Ο Καζούο Ισιγκούρο θα μπορούσε να είναι γνωστός στην Ελλάδα από την μεταφορά του μυθιστορήματός του “Τα Απομεινάρια μιας μέρας” στον κινηματογράφο. Η ταινία έκανε πρεμιέρα το 1993, σε σκηνοθεσία του Τζέημς Άϊβορι και με πρωταγωνιστές τον Άντονι Χόπκινς και την Έμα Τόμσον.

Την ίδια χρονιά, το ομώνυμο βιβλίο πάνω στο οποίο βασίστηκε η ιστορία της ταινίας, το οποίο είναι και βραβευμένο με το βραβείο Booker, εκδόθηκε και στα ελληνικά, συστήνοντάς μας το πιο διάσημο έργο του Ισιγκούρο. Πρέπει να πούμε, βέβαια, πως είχαν ήδη προηγηθεί εκδόσεις άλλων έργων του. Αναφέρομαι στην “Χλομή θέα των λόφων” (1984), στο “Ένας καλλιτέχνης του ρευστού κόσμου” (1990).

Ο Καζούο Ισιγκούρο είναι μια ενδιαφέρουσα περίπτωση συγγραφέα. Γεννήθηκε στην Ιαπωνία αλλά έφυγε από εκεί όταν ήταν πέντε ετών και από τότε ζει και συγγράφει στην Αγγλία. Θα μπορούσαμε, με σχετική ευκολία να πούμε, πως τα έργα του είναι έργα διαποτισμένα από την αγγλική κουλτούρα και ιδιοσυγκρασία, παρά ότι συνομιλούν με οποιοδήποτε έργο ή κανόνα της ιαπωνικής λογοτεχνίας. Ακόμη κι ο όγκος των μυθιστορημάτων του είναι δηλωτικός ενός δυτικόστροφου τρόπου σκέψης, που εστιάζει στην ποσότητα σε αντίθεση με τον μινιμαλισμό των Ιαπώνων σε ό,τι αφορά τις τέχνες (από τα χαϊκού ως την μουσική και το θέατρο). Είναι από τους πιο πολυδιαβασμένους συγγραφείς στη Βρετανία τις τελευταίες δεκαετίες και πώς να μην είναι, καθώς μιλά κατευθείαν στο συλλογικό ασυνείδητο των Βρετανών και αφορμάται συχνά από την ιστορική και πολιτιστική τους παράδοση, όπως κάνει και στον “Θαμμένο Γίγαντα”με τον οποίο θα ασχοληθούμε στη συνέχεια. Η δημοφιλία του,ωστόσο, δεν περιορίζεται μόνο στο αγγλόφωνο κοινό. Τα μυθιστορήματά του έχουν μεταφραστεί σε περισσότερες από 40 γλώσσες και διαβάζονται ανά την υφήλιο, γεγονός που ασφαλώς συντέλεσε σημαντικά στο να κερδίσει το βραβείο Νόμπελ Λογοτεχνίας το 2017.

Το πιο πρόσφατο μυθιστόρημα του Ισιγκούρο είναι “Ο Θαμμένος Γίγαντας” που κυκλοφόρησε τόσο στην Αγγλία, όσο και στην χώρα μας την ίδια χρονιά (2015). Στα ελληνικά, κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Ψυχογιός σε μετάφραση της Αργυρώς Μαντόγλου. Ποια είναι η ιστορία του βιβλίου με δυο λόγια. Ο Αξλ και η Μπέατρις είναι ένα ηλικιωμένο ζευγάρι που ζει σ’ ένα βρετανικό χωριό, την περίοδο του Μεσαίωνα, λίγο μετά την βασιλεία του Αρθούρου. Μια μέρα, μέσα στην ομίχλη που καλύπτει τα πάντα και σκεπάζει τις αναμνήσεις των ανθρώπων ώστε αυτές να εξαφανίζονται, οι δυο τους αποφασίζουν να κάνουν ένα ταξίδι. Αποφασίζουν να επισκεφτούν επιτέλους τον γιο τους που έχουν χρόνια να τον δουν και που ζει μακριά, σ’ ένα άλλο χωριό. Στη διαδρομή θα συναντήσουν ζωντανές μπροστά τους όλες τις παραδόσεις και τους θρύλους της Αγγλίας των χριστιανών Βρετανών και των παγανιστών Σαξόνων. Μέσα από 431 σελίδες παρακολουθούμε την πορεία τους μέσα από ένα μεσαιωνικό road trip με ιππότες, δράκους, μοναστήρια, πολεμιστές, καταπακτές. Δεν λείπει τίποτα. Είναι όλα εκεί. Και πού οδηγούν όλα; Μα στην αγάπη. Θα λέγαμε πως το μυθιστόρημα αυτό είναι ένα μυθιστόρημα για την βαθιά αγάπη, που ωριμάζει με τον καιρό, δεν ξεχνά αλλά συγχωρεί και δαμάζει τις σκληρές ή/και εγωϊστικές καρδιές.

