Ο Επίκουρος δεν υποσχέθηκε ποτέ ευτυχία γεμάτη πυροτεχνήματα.
Μιλούσε για εκείνη τη γαλήνη που έρχεται όταν σταματάς να κυνηγάς το περιττό, για τη σιωπή που ακολουθεί, όταν δεν σε κυβερνά το άγχος του «περισσότερου». Στον Κήπο του, η ευτυχία ήταν άσκηση του νου το να μάθεις να αρκείσαι σε όσα πραγματικά χρειάζεσαι.
Ο κανόνας του ήταν απλός και ριζοσπαστικός: διαχώριζε τις επιθυμίες σε φυσικές και αναγκαίες, φυσικές αλλά μη αναγκαίες, και τέλος σε κενές εκείνες που γεννούν το άγχος, επειδή δεν τελειώνουν ποτέ.
Το «λίγο» για τον Επίκουρο δεν ήταν φτώχεια, αλλά απελευθέρωση: το μέτρο που σου χαρίζει ηρεμία, χρόνος για φίλους, σκέψη και απόλαυση χωρίς ενοχή. Δεν είναι να θες λιγότερα, είναι να καταλαβαίνεις ποια αξίζουν να τα θέλεις.
Ο Αριστοτέλης δεν θα σου έλεγε «να είσαι ο εαυτός σου» θα σου έδινε αυτόν τον κανόνα
10 αποφθέγματα του Επίκουρου.
1.“Ο θάνατος δεν μας αφορά, γιατί όσο υπάρχουμε εμείς, ο θάνατος δεν είναι εδώ. Και όταν έρθει, εμείς δεν υπάρχουμε πια”.
2.“Δεν πρέπει να θεωρείται τυχερός ο νέος, αλλά ο γέρος που έχει ζήσει καλά”.
3.“Όχι αυτό που έχουμε, αλλά αυτό που απολαμβάνουμε, αποτελεί την αφθονία μας”.
4.“Το ύψιστο αγαθό δεν είναι να επιδιώκουμε να κάνουμε το μεγαλύτερο δυνατό καλό, αλλά να επιδιώκουμε τη μεγαλύτερη δυνατή ηρεμία”.
5.“Όσο μεγαλύτερη είναι η δυσκολία, τόσο μεγαλύτερη είναι η δόξα στην υπέρβασή της. Οι επιδέξιοι πιλότοι κερδίζουν τη φήμη τους από τις καταιγίδες και τις τρικυμίες”.
6.“Δεν χρειαζόμαστε τόσο τη βοήθεια των φίλων μας όσο την εμπιστοσύνη της βοήθειάς τους σε περίπτωση ανάγκης”.
7.“Σοφός είναι εκείνος που δεν στενοχωριέται για όσα δεν έχει, αλλά χαίρεται για όσα έχει”.
8.“Η φυσική δικαιοσύνη είναι μια υπόσχεση αμοιβαίου οφέλους, για να αποτρέψει έναν άνθρωπο από το να βλάψει ή να ζημιωθεί από έναν άλλο”.
9.Η τέχνη του να ζεις καλά και η τέχνη του να πεθαίνεις καλά είναι μία”.
10.“Μην χαλάς αυτό που έχεις επιθυμώντας αυτό που δεν έχεις”.
Όμως η ανάλυση του Ίρβιν Γιάλομ για τον Επίκουρο είναι διεισδύει ακόμη βαθύτερα.
Aπόσπασμα από το βιβλίο του Ίρβιν Γιάλομ – Στον κήπο του Επίκουρου (Αφήνοντας πίσω τον τρόμο του θανάτου )Εκδόσεις, ΑΓΡΑ
Ο Επίκουρος πίστευε ότι η αποστολή της φιλοσοφίας είναι ν’ ανακουφίσει την ανθρώπινη δυστυχία. Ποια αιτία όμως βρίσκεται στη ρίζα της ανθρώπινης δυστυχίας; Ο Επίκουρος δεν είχε καμιά αμφιβολία ως προς την απάντηση στο ερώτημα αυτό: ο πανταχού παρών φόβος μας για τον θάνατο.
Η τρομακτική σκέψη του αναπόφευκτου θανάτου, επέμενε ο Επίκουρος, μας εμποδίζει ν’απολαύσουμε τη ζωή μας και δεν αφήνει καμιά ηδονή αδιατάρακτη. Επειδή καμιά δραστηριότητα δεν μπορεί να ικανοποιήσει τη λαχτάρα μας για αιώνια ζωή, οποιαδήποτε δραστηριότητα είναι εγγενώς μη ικανοποιητική. Ο Επίκουρος έγραψε ότι πολλοί άνθρωποι αναπτύσσουν ένα μίσος για τη ζωή σε σημείο να φτάνουν, κατά έναν ειρωνικό τρόπο, ακόμα και στην αυτοκτονία. Άλλοι αφοσιώνονται στη φρενιτιώδη και άσκοπη δραστηριότητα, η οποία δεν έχει άλλο στόχο από την αποφυγή της οδύνης που είναι εγγενής στην ανθρώπινη μοίρα.
