Πάμε να φύγουμε!
–  Δεν μπορούμε.
–  Γιατί;
–  Περιμένουμε τον Γκοντό.

Ο ηθοποιός Θανάσης Ισιδώρου πρωταγωνιστεί στο αριστούργημα του Σάμιουελ Μπέκετ, το οποίο παρουσιάζεται στο θέατρο Άλφα – Ιδέα, και μας συστήνει την ιδιοσυγκρασία αλλά και την παράλογη…λογική του συγκεκριμένου έργου!

Ευγενία Θεοδωρίδου (Lavart) – Φέτος, πρωταγωνιστείς ως Εστραγκόν στο Περιμένοντας τον Γκοντό του σπουδαίου Σάμιουελ Μπέκετ. Τελικά, τι θα έλεγες ότι συμβολίζει ο Γκοντό;

Θανάσης Ισιδώρου – Ο Γκοντό είναι αυτό που όλοι περιμένουμε. Νομίζω, άλλωστε, ότι δεν πρέπει να δίνεται ένας συγκεκριμένος συμβολισμός. Πρώτα απ’ όλα, κάτι τέτοιο δεν θα το ενέκρινε ο ίδιος ο Μπέκετ. Το έργο είναι φτιαγμένο με τέτοιο τρόπο ώστε να αποκλείει τον οποιονδήποτε προσδιορισμό του Γκοντό.

Ευγενία Θεοδωρίδου (Lavart) – Σίγουρα ο καθένας μπορεί να αποδώσει την δική του ερμηνεία. Αλλά από τις μέχρι τώρα αντιδράσεις των θεατών, τι κρίνεις ότι αποκομίζουν;

Θανάσης Ισιδώρου – Το έργο έχει σκοπό τόσο να διατηρήσει έναν οικουμενικό χαρακτήρα, δηλαδή έναν κοινό άξονα νοημάτων, όσο και να μεταδώσει διαφορετικούς προβληματισμούς στον κάθε θεατή ξεχωριστά. Ιδανικά για μένα ο θεατής τα καταφέρνει και τα δύο και νομίζω ότι στην πλειονότητα των περιπτώσεων αυτό συμβαίνει. Όταν έχει κανείς την υπομονή και τη γνώση να περιμένει, θα ανακαλύψει συμβολισμούς που δεν τους περιμένει, αλλιώς θα μείνει με την αίσθηση ότι όλη παράσταση είναι ένα τεράστιο παιχνίδι, ρόλων αλλά και στιχομυθιών.Ευγενία Θεοδωρίδου (Lavart) – Η δυαδικότητα, δηλαδή η ύπαρξη μιας πρωταγωνιστικής δυάδας, είναι εμφανής στο σύνολο της δουλειάς του Ιρλανδού συγγραφέα. Εσύ πως αντιλαμβάνεσαι αυτήν την συνθήκη;

Θανάσης Ισιδώρου – Τώρα ανοίγεις ένα μεγάλο θέμα, γιατί αλλιώς γίνεται κατανοητή αυτή η συνθήκη από την πλευρά της υποκριτικής και αλλιώς για παράδειγμα δραματουργικά. Δομικά το έργο βρίθει δυάδων: δύο είναι οι μέρες, δύο οι ήρωες, δύο αντίστοιχα και αυτοί που συναντούν οι ήρωες. Εμένα, πάντως, πιο πολύ με ενδιαφέρει η επίδραση της δυαδικότητας στην σκηνή. Δηλαδή στον τρόπο με τον οποίο εμείς ως υποκριτές, εγώ και ο Στέλιος Γιαννακός, διαχειριστήκαμε το γεγονός ότι έπρεπε να γίνουμε ένα αχώριστο δίδυμο, εντός αλλά και εκτός θεατρικού σανιδιού. Τα δίπολα του Μπέκετ, άλλωστε, αυτό προϋπογράφουν. Διαφορετικά δεν θα πετύχαινε η συνταγή. Και αυτό συνέβη ευχάριστα και με τους δύο άλλους συναδέλφους, τον Σταύρο Μαρκάλα και τον Δημήτρη Μαμιό, οι οποίοι υποδύονται τον Πότζο και τον Λάκυ αντίστοιχα. Με έναν περίεργο τρόπο θα έλεγα ότι ο Μπέκετ πιστεύει στον Γκοντό, σε καμία περίπτωση δε θα τα παρατούσε. Αυτό είναι και το πιο κεντρικό δίπολο του έργου: η πολυειπωμένη φράση «Δεν μπορώ άλλο» σε αντιδιαστολή με το «Μπορώ να συνεχίσω». Η ελπίδα, η ζωή απέναντι στην παραίτηση, στον θάνατο.

Ευγενία Θεοδωρίδου (Lavart) – Εσείς πως κινηθήκατε στο συγκεκριμένο ανέβασμα; Υπήρξε φόβος σύγκρισης με προηγούμενες προσεγγίσεις;

Θανάσης Ισιδώρου – Όχι, θα έλεγα πως δεν υπήρξαν τέτοιες σκέψεις. Άλλωστε, ένα από τα πιο σημαντικά χαρακτηριστικά του έργου, καθώς και του συγγραφέα, είναι ότι υπαγορεύει τον εαυτό του. Έτσι ακριβώς το αντιμετωπίσαμε και εμείς. Δεν επιχειρήσαμε να προβάλλουμε κάποια προσωπική οπτική. Θέλαμε να γίνεται φανερό ότι το ίδιο το έργο δεν το δέχεται αυτό. Πιστεύω όλη η ομάδα, με πρωτεργάτη, βέβαια, τον Στέλιο, που υπογράφει την σκηνοθεσία, έχουμε κοινή γνώμη περί του θέματος. Γιατί το Περιμένοντας τον Γκοντό είναι τόσο καλογραμμένο, που θα μπορούσε να το παίξει κανείς, έχοντας ακόμη και μηδενική δραματουργική γνώση. Εννοώ ότι αν καθίσεις και το διαβάσεις σε βάθος και το «ακολουθήσεις», η πορεία των πραγμάτων έρχεται μόνη της, οπότε δεν χρειάζεται την προσωπική ανάγνωση κάποιου για να συντηρηθεί στο πέρασμα των χρόνων. Αν για παράδειγμα μελλοντικά υπάρξει ένα διαφορετικό ανέβασμα, δε θα μπορέσω να το παρακολουθήσω συγκριτικά με το δικό μας. Θα είμαι απλώς ένας θεατής που βλέπει κάτι νέο.Ευγενία Θεοδωρίδου (Lavart) – Θανάση, με τον Στέλιο Γιαννακό, σκηνοθέτη αλλά και συμπρωταγωνιστή της παράστασης, σας συνδέει η Δραματική Σχολή «Πράξη Επτά», όπου και φοιτήσατε. Κατά την γνώμη σου είναι πιο εύκολο να επιτευχθεί ένα ομοιόμορφο σκηνικό αποτέλεσμα, όταν υπάρχει ένα τέτοιο υπόβαθρο κοινών εμπειριών;

Θανάσης Ισιδώρου – Η αλήθεια είναι και με τον Σταύρο, που υποδύεται τον Πότζο, μας συνδέει η σχολή, φοιτούσαμε όλοι μαζί. Αναμφισβήτητα, το να ξέρεις χρόνια τον άλλο και να έχεις αναπτύξει προσωπικές σχέσεις, έχει τις ευκολίες του. Αλλά δεν διαφέρει πολύ από το να δουλεύεις με καλούς συνεργάτες που δεν γνωρίζεις. Βέβαια, στην πρώτη περίπτωση υπάρχουν κοινοί κώδικες, αναπτύσσεται μια αμοιβαία συνεννόηση, η οποία οδηγεί τις περισσότερες φορές σε επιτυχημένο σκηνικό αποτέλεσμα. Σε γενικές γραμμές, φαντάζομαι πως η χημεία, που έχει δημιουργηθεί μεταξύ μας, έρχεται στην επιφάνεια επάνω στη σκηνή, απλώς εγώ δεν είμαι σε θέση τρίτου, ώστε να το αντιληφθώ.

Ευγενία Θεοδωρίδου (Lavart) – Θα έλεγες ότι η σχέση, εξουσίας αλλά και εξάρτησης, που αναπτύσσεται ανάμεσα στους δύο ήρωες, αντικατοπτρίζονται στην σημερινή κοινωνία;

Θανάσης Ισιδώρου – Νομίζω, πως ναι. Ο Μπέκετ, όμως, μιλάει για το ποια είναι η ανθρώπινη κατάσταση και όχι για το ποιο είναι το πρόβλημα. Είναι δεδομένο ότι όλοι οι άνθρωποι αυτό αποζητάμε: την παρέα, την συντροφιά, ακόμη και όταν αυτή καταλήγει σε εξάρτηση. Και δεν μιλάμε μόνο για συντροφικά ή για φιλικά δίπολα αλλά και ερωτικά ή πνευματικά. Γι’ αυτό το λόγο και δεν θα μπορούσα σε καμία περίπτωση να περιγράψω πόσο βαθιά αντικατοπτρίζει το έργο την ίδια τη ζωή.

Ευγενία Θεοδωρίδου (Lavart) – Το έργο λέγεται ότι αποτελεί έκφραση του «Θεάτρου του Παραλόγου». Εσύ πώς κρίνεις αυτή τη θέση;

Θανάσης Ισιδώρου – Κοίτα, αν και δεν είμαι πολύ καλός στη δραματολογία, εντοπίζω στο έργο τον βασικό ορισμό του χαρακτηρισμού. Καθαρά και μόνο σε ότι συμβαίνει πάνω στη σκηνή, σαν στιγμιαία διαδικασία. Το λέω περισσότερο με την έννοια την επανάληψης. Κατ’ τα άλλα για μένα, πίσω από την φαινομενική οπτική των πραγμάτων, υφαίνεται λογική. Είναι πολύ σαφές τι θέλει ο συγγραφέας να ειπωθεί. Τώρα, το γεγονός ότι χρησιμοποιεί περίεργες αναφορές και ονόματα έχει να κάνει με την ιδιαιτερότητα του ως δημιουργό.Ευγενία Θεοδωρίδου (Lavart) – Η παράσταση ανεβαίνει ολοκληρωμένη τη φετινή σεζόν, ύστερα από τη διάκριση της στο 1ο Duet Yourself Festival που πραγματοποιήθηκε στο Θέατρο Άλφα-Ιδέα, όπου απέσπασε το πρώτο βραβείο. Πόσο σημαντικό είναι κατά την γνώμη σου να δίνονται τέτοιου είδους ευκαιρίες στους καλλιτέχνες εν καιρώ κρίσης;

Θανάσης Ισιδώρου – Αρχικά, είναι σημαντικό ένα θέατρο, που λειτουργεί υπό επαγγελματικούς όρους, να προσφέρει ευκαιρίες σε νέες – και μη – θεατρικές ομάδες. Ακόμη και αν ένας ηθοποιός μπορεί να βιοποριστεί από την υποκριτική, πράγμα εξαιρετικά δύσκολο στις μέρες μας, το θέμα της δημιουργίας τίθεται σε μεγάλη συζήτηση. Είναι σχεδόν ανέφικτο να πραγματωθεί. Όταν, λοιπόν, ένα θέατρο διοργανώνει ένα τέτοιο φεστιβάλ και σου δίνει σαν δημιουργό την δυνατότητα να γνωρίσεις κόσμο και να κερδίσεις εμπειρίες, δε μπορεί παρά να σου ανοίγει δρόμους. Αυτό το γεγονός εγώ το κρίνω εξαιρετικά σημαντικό. Σκέψου ότι αν κανένα θέατρο δεν έπαιρνε κάποια αντίστοιχη πρωτοβουλία θα ήμασταν στο έλεος του κράτους, σχέδιο που όπως έχει δείξει η ιστορία δεν έδωσε καρπούς.

Ευγενία Θεοδωρίδου (Lavart) – Ποια η σχέση σου με τον κινηματογράφο; Θα τολμούσες ένα άνοιγμα στην μεγάλη οθόνη;

Θανάσης Ισιδώρου – Για να είμαι ειλικρινής, τρέμω αυτήν την στιγμή, διότι δεν υπάρχει σαφής εκπαίδευση σε αυτόν τον τομέα. Στις δραματικές σχολές μαθαίνεις κατά βάση πώς να προπονείσαι στο θέατρο. Παρ’ όλα αυτά, αν ένας σκηνοθέτης μου πρότεινε κινηματογραφική συμμετοχή, θα ήθελα πολύ να μπω σε αυτήν την τόσο ξεχωριστή διαδικασία. Είναι, βέβαια, μια τέχνη που είναι δύσκολο να συμβεί με τους κατάλληλους όρους στην Ελλάδα. Ας αναλογιστούμε, όμως, ότι δεν μεγαλώσαμε με θέατρο αλλά με τέχνες της οθόνης, τηλεόραση καθώς και κινηματογράφο.

Συνέντευξη: Ευγενία Θεοδωρίδου (Lavart)

Πηγές Φωτογραφιών: 1, 2

Κοινοποίηση:

Σχόλια

No more articles
«Ο γάμος του Καραχμέτη» ταξιδεύει στο θέατρο «Αυλαία»

Close