Σε μια συνέντευξή του στο «Ποπ και Ροκ», το 2009, ο Αλκίνοος Ιωαννίδης ρωτήθηκε αν δίνει αυτόγραφα, κι αποκρίθηκε πως τα περισσότερα παιδιά θέλουν πλέον φωτογραφίες στο κινητό, αλλά ο ίδιος έχει ακόμη ένα αυτόγραφο του Σαββόπουλου που πήρε μικρός…

Ίσως ήταν τόσο πιτσιρικάς όπως εγώ όταν στάθηκα μπροστά του, επιεικώς κατακόκκινη από ντροπή, πριν από σχεδόν είκοσι χρόνια. Ήταν πρώτη και τελευταία φορά που ζήτησα αυτόγραφο από κάποιον καλλιτέχνη. Έτσι, το να γράψω λοιπόν οποιοδήποτε κείμενο για τον Αλκίνοο αποτελεί για μένα ένα είδος συναισθηματικής αναμέτρησης.

Απόφοιτος κλασικής κιθάρας στο Ευρωπαϊκό Ωδείο Λευκωσίας και της Δραματικής Σχολής του Εθνικού Θεάτρου, με πατέρα ζωγράφο, μητέρα με θεατρικές σπουδές κι αδελφό ποιητή. Είναι δύσκολο να πιστέψεις πως ένας τέτοιος άνθρωπος, που πρωτοεμφανίστηκε δισκογραφικά ως έκπτωτος άγγελος το 1993, θ’ ακολουθούσε καριέρα στα λογιστικά… Η συνέχεια, γνωστή. Δώδεκα δισκογραφικές δουλειές και δύο ζωντανές ηχογραφήσεις. Εκατό συναυλίες στο εξωτερικό και περισσότερες από 1.700 σε Ελλάδα και Κύπρο. Πολλές συνθέσεις για ορχήστρα, θέατρο και χορό. Πάρα πολλές συμμετοχές, μουσικά και στιχουργικά, σε δίσκους άλλων ερμηνευτών. Αναρίθμητες συνεργασίες με εξαίρετους μουσικούς, τραγουδοποιούς και συνθέτες.  Μια μακροσκελής λίστα τόπων, ονομάτων κι αριθμών που ίσως γινόταν φορτική, αν την παρέθετα εδώ, μα και φτωχό κριτήριο της ουσιαστικής αλλά και καλλιτεχνικής του αξίας.

Λένε πως οι ικανότεροι άνθρωποι για να αναλάβουν την εξουσία είναι ακριβώς εκείνοι που δεν το επεδίωξαν ποτέ. Το ίδιο ισχύει και για τα ηνία της πνευματικής αναζήτησης. Ο Αλκίνοος αντιμετώπισε το επαγγελματικό κόστος του ασυμβίβαστου με τα επίπλαστα πρότυπα των 90’s. Μίλησε ελεύθερα για την υλικοπνευματική φτώχεια, την εξαθλίωση, την οπαδοποίηση, την πολιτική, την Κύπρο, την προσφυγιά, για τις σκοτεινές διαδρομές σε προσωπικό και συλλογικό επίπεδο. Και η μοναδική του δήλωση που αναπαράχθηκε τα μέγιστα ήταν το κείμενό του «Ελεύθεροι Κατακτημένοι» το 2013, ακριβώς επειδή δέχθηκε τις περισσότερες επικρίσεις. Είναι δυνατόν να θεωρηθεί πρότυπο ένας τραγουδοποιός που αυτοσαρκάζεται; Που ασκεί κοινωνικοπολιτική κριτική με μεστό λόγο μορφωμένου ανθρώπου κι όχι με λαϊκίστικες στιχουργικές πεπατημένες; Που πειραματίζεται μουσικά με ετερόκλητες επιρροές, αποποιούμενος το πλακάτ του «έντεχνου» στους ώμους αλλά και την μουσική κατηγοριοποίηση γενικότερα; Που εμφανιζόταν κρυωμένος στις μισές του συναυλίες επειδή κυκλοφορούσε με μηχανάκι κι όχι Audi TT της τέως «χρυσής εποχής» – νυν «Χρυσής Ευκαιρίας»; Που ηχογραφεί σε υπόγειες τρύπες αντί για πρωτοκλασάτα στούντιο και ταξιδεύει, αλλάζοντας τόπους διαμονής;

