Ο Κατάθλας

Λένα Κιτσοπούλου

Διασκευή – Σκηνοθεσία: Μιχάλης Γιγιντής

Skrow Theater

 

“Καλύτερα ροζ γουρουνάκι, παρά σκατί ανθρωπάκι. Θέλω να μπορέσω να νιώσω αδιαφορία για όλα. Θέλω να μείνω σκέτος. Για να δω τι θα γίνει…”

Ο «Κατάθλας» είναι ο Λάκης, δημιούργημα της Λένας Κιτσοπούλου. Σαραντάρης, άνεργος, παντρεμένος, πατέρας ενός δωδεκάχρονου γιου, απομονώθηκε στο χωριό του και αναμετριέται με την κατάθλιψη.

Αποτελεί μια εξαίσια κλινική περίπτωση, όπου ο ειδικός θα καταλήξει σε εμπλουτισμένη διάγνωση: αγχώδεις διαταραχές, ιδεοψυχαναγκασμοί και ιδεοληψίες, όπως φοβίες (π.χ. ο ερχομός του Αλβανού), κοινωνική φοβία, κρίση πανικού ή ιδεακές ιδεοληψίες (π.χ. πόσα είναι τα πλακάκια ή τα κρόσσια της κουβέρτας; Η καταρίθμηση αντικειμένων και η καταγραφή του αριθμού, αριθμομανία αλλά και ονοματομανία), επαναληπτικές συμπεριφορές (πχ. ο καναπές κ.α.). Ο Λάκης έχει επίγνωση των διαταραχών του και θεωρεί υπεύθυνη για την κατάθλιψή του την κατατομή του προσώπου σου, π.χ. τα στενά του χείλη τον αποτρέπουν να χαμογελά, ή σχετικά με τη Μίνα, αναφέρει: «σκελετική ανασφάλεια – συμπεριφέρεσαι με τον τρόπο που σου επιβάλει το πιγούνι σου». Θεωρεί ότι τη σωματο-δυσμορφοφοβική διαταραχή του την είχε και η μάνα του. Μήπως η κατάθλιψη δεν είναι επιλογή; Ή μήπως είναι και επιλογή;  Ο καταθλιπτικός μπορεί να ρυθμίζει τις σκέψεις και τα συναισθήματά του με τέτοιον τρόπο ώστε να διατηρεί τη θλίψη του; Ώστε να επαληθεύει το συναισθηματικό του Εγώ;

Ο Κατάθλας έχει συμφιλιωθεί με την κατάθλιψη, αλλά όχι με αυτούς που δεν την αντιμετωπίζουν:  «Γιατί δεν είναι καταθλιπτικοί όλοι οι άλλοι που παλεύουν με νύχια και με δόντια να ξεφύγουν από τους εαυτό τους και όλο κάνουν πράγματα; Δεν είναι καταθλιπτικοί όλοι αυτοί οι ανθρώπινοι οργανισμοί που ασυνείδητα έχουν αντιληφθεί πόσο καταθλιπτικοί είναι και τρέχουν με αλματώδη ταχύτητα μακριά από τον εαυτό τους και βαφτίζονται ισορροπημένοι άνθρωποι; Και είμαι καταθλιπτικός εγώ, που αποφάσισα να μην τρέξω μακριά και απλώς έκατσα οκλαδόν μέσα στη μέση, περιμένοντας να δω τι θα γίνει; Κανένας δεν τολμάει να φτάσει στα άκρα τη μιζέρια του εαυτού του, όλοι φτάνουν μέχρι ενός σημείου και μετά τη διακόπτουν πανικόβλητοι… όλοι κάτι κάνουν, ποιος τολμάει να μην κάνει τίποτα;»Η παράσταση στο Skrow Theater

Ο σκηνοθέτης Μιχάλης Γιγιντής  θεατροποίησε το διήγημα της Κιτσοπούλου, συνθέτοντας έναν μονόλογο 70 λεπτών,  τον οποίον ερμηνεύει ο Κώστας Κορωναίος. Η δραματική διασκευή του Γιγιντή διατηρεί αυτούσιο το αναγνωρίσιμο ύφος της Κιτσοπούλου και διαμορφώνει ένα μονόδραμα πρωτοπρόσωπης αφήγησης. Ο μονόλογος του Κατάθλα δεν είναι αντιδραματικός, ούτε αναληθοφανής, διότι ένας καταθλιπτικός δυνάμει μονολογεί ή δυνάμει απευθύνεται σε μια μύγα.