Ο Επίκουρος απάντησε στην ατελείωτη και ανικανοποίητη αναζήτηση καινούριων δραστηριοτήτων προτρέποντάς μας ν’ αποθηκεύουμε και ν’ ανακαλούμε βαθιά χαραγμένες μνήμες ευχάριστων εμπειριών. Αν μπορούμε να μάθουμε ν’ αντλούμε πάλι και πάλι από αυτές τις μνήμες, υποστήριζε, τότε δεν θα έχουμε ανάγκη την ατελείωτη ηδονιστική αναζήτηση.
Ο θρύλος λέει ότι ο Επίκουρος ακολούθησε την ίδια του τη συμβουλή, και στο κρεβάτι του θανάτου του (από επιπλοκές που ακολούθησαν την εμφάνιση πέτρας στα νεφρά) διατήρησε, παρά τους αφόρητους πόνους, την αταραξία του ανακαλώντας ευχάριστες συζητήσεις που είχε κάνει στο παρελθόν με τον κύκλο των φίλων και των μαθητών του.
charon-570×300Η μεγαλοφυΐα του πρόλαβε μάλιστα τη σύγχρονη άποψη για το ασυνείδητο: ο Επίκουρος τόνιζε ότι οι ανησυχίες μας για τον θάνατο στους περισσότερους ανθρώπους δεν είναι συνειδητές, αλλά μπορούμε να τις συναγάγουμε από μεταμφιεσμένες εκδηλώσεις, όπως, για παράδειγμα, την ακραία θρησκευτικότητα, την ολοκληρωτική ανάλωση στη συγκέντρωση πλούτου και την τυφλή αρπακτικότητα για εξουσία και τιμές, πράγματα που προσφέρουν μια επίπλαστη εκδοχή αθανασίας.
Πώς επιχείρησε ο Επίκουρος ν’ ανακουφίσει το άγχος θανάτου; Διατύπωσε μια σειρά από καλά κατασκευασμένα επιχειρήματα, τα οποία οι μαθητές του απομνημόνευαν σαν κατήχηση. Πολλά απ’τα επιχειρήματα αυτά αμφισβητήθηκαν στα 2.300 χρόνια που μεσολάβησαν, συνεχίζουν όμως να αποδεικνύονται καίρια στο πώς μπορεί κανείς να ξεπεράσει τον φόβο του θανάτου. Στο κεφάλαιο αυτό θα συζητήσω τρία απ’ τα πιο γνωστά του επιχειρήματα, τα οποία αποδείχτηκαν πολύτιμα στη δουλειά μου με πολλούς ασθενείς αλλά και με τον ίδιο μου τον εαυτό, για την ανακούφιση του προσωπικού μου άγχους θανάτου.
1. Η θνητότητα της ψυχής
2. Το υπέρτατο τίποτα του θανάτου
3. Το επιχείρημα της συμμετρίας
Η θνητότητα της ψυχής
Ο Επίκουρος δίδασκε ότι η ψυχή είναι θνητή και πεθαίνει μαζί με το σώμα, ένα συμπέρασμα διαμετρικά αντίθετο με το συμπέρασμα στο οποίο είχε καταλήξει ο Σωκράτης. Λίγο πριν από τη θανάτωσή του, εκατό χρόνια νωρίτερα, ο Σωκράτης είχε βρει παρηγοριά στην πίστη του στην αθανασία της ψυχής και στην προσδοκία ότι μετά τον θάνατο η ψυχή του θ’ απολάμβανε αιώνια μια κοινότητα ανθρώπων με παρόμοιο τρόπο σκέψης, με τους οποίους θα μοιραζόταν την αναζήτηση της σοφίας. Ένα μεγάλο μέρος της θέσης του Σωκράτη που περιγράφεται ολοκληρωμένα στον πλατωνικό διάλογο Φαίδων υιοθετήθηκε και διατηρήθηκε από τους νεοπλατωνικούς και επρόκειτο στο μέλλον ν’ ασκήσει πολύ σημαντική επιρροή στη χριστιανική κατασκευή για τη μετά θάνατον ζωή.
Ο Επίκουρος καταδίκαζε δριμύτατα τους σύγχρονούς του θρησκευτικούς ηγέτες, οι οποίοι, προσπαθώντας ν’ αυξήσουν τη δύναμή τους, ενέτειναν το άγχος θανάτου των οπαδών τους προειδοποιώντας τους για τις τιμωρίες που θα επιβάλλονταν μετά θάνατον σε όσους δεν τηρούσαν συγκεκριμένους κανόνες και κανονισμούς. (Στους αιώνες που θ’ ακολουθούσαν, η θρησκευτική εικονογραφία του μεσαιωνικού χριστιανισμού που απεικόνιζε τις τιμωρίες της Κόλασης όπως στις σκηνές της Ημέρας της Κρίσεως που ζωγράφισε ο Ιερώνυμος Μπος πρόσθεσε στο άγχος θανάτου μια αιματοβαμμένη εικαστική διάσταση.)
