Η τρέλα δεν πήγε στα βουνά, ήρθε δίπλα στη θάλασσα στο Fix Factory of Sound. Την έφεραν ο Γιάννης Αγγελάκας και η μπάντα του, 100°C, το Σαββατόβραδο της 11ης Μαρτίου. Με τα Ήσυχα τραγούδια για ανέμελα λιβάδια από τον δίσκο τους που κυκλοφόρησε πρόσφατα, κάθε άλλο παρά ησυχία προκάλεσαν, αφού ούτως ή άλλως ο τίτλος έχει μια α’ ειρωνεία, και β’ μη σου πω! Μα αυτός ήταν ο σκοπός τους, αλλά και ο σκοπός του κόσμου που μαζεύτηκε για να τον ακούσει – να… τρελαθεί μαζί του! «Νομίζω πως όλοι οι άνθρωποι είναι από τη φύση τους εν δυνάμει σχιζοφρενείς. Έχουμε μέσα μας και την τρέλα… Η Τέχνη έχει να κάνει με τον έλεγχο και τη συμφιλίωση σου με την τρέλα σου. Κανένας δεν θεραπεύεται με την τέχνη. Κάποιοι την ελέγχουν έτσι. Κάποιοι δεν την ελέγχουν και πάνε στα τρελάδικα» είπε κάποτε σε μια συνέντευξή του και εξακολουθεί να το λέει μέσα από τα τραγούδια του. Και το κοινό φαίνεται να αποθεώνει αυτούς που είτε ουρλιάζουν είτε απαγγέλουν την αλήθεια, το είδα και το ένιωσα, όντας ένας από αυτούς.Ο μεταξύ άλλων τραγουδοποιός που γεννήθηκε και μεγάλωσε στη Νεάπολη Θεσσαλονίκης, παρέα με κάτι υπέροχους αλητάμπουρες που είχαν γράψει συνειδητά  στ’ αρχίδια τους τη δήθεν πολιτική και την ίδια τους τη φτώχια και απλά τζαμάρανε με διάφορα σχήματα, σε υπόγεια, όπως έχει πει ο ίδιος, βγαίνει στη σκηνή για να μας δώσει τη δική του ερμηνεία για το πόσο απογοητευμένος είναι από τον τρόπο που έχουν εξελιχθεί οι κοινωνίες, με τις περιρρέουσες σάπιες αξίες να γίνονται θεσμός. Το λέει εδώ και χρόνια μέσα από τους στίχους του, «είναι μονόδρομος ο δρόμος που ‘χεις πάρει και δε σε βλέπω να γυρίζεις πίσω» αλλά και στις καινούριες ιστορίες του το λέει καθαρά «Και των ανθρώπων θα ’πινα τον πιο βουβό καημό, και θα ’λεγα ‘’υπέροχο, βάλτε να ξαναπιώ’’. Μόνο από τη λύπη σου, μονάχα από τη λύπη σου, με τίποτα απ’ τη λύπη σου, δεν θα ’θελα να πιω», με αυτό το κομμάτι ξεκίνησε τη συναυλία του. Δεν είναι τυχαίο που έχει επιλέξει να ζει εκτός πόλης και να επιστρέφει σε αυτή όταν θεωρεί πως οφείλει να μας υπενθυμίζει ορισμένα πράγματα… όπως «κι όταν ακόμα θα νομίζεις πως μια για πάντα έχω χαθεί, θα ανατέλλω», επίσης τον σουρεαλισμό του «ο χαμένος τα παίρνει όλα» αλλά και την «παράνοια» του Νεάντερταλ που μοιράστηκε μαζί του η συνείδηση του κόσμου που ήταν εκεί.Ήρεμη δύναμη της παρέας θα μπορούσε να χαρακτηριστεί η Λαμπρινή Γρηγοριάδου στην ακουστική κιθάρα, ενώ δε θα μπορούσαμε να αγνοήσουμε την προσήλωση του Αλέξη Αρχοντή στα τύμπανα. Με την τρομπέτα του, να ανεβάζει τους τόνους, ο Γιώργος Αβραμίδης και στο σαξόφωνο και τη λύρα ο Νεοζηλανδός James Wylie, τον οποίο πήρε το μάτι μου να χοροπηδάει επί σκηνής στο κομμάτι «Σιγά μην κλάψω» (και ποιός δε χοροπηδούσε εδώ που τα λέμε). Στην ηλεκτρική κιθάρα και τα εμπνευσμένα φωνητικά ο Γιάννης Σαββίδης.

Δεκάρα δε δίνει για τα λούσα και τα πλούτη, μιλά για την καταπατημένη ομορφιά αυτού του κόσμου και προσπαθεί να της πετάξει ένα σχοινί για να τη σώσει.

«Κι άμα δείτε τον θεούλη
Σαν θα πάτε εκεί ψηλά
Πείτε Του πως εδώ πλέον
Ολα πάνε μια χαρά
Μια χαρα μια χαρά μια χαρά μια χαρά»

Πες τα ρε Γιάννη! Πες τα μπας και τα πιστέψουμε!

Κείμενο: Ιωάννα Τσολερίδου (Lavart)
Φωτογραφίες: Δημήτρης Φαργκάνης (Lavart)

Κοινοποίηση:

Σχόλια

No more articles
Poets Duet: Στην αρχή του Τραγουδιού το Ποίημα είναι γραμμένο στη «Ζώγια»

Close