Η αλήθεια είναι, πως πρόκειται για ένα χορταστικό σε μέγεθος μυθιστόρημα, από αυτά που συνηθίζουμε να αγαπούμε εμείς οι δυτικοί, ακόμη και μόνο ζυγίζοντας με το μάτι μας τον όγκο τους. Θέλουμε να χορταίνει το μάτι μας, έχουμε μεγαλώσει έτσι. Σε τι ποσοστό όμως η ποσότητα συνδυάζεται και με την ποιότητα; Ουκ εν τω πολλώ το ευ, το έχει ξαναγράψει αυτό η στήλη, και θα το ξαναγράφει πάντα όσο θα εξακολουθεί να το πιστεύει διαβάζοντας έργα σαν αυτό. Δεν ήταν ένα κακό μυθιστόρημα, ένα από εκείνα που θες να παρατήσεις ή που δεν σε αφορούν καθόλου. Ήταν, όμως, ένα φλύαρο μυθιστόρημα.

Παλαιότερα, συγγραφείς σαν τον Ντοστογιέφσκι πχ, εξέδιδαν τα έργα τους σε συνέχειες στην εφημερίδα και πληρώνονταν γι’αυτό. Αυτό μου δικαιολογεί πως για πρακτικούς λόγους, για λόγους επιβίωσης δηλαδή, ο Ντοστογιέφσκι ή και ο Τόλστοι έγραφαν έργα τεράστια σε μέγεθος εξαντλώντας μέχρι και την τελευταία ρανίδα του αναμφίβολου συγγραφικού τους ταλέντου. Έπρεπε να ζήσουν. Ας αναλογιστούμε, επίσης, τις εποχές. Το 2017 που τα ερεθίσματα που λαμβάνουμε είναι πολλά και σε απίστευτες ταχύτητες, ένα τέτοιου όγκου φλύαρο βιβλίο δεν μπορεί να σταθεί στις απαιτήσεις του αναγνώστη. Και για να μην παρεξηγηθώ, δεν προτάσσω μία ανάγνωση fast food, αλλά μία ανάγνωση ουσίας. Ένα έργο που μπορεί να προσδώσει στη ζωή σου κάτι βαθύτερο από μια απλή ιστοριούλα, που μπορεί να λειτουργήσει μόνο στο επίπεδο του εσκαπισμού απ’ την πραγματικότητα.

Σημαντικό βεβαίως κι αυτό, αλλά θα μπορούσε ίσως να συμβεί και πιο επιτυχημένα εάν υπήρχε μεγαλύτερη συμπύκνωση.

Εν κατακλείδι, η κενή απεραντολογία είναι το μόνο μειονέκτημα του βιβλίου, μαζί ίσως με μια διάθεση έμμεσης συμβουλευτικής τύπου Πάολο Κοέλιο. Παρά ταύτα, αν κάποιος θέλει να διαβάσει ένα βιβλίο, για να καλύψει τις ίδιες αισθητικές ανάγκες για τις οποίες βλέπει μια ταινία, τότε το βιβλίο του Ισιγκούρο “Θαμμένος Γίγαντας” θα του κρατήσει καλή συντροφιά πολλά βράδια.

Κείμενο: Ιωάννα Λιούτσια (Lavart)

Κοινοποίηση:

Σχόλια

No more articles
X
Οι 1000mods Σε Αθήνα Και Θεσσαλονίκη

Close