Αν είμαστε θνητοί κι η ψυχή μας δεν ζει μετά τον θάνατό μας, επέμενε ο Επίκουρος, τότε δεν έχουμε τίποτα να φοβηθούμε στο επέκεινα της ζωής. Δεν θα έχουμε συνείδηση, δεν θα νιώθουμε θλίψη για τη ζωή που χάσαμε, ούτε θα υπάρχει τίποτα να φοβηθούμε απ’ τους θεούς. Ο Επίκουρος δεν αρνιόταν την ύπαρξη θεών (ένα τέτοιο επιχείρημα θα τον εξέθετε σε θανάσιμο κίνδυνο, αφού ο Σωκράτης είχε θανατωθεί με την κατηγορία του αιρετικού λιγότερο από έναν αιώνα νωρίτερα),υποστήριζε όμως ότι οι θεοί δεν ασχολούνταν με τη ζωή των ανθρώπων και μας χρησίμευαν μόνο ως πρότυπα γαλήνης και μακαριότητας, προς τα οποία θα έπρεπε να προσβλέπουμε.
Το υπέρτατο τίποτα τον θανάτου
Στο δεύτερο επιχείρημά του ο Επίκουρος υποστηρίζει ότι ο θάνατος δεν είναι τίποτα για μας, γιατί η ψυχή είναι θνητή και τη στιγμή του θανάτου διασκορπίζεται. Αυτό που διασκορπίστηκε δεν έχει ικανότητα αντίληψης, και οτιδήποτε δεν γίνεται αντιληπτό είναι για μας ένα τίποτα. Με άλλα λόγια: όπου είμαι εγώ, δεν είναι ο θάνατος. Όπου είναι ο θάνατος, δεν είμαι εγώ. Επομένως, έλεγε ο Επίκουρος, «γιατί να φοβόμαστε τον θάνατο, αφού δεν υπάρχει ποτέ περίπτωση να τον αντιληφθούμε;»
Η θέση του Επίκουρου έχει την ακριβώς αντίστροφη οπτική απ’ το ευφυολόγημα του Γούντυ Άλλεν:«Δεν φοβάμαι τον θάνατο, απλώς δεν θέλω να είμαι εκεί όταν θα έρθει». Ο Επίκουρος λέει ότι πράγματι δεν θα είμαστε εκεί, ότι δεν θα το ξέρουμε όταν θα συμβεί, γιατί ο θάνατος κι «εγώ» με τίποτα δεν γίνεται να συνυπάρχουμε. Επειδή είμαστε νεκροί, δεν γνωρίζουμε ότι είμαστε νεκροί. Σ’ αυτή την περίπτωση λοιπόν, τι να φοβηθούμε;
Το επιχείρημα της συμμετρίας
Το τρίτο επιχείρημα του Επίκουρου υποστηρίζει ότι η κατάσταση της μη ύπαρξης μετά τον θάνατο είναι η ίδια κατάσταση στην οποία βρισκόμασταν πριν απ’ τη γέννησή μας. Παρά τις πολλές φιλοσοφικές διαφωνίες γι’ αυτό το αρχαίο επιχείρημα, πιστεύω ότι εξακολουθεί να διατηρεί μεγάλη δύναμη να προσφέρει ανακούφιση στους ανθρώπους που πεθαίνουν.
Απ’ τους πολλούς ανθρώπους που επαναδιατύπωσαν αυτό το επιχείρημα στο πέρασμα των αιώνων, κανείς δεν το έχει πει τόσο όμορφα όσο ο Βλαντιμίρ Ναμπόκοφ, ο μεγάλος Ρώσος μυθιστοριογράφος, στην αυτοβιογραφία του, Μίλα, μνήμη , η οποία ξεκινάει με τις εξής φράσεις: «Το λίκνο αιωρείται πάνω από μια άβυσσο, κι η κοινή λογική μας λέει ότι η ύπαρξη μας δεν είναι παρά μια σύντομη αναλαμπή φωτός ανάμεσα σε δύο αιωνιότητες σκότους. Παρότι οι δυο τους είναι όμοια δίδυμα, ο άνθρωπος κατά κανόνα βλέπει την προγεννητική άβυσσο με μεγαλύτερη γαλήνη από την άβυσσο προς την οποία κατευθύνεται (με περίπου τεσσερισήμισι χιλιάδες παλμούς την ώρα)».









