πάπυρος Δερβενίου

Πάπυρος: η απαρχή της γραφικής ύλης και η ανακάλυψη των Αιγυπτίων

Ποια η ιστορία και η εξέλιξη του παπύρου σε μοναδική γραφική ύλη της Αιγύπτου; Πώς εξαπλώθηκε στην Ευρώπη και πως αντικαταστάθηκε από την περγαμηνή και το χαρτί;

Ο πάπυρος προέρχεται από την αιγυπτιακή λέξη πάπιουρ που σημαίνει φυτό του ποταμού. Δήλωνε το ομώνυμο φυτό που η βλάστησή του υπήρξε άφθονη στις όχθες του ποταμού Νείλου. Ο πάπυρος αποτέλεσε γραφική ύλη των Αιγυπτίων ήδη πριν από την κατάκτηση του Μεγάλου Αλεξάνδρου και άρχισε να χρησιμοποιείται κατά την τέταρτη χιλιετηρίδα. Ο επιστημονικός όρος του παπύρου είναι cyperus papyrus, το δενδροειδές φυτό με τριγωνικούς μίσχους που καταλήγουν σε φύλλωμα με σχήμα κορώνας. Πέρα από την Αίγυπτο φυσικά φύτρωνε και στην Παλαιστίνη, τη Συρία και τη Μεσοποταμία. Σήμερα, βρίσκουμε ελάχιστες καλλιέργειες στη Σικελία, στις Συρακούσες, καθώς και στην τροπική Αφρική. Ο Ηρόδοτος αναφέρει τον πάπυρο με την ονομασία «βύβλος» που προέρχεται από τη Φοινικική πόλη Gubal, με το λιμάνι της οποίας η Αίγυπτος είχε στενές εμπορικές σχέσεις. Ο πάπυρος κυριάρχησε έως τον 8ο αιώνα μ.Χ.. Στη συνέχεια, αντικαταστάθηκε από την περγαμηνή και κατά τον 10ο-11ο αιώνα από το χαρτί.

Οι γραφές και οι γλώσσες που συναντάμε στους παπύρους είναι κυρίως η αιγυπτιακή και ιδιαίτερα η ιερογλυφική, η ιερατική, η δημοτική και η κοπτική. Πάπυροι γραμμένοι στα Ελληνικά, τα Λατινικά, τα Αραβικά και τα Εβραϊκά είναι επίσης πολυάριθμοι. Στα παπυρικά κείμενα αναγράφονται κυρίως ποικίλα θέματα όπως λογοτεχνίας, θρησκείας, νομικής, εμπορίου. Εντοπίζουμε βέβαια και επιστημονικά, μαγικά, μουσικά και κείμενα μαθηματικών. Η παπυρολογία μελετά ελληνικούς και λατινικούς παπύρους που γράφτηκαν από τον 4ο αιώνα π.Χ. έως τον 8ο αιώνα μ.Χ..  Πληροφορίες για την ιστορία και την ύπαρξη του παπύρου διαθέτουμε από τον Όμηρο στην Οδύσσεια «κεῖτο δ᾽ ὑπ᾽ αἰθούσῃ ὅπλον νεὸς ἀμφιελίσσης βύβλινον». Στην Ελλάδα, ο πάπυρος εμφανίστηκε ως ζωγραφικό θέμα σε αγγεία και τοιχογραφίες της υστερομινωϊκής περιόδου, με επίδραση από την Κρήτη και την Αίγυπτο, ενώ το εμπόριο του παπύρου γινόταν απευθείας από την Αίγυπτο. Από αποσπάσματα του Θεοφράστου, παρατηρούμε πως οι Αιγύπτιοι λόγω έλλειψης ποικίλων δέντρων και ξυλείας χρησιμοποιούσαν το φυτό του παπύρου για φωτιά, τροφή και κατασκευή πλοιάριων.

Τρόπος κατασκευής παπύρου

Με βάση το έργο του Λατίνου συγγραφέα Πλίνιου του Πρεσβύτερου (1ος αιώνας μ.Χ.) «Historia naturalis», οδηγούμαστε σε ακριβή συμπεράσματα για την επεξεργασία του παπύρου. Συγκεκριμένα, το στέλεχος (κλώνος) του παπύρου απαρτίζεται από λεπτές στρώσεις μεμβρανών σαν λεπτές φλούδες, τις οποίες ξεφλούδιζαν με μαχαίρι. Πάνω σε μια ξύλινη πλάκα τοποθετούσαν στο ίδιο μήκος τις ινώδεις λουρίδες τη μια δίπλα στην άλλη. Πάνω στην πρώτη στρώση με τις λουρίδες άπλωναν μια δεύτερη στρώση λουρίδων κάθετα. Έπειτα τις άπλωναν οριζόντια, αποτελούσαν και την καλή όψη του παπύρου (recto) και στο τέλος τις λείαιναν. Τη συγκεκριμένη επιφάνεια έβρεχαν με νερό από τον ποταμό Νείλο, το οποίο θεωρούσαν ότι περιείχε κολλώδη ουσία, ώστε να ενωθούν καλύτερα οι λουρίδες με τις ίνες. Αυτό φυσικά δεν ίσχυε, καθώς ο πάπυρος έβγαζε από μόνος του ένα είδος κόλλας όταν πατιόταν κάτω από την πρέσσα και πιεζόταν για να ενωθούν καλύτερα οι λουρίδες και οι ίνες.

Επομένως, αφού τα τοποθετούσαν στην πρέσσα, τα λείαιναν με σφύρα και τα άπλωναν στον ήλιο για να στεγνώσουν. Μόλις στέγνωναν, κολλούσαν το ένα μετά το άλλο κατά κατιούσα σειρά ώστε να αποτελέσουν, τυλιγμένα, έναν κύλινδρο. Εσωτερικά του κυλίνδρου γράφονταν τα φιλολογικά κείμενα, όπου οι ίνες ήταν τοποθετημένες οριζόντια. Οι πάπυροι διακρίνονταν σε διάφορες ποιότητες, ανάλογα με τον τρόπο επεξεργασίας τους και τον τόπο προέλευσής τους.

Η γραφή των παπύρων

Όλοι οι πάπυροι είναι γραμμένοι με κεφαλαία γράμματα, δηλαδή είναι γραμμένοι σε μεγαλογράμματη γραφή (maiuscula scriptura). Τον 9ο αιώνα μ.Χ., αυτή η γραφή θα αντικατασταθεί από την μικρογράμματη γραφή (minuscula scriptura) και τα κεφαλαία γράμματα θα διατηρηθούν σε ορισμένες περιπτώσεις. Η μεγαλογράμματη γραφή χωρίζεται σε δυο κατηγορίες οι οποίες σχετίζονται με το περιεχόμενο των παπυρικών κειμένων. Ειδικότερα, υπάρχουν τα φιλολογικά κείμενα (λογοτεχνικά), τα οποία είναι γραμμένα σε τυποποιημένη γραφή με ανεξάρτητα τα γράμματα, δηλαδή γράφονται στην επονομαζόμενη φιλολογική ή γραφή των βιβλίων. Κάθε γράμμα χαράσσεται μόνο του και διατηρεί ξεχωριστή θέση. Υπάρχει σαφές και κανονικό σχήμα σε όλα τα γράμματα και απρόσωπο, επαγγελματικό ύφος. Επιπλέον, ανάλογα με το πρόσωπο-φορέα της γραφής διακρίνουμε τη γραφή σε αυτή των αντιγραφέων και σε αυτή των γραφέων. Η πρώτη περίπτωση αφορά το κείμενο που έχει περιέλθει από αντιγραφή και η δεύτερη αφορά το κείμενο που έχει γράψει ο ίδιος ο συγγραφέας του κειμένου.

Συγκεκριμένα, η γραφή των γραφέων είναι και η γραφή των κειμένων που είναι μη φιλολογική. Σε αυτή την γραφή δίνεται ο όρος scriptura, όπου δηλώνεται η ταχύτητα στην κίνηση του χεριού. Ο ελληνικός όρος που τον εντοπίζουμε σε κείμενο του Λουκιανού είναι επισεσυρμένος, δηλαδή τα γράμματα δεν είναι καθαρά και διακρίνονται για τη βιασύνη του συγγραφέα. Τα μη φιλολογικά κείμενα είναι κυρίως έγγραφα τα οποία διακρίνονται σε δημόσια και ιδιωτικά. Τα δημόσια αφορούν θέματα του κράτους και του πολίτη, ενώ τα ιδιωτικά μελετούν τις σχέσεις των πολιτών μεταξύ τους στην καθημερινή τους ζωή.

Η εξάπλωση του παπύρου στην Ευρώπη και η τιμή του

Ο πάπυρος αποτελούσε μονοπώλιο της Αιγύπτου μέχρι την κατάκτησή της από τους Ρωμαίους. Η εξάπλωση της ρωμαϊκής αυτοκρατορίας στις χώρες της Μέσης Ανατολής συνέβαλε και στην εξάπλωση του παπύρου και σε αυτές τις χώρες. Με την χρήση σταδιακά της περγαμηνής ο πάπυρος περιορίστηκε ως προϊόν εκμετάλλευσης μόνο της Αιγύπτου, καθώς η περγαμηνή υπερείχε. Αποτελούσε μονοπώλιο εμπορίου της Αιγύπτου στην Ευρώπη μέχρι την εμφάνιση των Αράβων στην Ευρώπη όπου και διακόπηκαν οι μεταφορές. Στην Ιταλία βέβαια έως τον 11ο αιώνα συνεχίστηκε η χρήση του, λόγω και της παραγωγής του στην Σικελία. Εξαιτίας της πολύπλοκης επεξεργασίας του παπύρου και του τόπου προέλευσής του ήταν ακριβός. Η τιμή ανέβαινε πολύ συχνά λόγω πολιτικών παραμέτρων, πληροφορίες που εντοπίζουμε σε επιγραφικές και παπύρινες πηγές.

Τόποι και πηγές προέλευσης παπύρων

Οι περισσότεροι πάπυροι προήλθαν από ανασκαφές σε ερείπια αρχαίων πόλεων όπως το Ηράκλειο της νότιας Ιταλίας, η Οξύρυγχος. Αρκετοί, βέβαια, βρέθηκαν και σε ερειπωμένα σπίτια σε πιθάρια ή ακόμα και στα σκουπίδια. Οι τάφοι αποτέλεσαν την κύρια προέλευση παπύρων, κυρίως λογοτεχνικών, καθώς θάβονταν μαζί με τον νεκρό ως βιβλία του, αγαπημένα του στη ζωή. Ένας από τους σπουδαιότερους παπύρους που βρέθηκε σε τάφο είναι ο ορφικός πάπυρος στον τάφο στο Δερβένι της Θεσσαλονίκης. Τέλος, αποτέλεσαν υλικό για την μουμιοποίηση των νεκρών ανθρώπων και των ζώων και οι πιο γνωστοί πάπυροι είναι οι Petrie.

Διαβάστε επίσης: 

Η ιστορία και η εξέλιξη του χαρτιού στον σύγχρονο πολιτισμό

Κείμενο: Δήμητρα Γκαμπλιά (Lavart)

 

Πηγές πληροφοριών: 1,2,3,4, Πάπυροι και παπυρολογία Βασίλειος Γ. Μανδηλαράς

Πηγή φωτογραφίας εξωφύλλου

 

 

➔ Δείτε όλες τις τελευταίες ειδήσεις και όλα τα πιο πρόσφατα άρθρα της Lavart στο lavart.gr

Κοινοποίηση

Share on facebook
Share on twitter
Share on linkedin
Share on whatsapp

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΑΚΟΜΗ

INSTAGRAM

YelloWizard.gr