Όλ’ αυτά τα χαρακτηριστικά βέβαια σκιαγραφούν ένα φαινότυπο σεμνής προσωπικότητας. Κι αυτή «φωνάζει» με ποικίλους τρόπους, δεν χρειάζεται διθυράμβους, όμως μπορείς να την διακρίνεις ακόμη κι απ’ τον τρόπο που μιλάει ο Αλκίνοος για τα υπόλοιπα μέλη της μουσικής του ομάδας.  Για εκείνους που ξεκίνησαν  «ηχογραφώντας σε κάποιο υπόγειο και κατέληξαν να γυρίζουν τη Γη εδώ και δύο χρόνια». Συνοδοιπόροι του λοιπόν στο ταξίδι ο Γιώργος Καλούδης στο βιολοντσέλο και στην κρητική λύρα, ο Δημήτρης Τσεκούρας στο κοντραμπάσο , ο Μανόλης Πάππος στο τρίχορδο μπουζούκι και στο λαούτο, ο Φώτης Σιώτας κι ο Δημήτρης Χατζηζήσης στο βιολί. Καθένας τους αποτελεί για τον ίδιο έναν «αισθητικά ολοκληρωμένο κόσμο». Με πλοηγό αποκλειστικά έγχορδα όργανα και την κοινή τους αισθητική, αυτοί οι κόσμοι δημιουργούν στην πρόσμιξή τους νέα μουσικά μονοπάτια, τα οποία καλούνται να μεταφέρουν στους ακροατές οι ηχολήπτες Βαγγέλης Λάππας και Βασίλης Δρούγκας, κι ο φωτιστής Κωσταντίνος Μαργκάς. Και δεν θα έφταναν ούτε δύο σελίδες για να περιγράψω την εκτίμηση του Αλκίνοου στα πρόσωπα των συνεργατών-συνταξιδιωτών του, αν έβλεπες το βλέμμα και το νεύμα του προς την ορχήστρα στις υποκλίσεις, στο τέλος του live. Μερικές φορές, για ν’ αποτυπώσεις το σεβασμό στη σεμνότητα, τα λόγια περιττεύουν και τα χειροκροτήματα δεν είναι ποτέ αρκετά.

Και ποιο το κέρδος απ’ όλ’ αυτά τελικά;

Το αναλλοίωτο του χαρακτήρα, θα πεις. Η ηθική ακεραιότητα. Η ψυχική ισορροπία. Μια μακροχρόνια, εξελισσόμενη καλλιτεχνική πορεία.

Η ευτυχία της ανισορροπίας, θα σου πω εγώ. Το γεγονός πως ταυτίζεται στη συνείδηση των περισσότερων ως «Αλκίνοος».

Τα ταξίδια, κυρίως. Τα δικά του και τα δικά μας.

Μόνο που κάποια ταξίδια στο παρελθόν, για τους μεγαλύτερους από εμάς, μπορούν να γίνουν επώδυνα.

Είναι το τραγούδι που άκουσες πρώτη φορά σε μια συναυλία. Αν ήσουν άντρας, ίσως το κουτσόπαιξες στην κιθάρα για να συγκινήσεις κάποια με τη βραχνάδα σου, όταν εκείνη το τραγουδούσε δειλά και την επιδοκίμαζαν τα γηραιότερα μέλη μιας χορωδίας. Άφησες τα μαλλιά σου να μακρύνουν και στόλισες περήφανα μ’ ένα διαμαντάκι το λοβό σου, από ταύτιση, από ανάγκη δήλωσης. Τότε που ήξερες πως «θεατρική επιθεώρηση» ήταν το «Βίρα τις Άγκυρες» στο Ρεξ, και το πρωτοχρονιάτικο οικογενειακό ρεβεγιόν ήταν η Χαρούλα στο Διογένη. Το τραγούδι που έλιωσες στ΄ ακουστικά του Metropolis στην Πανεπιστημίου, ώσπου να μαζέψεις χρήματα για ν’ αγοράσεις το δίσκο.

Όλες εκείνες οι μουσικές που λειτουργούν ως αντανακλάσεις της εικόνας μας, αυτής που δεν αντέχουμε πλέον να βλέπουμε. Του πλήρους συμβιβασμού μας με την ηθική και πνευματική κατάρρευση της εποχής. Της αδιαφορίας για τα τεκταινόμενα. Γίναμε υλιστές, εγωιστές, καταναλωτές κι αναλώσιμοι. Βουβοί παρατηρητές ενός σπασμένου καθρέφτη από στόχους, ιδανικά, θέληση για ουσιαστική μόρφωση – η παραίτηση δημιουργεί αιχμηρά θραύσματα.

«Μικρός ορκίστηκα τον κόσμο να αλλάξω
μα στα σαράντα μου είμαι ο κόσμος
πού να ψάξω για τον ένοχο

Ρέβομαι σούσι κι ονειρεύομαι επανάσταση
Είμαι επιτάφιος, με προσπέρασε η ανάσταση
κι ελπίδα δεν έχω»

«Τελικά, το μόνο που φοβόμαστε, είναι το υποχρεωτικό κοίταγμα στον καθρέφτη» είπε κάποτε ο Αλκίνοος. Και δημιούργησε πολλά απ’ αυτά τα καθρεφτίσματα, ώστε να εμπνέει «αυτό που φτύνει η τεχνητή μας νοημοσύνη : Ευγνωμοσύνη.»  Και πολλή αγάπη.

Κείμενο: Ζέτα Χιώτη (Lavart)

Φωτογραφίες: Ζέτα Χιώτη (Lavart)

Κοινοποίηση: