συνεχίσουν. Και εμείς με το Φεστιβάλ του Ελαιώνα, τρίτος χρόνος, με πολλούς κόπους κινητοποιούμαστε γύρω από τους πνευματικούς πόλους. Το πρώτο Φεστιβάλ ήταν αφιερωμένο στον Δημήτρη Καμπούρογλου. Πέρυσι είχαμε αφιέρωμα στην Οδύσσεια, μουσικό θέατρο, φέτος θα είναι η Νέα Αθήνα, Σεφέρης, Καρούζος.

Δημήτρης Φαργκάνης (Lavart) Φωτεινή τι θα πει «αγαπώ την πατρίδα μου»;

Φωτεινή Παπαδόδημα – Επειδή είναι και το θέμα με το οποίο καταπιάνομαι φέτος, τη μουσική παράσταση στο Φεστιβάλ Αθηνών με τίτλο Όταν σε λίγο κατεβήκαμε στη Θάλασσα, καταρχήν καλό είναι να διασαφηνίσει κανείς μέσα του τι είναι πατρίδα, τι εννοεί πατρίδα, γιατί εκεί είναι το κλειδί της απάντησης και αυτό δεν είναι κάτι εύκολο να το απαντήσει κανείς. Πιστεύω ότι παίρνει αρκετά χρόνια για τον καθέναν έτσι ώστε να συνειδητοποιήσει  το τι είναι πατρίδα για τον ίδιο. Όπως λέει και ο Σεφέρης: «Όπου και να ταξιδέψω η Ελλάδα με πληγώνει», στο εκπληκτικό αυτό ποίημά του, από το οποίο χρησιμοποιώ μόνο ένα μικρό απόσπασμα στον Λακαριέρ, εγώ συνειδητοποίησα ακριβώς αυτό. Έφυγα από την Ελλάδα που με πλήγωνε και πήγα στο Παρίσι. Δεν μπορούσα να το αντιμετωπίσω αυτό όταν ήμουν νεότερη και επέστρεψα πάλι συνειδητοποιώντας ότι Ελλάδα για μένα είναι αυτό που λέει ο Λακαριέρ, η ομορφιά της φύσης και η ομορφιά της γλώσσας, αυτά τα δυο πράγματα. Και πως αυτή η ομορφιά, όπως λέει αυτός ο φοβερός στίχος, η έλξη αυτή είναι τόσο δυνατή που ο Λακαριέρ λέει: «Δεν θα με πείραζε να κοιμάμαι στην ύπαιθρο και να τρέφομαι με ελιές όσο χρόνο θα έπρεπε αρκεί να μπορούσα να την ακολουθήσω και να τη βιώνω». Για μένα, λοιπόν, ο κυριότερος λόγος που επέστρεψα ήταν η γλώσσα, η ελληνική γλώσσα. Στη Γαλλία σπούδαζα θέατρο, έπαιζα σαν ηθοποιός και σε πολύ σημαντικά θέατρα και με ιδιαίτερες συνθήκες. Απλά μέσα μου είχε αρχίσει να δημιουργείται ένα πρόσωπο, μια φωτεινή… Γαλλίδα. Αυτό είχε αρχίσει να με ενοχλεί, να με βαραίνει και ειλικρινά, αυτός ήταν ο μόνος λόγος που γύρισα, ότι ήθελα να φέρω στη σκηνή τον Όμηρο, την Οδύσσεια, την τραγωδία, αυτά τα κείμενα στα Ελληνικά. Για μένα πατρίδα είναι η μουσική που έχω αγαπήσει από την Ελλάδα, ο λόγος, η ποίηση, «από τον Όμηρο στο Σεφέρη και από τον Ορφέα στον Τσιτσάνη», το λέει τόσο ωραία ο Λακαριέρ. Αυτή είναι η πατρίδα μου και από εκεί και πέρα η ελληνική φύση, αυτό είναι κάτι αδιαμφισβήτητο. Σε αυτούς τους δυο πόλους μπορώ να επικεντρωθώ και δεν είναι ασύνδετοι φυσικά με τους ανθρώπους. Και το φυσικό τοπίο και το ανθρώπινο τοπίο γίνονται ένα. Αλλά νομίζω πως ο παρονομαστής και η βάση της δύναμης είναι η γλώσσα και η μουσική. Όταν σπούδαζα στο Conservatoire National Supérieur d’Art Dramatique, στο πρώτο μάθημα είχαμε έναν εκπληκτικό δάσκαλο, ο οποίος εστίαζε στην ποίηση, στο πώς εκφέρουμε τον ποιητικό λόγο και μας είχε πει το εξής, ότι στην αρχαία Ελλάδα η γραμματική διδασκόταν μαζί με τη μουσική, παράλληλα με το συντακτικό. Η δική μας γλώσσα είναι μια γλώσσα άρρηκτα συνδεδεμένη με τη μουσική, πράγμα που δεν συμβαίνει καθόλου με τα Γαλλικά. Τα Γαλλικά είναι μια γλώσσα μαθηματική, αναλυτική, εγκεφαλική, άρα λοιπόν, για μένα η πατρίδα μου είναι αυτό, το τοπίο, η ομορφιά της φύσης, η μουσική και η γλώσσα.

Συνέντευξη: Δημήτρης Φαργκάνης (Lavart)

Κοινοποίηση: