pcover

“Portrait de la jeune fille en feu”: Εξερεύνηση του ιλίγγου της γυναικείας αγάπης

“The reason I will not exhibit this picture is that I am afraid that I have shown in it the secret
of my own soul.”

Τα πορτραίτα ήταν πάντα κάτι παραπάνω από μία απλή εντύπωση μίας στιγμής στον χρόνο και ενός προσώπου. Έχουν χρησιμοποιηθεί για να δείξουν τη δύναμη, τη σημασία, την αρετή, την ομορφιά, τον πλούτο, ή άλλες ιδιότητες αυτού που ποζάρει. Τα πορτραίτα σχεδόν πάντα κολακεύουν και οι ζωγράφοι που αρνούνταν να κολακεύουν, όπως ο William Hogarth, αντιμετώπιζαν την απόρριψη του έργο τους. Μια αξιοσημείωτη εξαίρεση ήταν ο Francisco Goya με τα υπερβολικά αληθοφανή πορτραίτα της ισπανικής βασιλικής οικογένειας. Η εικόνα παίρνει το ιδανικό της τέχνης στο λογικά ακραίο του. Εάν η τέχνη είναι χρήσιμη διότι απλά απεικονίζει και έτσι παρουσιάζει κάτι απόλυτα ηθικό, πόσο τέλεια πρέπει να είναι αυτή η ζωγραφική δεδομένου ότι είναι ένα άμεσο βαρόμετρο των ηθικών αλλαγών; Εν τέλει διδάσκει όντως κάτι ηθικό ή απλά αποκαλύπτει αυτόν που ποζάρει αλλά και τον δημιουργό; Η νέα ταινία της Celine Sciamma, λοιπόν, επικεντρώνεται γύρω από αυτή την συνθήκη.
Η πλοκή της ταινίας διαδραματίζεται το 1770. Η Marianne είναι ζωγράφος και καλείται να κάνει το γαμήλιο πορτρέτο της Heloise, μιας νεαρής γυναίκας που πρόκειται να παντρευτεί σύντομα. Η Heloise αντιστέκεται στο πεπρωμένο της ως γυναίκα, αρνούμενη να ποζάρει για το πορτρέτο της. Η Marianne θα πρέπει να την ζωγραφίσει κρυφά. Παρουσιάζεται σε αυτήν ως κυρία που θα μπορέσει να την βοηθήσει στην καινούρια της ζωή και έτσι απλά την παρατηρεί. Αν και σπάνια φαίνεται, αυτό το πορτρέτο αιωρείται συμβολικά και μεταφορικά πάνω σε όλη την ταινία και καθοδηγεί την εξέλιξη της.

Ο χαρακτήρας της Heloise ενσαρκώνεται πολύ όμορφα από την Adele Haenel. Η ηθοποιός δεν ήταν ποτέ γνωστή για ρόλους που εμπεριέχουν το στοιχείου του εύθραυστου- είναι συνηθισμένη σε ρόλους ισχυρών γυναικών- αλλά αυτή η αλλαγή δίνει στο παιχνίδι της μπροστά στον φακό μια ακόμη πιο αξιόλογη διάσταση. Μπροστά της, μία ζωγράφος- ή ο συμβολικός πρόγονός της σκηνοθέτη– η οποία πολεμά με τον δικό της τρόπο, να απελευθερωθεί από το πατριαρχικό «στενό κορσέ» στον οποίο έχει τοποθετηθεί και η οποία θα την εισαγάγει στις χαρές μιας διαφορετικής ελευθερίας, όσο εφήμερη και αν είναι. Σε αυτό το ρόλο, η Noémie Merlant ( Crème de la Crème, Tomorrows singing) δείχνει τέλεια ακρίβεια. Η αλχημεία που προκύπτει ανάμεσα στις δύο ηθοποιούς είναι ορατή από τις πρώτες σκηνές τους μαζί και φτάνει σε αρκετές κορυφώσεις που θυμίζουν μερικές φορές το Persona του Bergman, μία ταινία σημαντική στην εκπροσώπηση της εικόνας της λεσβιακής αγάπης.
Η Sciamma εκτελεί μια κλινική αυτοψία μίας παθιασμένης αγάπης, τονίζοντας την επιθυμία των ανθρώπων για να θυμούνται, την αιώνια νοσταλγία του Stendhal, η οποία είναι αρκετή για να προκαλέσει χείμαρρους δακρύων. Υπό την επιρροή του Hitchcock, ποτέ δεν προχωρεί σε κατακτημένη περιοχή αλλά, αντίθετα, δημιουργεί εκ νέου ένα υποτονικό ρυθμό με την βοήθεια της αντίστασης και της παράνομης συμπεριφοράς. Πάνω απ ‘όλα, η σκηνοθέτης τοποθετεί την ιστορία μέσα σε μια μεγαλύτερη αφήγηση. Αυτή της αναπαράστασης της θηλυκότητας και όλων των εντολών της. Το καθήκον της συζύγου, της κόρης, της μητέρας.
Υπάρχει κάτι το καινούριο στο τρόπο της Sciamma να ελέγχει την κάμερα, το δημιούργημα της και γενικότερα στην καλλιτεχνική χειρονομία της, η οποία χαρακτηρίζεται από την συγκράτηση και την απογοήτευση. Η σκηνοθέτης χειρίζεται την ταινία της με μια βαθιά πίστη στην τέχνη της και την ικανότητά αυτής να μεταδίδει. Μετάδοση ενός θαμμένου παρελθόντος και χαμένης αγάπης. Τελικά ,μία μετάδοση ενός κινηματογραφικού έργου όπου η συνεργασία είναι καρποφόρα. Σκηνοθέτης, ηθοποιοί, παραγωγός, σχεδιαστής κοστουμιών, σχεδιαστής παραγωγής . Όλες οι εμπλεκόμενες ψυχές προσφέρουν στην κοινή περιπέτεια την δεξιοτεχνία του αντίστοιχου επαγγέλματός τους.

Κατάλληλο με τη γενική απογύμνωση, το soundtrack, στο οποίο δεν υπάρχει μία μεγαλύτερη μουσική συνοδεία, προσφέρει επίσης μια στιγμή σπάνιας δύναμης. Οι αισθήσεις έχουν την εντύπωση ότι ανακαλύπτουν εκ νέου τα δύο λεπτά και τα τριάντα πέντε δευτερόλεπτα του Presto του L’estate του Βιβάλντι, σε μια ακολουθία που ολοκληρώνει αυτές τις δύο ώρες «υψηλής» αφήγησης.

Με μια χαριτωμένη χάρη που δίνει το θέαμα της υπερβατικής ομορφιάς, το Portrait de la jeune fille en feu, πρόκειται για μία ζωντανή νοημοσύνη των χαρακτήρων της, των αισθησιακών και πνευματικών τους ανταλλαγών, της ευαισθησίας μιας αδελφότητας πιο θεμελιώδους από το πάθος. Είναι το πνεύμα και η καρδιά που αφήνουμε πίσω, την άρνηση και την ελευθερία. Ο καλλιτέχνης και το μοντέλο τελικά έχουν εξαλειφθεί. Η ζωγραφική έχει αποδειχθεί πιο βαθιά και πιο μόνιμη από τον άνθρωπο αλλά ταυτόχρονα το μέσο με το οποίο μπορεί να υπάρξει το συναισθηματικό φάσμα. Πρόκειται επίσης για μία ταινία που μας υπενθυμίζει ότι οι γυναίκες στερήθηκαν κάθε αναγνώρισης, διατηρούνταν έξω από την ιστορία της τέχνης και ότι παρά την έλλειψη της κραυγής εναντίον της κοινωνίας των ανδρών, είναι καλύτερο όταν αποδεικνύεται ότι το γυναικείο ταλέντο ήταν πάντοτε τόσο καρποφόρο. Η απόδειξη αυτής της φωτεινής ταινίας, το φωτοστέφανο του Βραβείου του σεναρίου και το Queer Palm στο τελευταίο Φεστιβάλ των Καννών.

Πηγή φωτογραφιών: 1,2,3,4,5

Κείμενο: Ελένη Κουκουρίκου

Επικαιρότητα

μοιρασου το!

Share on facebook
Share on twitter
Share on email
Share on whatsapp
Share on facebook
Share on twitter
Share on email