Στην προκειμένη περίπτωση ο  ηθοποιός περιζωσμένος από τους θεατές, οι οποίοι έχουν τοποθετηθεί σε μια κυκλική διάταξη (round theatre), απευθύνει τα μύχια της σκέψης του σε αυτούς. Η περιμετρική τοποθέτηση του κοινού, η οποία παραπέμπει σε αρένα, σε θέαμα τσίρκου ή ακόμα και σε αθλητικό γεγονός, ρυθμίζει εν πολλοίς την σκηνοθεσία. Ο Γιγιντής πετυχαίνει να ενοποιήσει την οπτική του κοινού, έχοντας ρυθμίσει την υπόκριση του Κορωναίου λαμβάνοντας  σαφώς υπόψη τις 360 μοίρες έκθεσης.

Έχει, επίσης,  ενδιαφέρον ότι πίσω από το δραματικό συμβάν ο θεατής μπορεί παράλληλα  να ανιχνεύει και την όψη των υπόλοιπων θεατών (αιχμαλωτίζεις στιγμιαίες αντιδράσεις κ.α.). Δημιουργείται τρόπον τινά ένας επιπλέον πομπός σημείων και συναισθημάτων, ένα πρωτόγνωρο θεατρικό επικοινωνιακό σύστημα, όπου οι θεατές στις τέσσερεις πλευρές του θεάματος μπορούν να ανταλλάσουν «βλεμματικές» πληροφορίες. Το κοινό γίνεται ο ψυχαναλυτής και ο Κατάθλας ο ασθενής ξαπλωμένος στο ντιβάνι. Το διαφορετικό επίπεδο ύψους (χαμηλότερα ο Κατάθλας από τους θεατές) ενισχύει την παιγνιώδη αίσθηση της «ύποπτης» εμπλοκής του κοινού, ως ο «ειδικός» της συνθήκης.

Ωστόσο, αυτή η φαντασιακή αιχμαλωσία του Κατάθλα, όπου εμείς είμαστε το περίβλημα και εκείνος το περιεχόμενο δημιουργεί περεταίρω συνειρμούς: ο Κατάθλας είναι η αντανάκλαση ολόκληρου του δυτικού κόσμου, όπου η κατάθλιψη έχει πάρει επιδημικές διαστάσεις.

Ο Κώστας Κορωναίος, στο ρόλο του Κατάθλα, κατέχει την τυπολογία των μονολόγων, άλλοτε στοχαστικός, άλλοτε εξομολογητικός , άλλοτε χειμαρρώδης και καταγγελτικός. Αποφεύγει τις συναισθηματικές εκρήξεις, οι οποίες συμπαρασύρουν τους θεατές σε συναισθηματικές ταυτίσεις, και εστιάζει στην «εμπειρική» του επιχειρηματολογία, προσπαθώντας να αποτυπώσει κυρίως τη νοητική κατάσταση του Κατάθλα και όχι τη συναισθηματική.

Από τα επιμέρους στοιχεία ξεχωρίζω τις μουσικές επιλογές της Ματίνας Θεοδωρακίδου και την σκηνογραφία της Θεοδώρας Ζουμπούλη,  τα ατάκτως τοποθετημένα ρουστίκ πλακάκια, σαν πλακάκια σε «σύγχυση», σαν το ανάπτυγμα του κύβου του Ρούμπικ, σαν το μυαλό του Κατάθλα.

Κείμενο: Κατερίνα Διακουμοπούλου (Lavart)

Κοινοποίηση: