Γιάννης Καρακασίδης (Lavart): Σε πετυχαίνω στην Κρήτη;

Νίκη Ξυλούρη: Ναι, στην Κρήτη είμαι.

Γιάννης Καρακασίδης (Lavart): Νίκη Ξυλούρη, λοιπόν. Η Ψαρονίκη. Έτσι δεν πάει;

Νίκη Ξυλούρη: Έτσι ακριβώς.

Γιάννης Καρακασίδης (Lavart): Εξήγησέ μου λίγο τι γίνεται με αυτά τα προσωνύμια.

Νίκη Ξυλούρη: Στο χωριό το δικό μας, στα Ανώγεια, είναι κάτι που χαρακτηρίζει έναν άνθρωπο. Από πολλές αφορμές μπορεί να προκύψει αυτό. Εμείς το λέμε «παρατσούκλι». Μετά, αυτό μπορεί να χαρακτηρίσει ολόκληρη τη γενιά, ας πούμε. Και μπορεί κάποιος να έχει και δύο παρατσούκλια: ένα του προπάππου του ή του παππού του και ένα δικό του. Συνήθως σε μικρή ηλικία «βγαίνουν» αυτά ή και όταν κάποιος ενήλικας κάνει κάτι πολύ χαρακτηριστικό ή εντυπωσιακό, συνήθως στη δουλειά του. Μπορεί, βέβαια, να μην «βγει» και με την καλή έννοια το παρατσούκλι. (γέλια)

Γιάννης Καρακασίδης (Lavart): Είναι μοναδικό το προσωνύμιο κάθε ανθρώπου ή μπορεί να τύχει να το έχουν και δύο άτομα ταυτόχρονα; Υπάρχει, δηλαδή, κι άλλη Ψαρονίκη;

Νίκη Ξυλούρη: Όχι, όχι. (γέλια) Θα μπορούσε, ωστόσο, να υπάρξει, αν ήταν για παράδειγμα κάποια ξαδέρφη μου.

Γιάννης Καρακασίδης (Lavart): Μάλιστα. Εκτός από το παρατσούκλι, πώς το «σηκώνει» κανείς ένα τόσο βαρύ όνομα όπως αυτό που έχεις εσύ;

Νίκη Ξυλούρη: Δεν με έχει προβληματίσει ποτέ κάτι τέτοιο. Το λέω με την έννοια ότι το βρίσκω φυσιολογικό. Αυτή είναι η οικογένειά μου, αυτό είναι το όνομά μου.

Γιάννης Καρακασίδης (Lavart): Φυσιολογικό; Ναι, όλοι είχαμε, ας πούμε, θείο τον Νίκο Ξυλούρη…

Νίκη Ξυλούρη: (γέλια) Συμβαίνει. Όπως είσαι εσύ με την οικογένειά σου, έτσι ακριβώς αισθάνομαι κι εγώ με τη δική μου.

Γιάννης Καρακασίδης (Lavart): Δε νιώθεις ότι φέρεις ίσως κάποιου είδους καλλιτεχνική ευθύνη;

Νίκη Ξυλούρη: Προσωπικά, όχι. Και δεν το ένιωσα και ποτέ έτσι. Νομίζω ότι αυτό γίνεται, ζώντας μέσα σε μία οικογένεια, τι εσύ φαντάζεσαι ως όμορφο ή άσχημο. Τώρα όσον αφορά τη μουσική, δεν θα κάνω ποτέ κάτι που δεν μου αρέσει. Φυσικά, θα λάβω υπ’ όψιν το τι θα σκεφτεί ο πατέρας μου, γιατί τυχαίνει να είμαστε στον ίδιο χώρο. Αλλά μέχρι εκεί.

Γιάννης Καρακασίδης (Lavart): Μιας και αναφέρθηκες στον πατέρα σου, τον Ψαραντώνη, σε αντιμετωπίζει καλλιτεχνικά περισσότερο ως κόρη, δηλαδή με μεγαλύτερη προστατευτικότητα ή προτιμά να σε «ρίχνει στα βαθιά» για να αποκτήσεις ακόμη περισσότερη εμπειρία απ’ ό,τι έχεις;

Νίκη Ξυλούρη: Θα έλεγα ότι βρίσκεται κάπου στη μέση, αν και μερικές φορές το ένα μπλέκεται με το άλλο. Σαφώς, υπάρχει αυστηρότητα αλλά μέχρι ενός σημείου. Συνήθως θέλει να με προστατέψει από άλλους, όχι από λάθη τεχνικά ή προσωπικά.

Στην Ελλάδα δεν προωθείται η δουλειά ανθρώπων που διαπρέπουν εκτός συνόρων, κυρίως λόγω κάποιων ατόμων που ανήκουν σε ορισμένες «παρέες», θα έλεγα.

Γιάννης Καρακασίδης (Lavart): Υπάρχουν συγκινητικές στιγμές όταν βρίσκεστε ταυτόχρονα πάνω σε μία σκηνή;

Νίκη Ξυλούρη: Ναι, μας έχει συμβεί πολλές φορές.

Γιάννης Καρακασίδης (Lavart): Η αφορμή μπορεί να είναι κάποιο τραγούδι;

Νίκη Ξυλούρη: Πάντα είναι το τραγούδι. Δεν έχει να κάνει με την οικογενειακή σχέση, τη σχέση πατέρα-κόρης που έχουμε. Η συγκίνηση είναι μουσική και αυτό έχει για μένα τεράστια σημασία.

Γιάννης Καρακασίδης (Lavart): Μία σημαντική συμβουλή που να ξεχωρίζεις από αυτόν;

Νίκη Ξυλούρη: Να είμαι ο εαυτός μου.

Γιάννης Καρακασίδης (Lavart): Το πρώτο τραγούδι που θυμάσαι τον εαυτό σου να μαθαίνει;

Νίκη Ξυλούρη: Το «Κουνελάκι», που μαθαίναμε στη λύρα. (γέλια) Τώρα αν με ρωτάς για το πρώτο τραγούδι που προβάραμε για live, ήταν τα «Κρουλάκια», τα κοτσιδάκια δηλαδή. Ένα τραγούδι του πατέρα μου από το 1979.

Γιάννης Καρακασίδης (Lavart): Διάβασα, πως οι Κρητικοί καλλιτέχνες, όπως και οι Θεσσαλονικείς, είναι αρκετά εσωστρεφείς σε σχέση με εκείνους που δραστηριοποιούνται μόνιμα στην Αθήνα. Ότι, είναι λιγότερο ανοιχτοί σε συνεργασίες ή ότι θα το σκεφτούν δύο φορές πριν πουν το «ναι». Πόση αλήθεια βρίσκεις σε αυτό;

Νίκη Ξυλούρη: Νομίζω ότι είναι θέμα ατόμων και όχι περιοχής. Κάποιοι καλλιτέχνες λένε πιο εύκολα «ναι», κάποιοι είναι περισσότερο επιλεκτικοί ή τους αρέσουν λιγότερα πράγματα ας πούμε. Δεν ξέρω ποιο είναι καλό και ποιο όχι, αλλά υπάρχει αυτό. Όμως, ξαναλέω, είναι θέμα προσώπων. Δεν θα ‘λεγα πως είναι γεωγραφικό το ζήτημα. Ξέρω καλλιτέχνες από την Αθήνα που είναι πολύ πιο εσωστρεφείς από άλλους που βρίσκονται στην Κρήτη αλλά και πάλι το «ρίχνω» στις προσωπικές επιλογές και όχι στον τόπο καταγωγής.

Γιάννης Καρακασίδης (Lavart): Έχεις δηλώσει παλαιότερα ότι η μουσική για σένα από παιδί ένα παιχνίδι, μία έκφραση αλλά και μία αυτοθεραπεία.

Νίκη Ξυλούρη: Αμέ. Και ακόμα είναι.

Γιάννης Καρακασίδης (Lavart): Να συμπεράνω ότι αυτή είναι μία φιλοσοφία την οποία ακολουθούσε και ακολουθεί η μουσική οικογένεια από την οποία προέρχεσαι;

Νίκη Ξυλούρη: Ναι, θα έλεγα πως η μουσική ξεκίνησε για όλους σαν ένα παιχνίδι.

Γιάννης Καρακασίδης (Lavart): Παράλληλα, μέσα από αυτήν «αυτοθεραπεύεται» ο καλλιτέχνης.

Νίκη Ξυλούρη: Και ο ακροατής. Όταν το μεταφέρεις αυτό, ότι «γίνεσαι καλά» μέσα απ’ το τραγούδι σου, είναι αμοιβαία η δράση. Είναι ένα «καθολικό δώρο» αυτή η επικοινωνία.

Γιάννης Καρακασίδης (Lavart): Μέσα από τις ερμηνείες σου διαφαίνεται η αγάπη που τρέφεις για την κρητική μουσική παράδοση. Θεωρείς ότι είναι κατά κάποιο τρόπο χρέος σου να την κρατήσεις ζωντανή;

Νίκη Ξυλούρη: Δεν θα έλεγα πως είναι χρέος, είναι ανάγκη. Δεν είναι κάτι που «πρέπει» να το κάνω. Το κάνω, γιατί μου αρέσει. Το ύφος, η προσέγγιση της μουσικής παράδοσης της Κρήτης που έχει ακολουθήσει η οικογένειά μου είναι αυτό που υπηρετώ. Εκεί πάει το «πρέπει». Ανήκω σε μία ιδιαίτερη «σχολή», αν θέλεις, της κρητικής μουσικής, έτσι όπως μας την έμαθαν και άνθρωποι παλαιότεροι από τον πατέρα μου, που δεν έχουμε απαραίτητα συγγένεια εξ αίματος.

Γιάννης Καρακασίδης (Lavart): Πάντως, είναι ιδιαίτερα αγαπητή στο ελληνικό κοινό η κρητική μουσική και έχουν φροντίσει για αυτό αρκετοί ερμηνευτές και δημιουργοί, όπως ο Γιάννης Χαρούλης. Θα σε ενδιέφερε, αλήθεια, κάποια συνεργασία μαζί του;

Νίκη Ξυλούρη: Αν υπήρχε δισκογραφικά κάποιο υλικό που θα μου άρεσε, φυσικά και ναι. Και σε επίπεδο εμφανίσεων θα μπορούσαμε. Είναι φίλος ο Γιάννης και πολύ καλό παιδί.

Γιάννης Καρακασίδης (Lavart): Θα μπορούσε η κρητική μουσική να αποτελέσει ένα ισχυρό brand για προώθηση εκτός συνόρων; Όπως ακούμε εμείς, για παράδειγμα, ethnic μουσικές από τη Λατινική Αμερική ή από την Αφρική, να ακούσουν κρητικά τραγούδια άνθρωποι στην Ιαπωνία, την Αυστραλία ή οπουδήποτε.

Νίκη Ξυλούρη: Είναι εφικτό αυτό.

Γιάννης Καρακασίδης (Lavart): Έχουν γίνει δράσεις για να επιτευχθεί;

Νίκη Ξυλούρη: Υπάρχουν, φυσικά. Το σχήμα Ξυλούρης White, ας πούμε, δεν ξέρω αν το γνωρίζεις. Είναι ο αδερφός μου, ο Γιώργος Ξυλούρης, μαζί με τον ντράμερ, Jim White, κάνουν διεθνή καριέρα, συναυλίες σε ολόκληρο τον κόσμο, ενώ οι δίσκοι τους έχουν διακριθεί σε μεγάλα περιοδικά ως οι καλύτεροι της χρονιάς.

Γιάννης Καρακασίδης (Lavart): Έχουν φτάσει το 2014 και στο #1 του Billboard World Music Chart με το άλμπουμ Goats.

Νίκη Ξυλούρη: Σαφώς. Οπότε γίνονται πράγματα, απλώς δεν γίνονται γνωστά στην Ελλάδα. Εδώ μαθαίνουμε άλλα πράγματα. Στην Ελλάδα δεν προωθείται η δουλειά ανθρώπων που διαπρέπουν εκτός συνόρων, κυρίως λόγω κάποιων ατόμων που ανήκουν σε ορισμένες «παρέες», θα έλεγα. Κάτι δηλαδή που αντικειμενικά έχει τεράστια καλλιτεχνική αξία και στο εξωτερικό μπορεί να κάνει πάταγο, εδώ περνάει αδιάφορο ή αποσιωπάται. Συμβαίνει το ιμιτασιόν ή τουλάχιστον το τεχνικά και φωνητικά μέτριο να είναι πολύ πιο γνωστό από το καλλιτεχνικά άρτιο.

Στην Ελλάδα τα τραγούδια γράφονται συνήθως για να ακουστούν, για να γίνουν επιτυχίες. Αυτό το αναγνωρίζει πιστεύω κάποιος, ο οποίος έχει έστω και μικρή εμπειρία πάνω στη μουσική.

Γιάννης Καρακασίδης (Lavart): Να φανταστώ πως αναφέρεσαι στα μουσικά είδη γενικά;

Νίκη Ξυλούρη: Ναι. Απλώς, επειδή αναφέραμε το σχήμα Ξυλούρης White, το παίρνω ως χαρακτηριστικό παράδειγμα. Στην Ελλάδα δεν το ξέρει σχεδόν κανείς, ενώ έξω διαπρέπει, έχει κοινό και πολύ μεγάλη αναγνώριση της δουλειάς του. Αυτό συνέβαινε και στο παρελθόν, βέβαια. Δεν είναι σύμπτωμα της εποχής μας.

Γιάννης Καρακασίδης (Lavart): Πραγματικά το πιστεύω για την κρητική μουσική, όπως και για την ποντιακή και το ρεμπέτικο, ότι θα μπορούσαν να είναι πολύ δυνατές «πατέντες», καθαρά ελληνικές για κατανάλωση σε όλο τον κόσμο. Πρόσφατα, μάλιστα, το ρεμπέτικο αναγνωρίστηκε και από την UNESCO ως «άυλη πολιτιστική κληρονομιά της ανθρωπότητας».

Νίκη Ξυλούρη: Συμφωνώ. Δεν το γνώριζα αυτό για το ρεμπέτικο, χαίρομαι.

Γιάννης Καρακασίδης (Lavart): Υπάρχουν καλλιτέχνες από άλλα μουσικά είδη τους οποίους παρακολουθείς και σε ενδιαφέρουν;

Νίκη Ξυλούρη: Σίγουρα. Ξεχωρίζω τον Γιάννη Αγγελάκα, τον Nick Cave, ο Max Richter. Είναι αρκετοί…

Γιάννης Καρακασίδης (Lavart): Τι σε κάνει να ξεχωρίζεις έναν καλλιτέχνη και να λες ότι αυτόν θέλω να τον ακούω, θέλω να τον παρακολουθώ και τον σέβομαι; Γιατί δεν είναι όλοι οι «καλλιτέχνες» αξιοσέβαστοι.

Νίκη Ξυλούρη: Αν μιλάμε για τραγούδια, ο στίχος. Διαφορετικά, οι μουσικοί ήχοι. Ψάχνω πάντα κάτι που να με συγκινεί. Δεν είναι κάτι στάνταρ αυτό.

Γιάννης Καρακασίδης (Lavart): Θα μπορούσε να είναι το συνολικό έργο ενός καλλιτέχνη ή τα μηνύματα που περνάει μέσα από τα τραγούδια του.

Νίκη Ξυλούρη: Ναι, ναι. Ακόμα και η στάση του απέναντι στα πράγματα μπορεί να αποτελέσει αφορμή για να θελήσω να παρακολουθήσω το έργο του.

Γιάννης Καρακασίδης (Lavart): Μιας και αναφερθήκαμε σε καλλιτέχνες του εξωτερικού, εντοπίζεις διαφορές όσον αφορά τη διαχείριση της δουλειάς σε σχέση με τους εγχώριους;

Νίκη Ξυλούρη: Σαφώς. Λειτουργούμε διαφορετικά. Στην Ελλάδα τα τραγούδια γράφονται συνήθως για να ακουστούν, για να γίνουν επιτυχίες. Αυτό το αναγνωρίζει πιστεύω κάποιος, ο οποίος έχει έστω και μικρή εμπειρία πάνω στη μουσική. Κυκλοφορούν τραγούδια που γίνονται τεράστιες επιτυχίες που εμένα δεν με αγγίζουν. Καταλαβαίνω με έναν τρόπο, αν θες, ποια είναι αληθινά. Ποια έχουν προκύψει μέσα από μία πραγματική κατάσταση και όχι μέσα από μία κατασκευή σε ένα στούντιο, με νότες και στίχους εύπεπτους για να προσεγγίσουν το ευρύ κοινό και να γίνουν επιτυχίες.

Γιάννης Καρακασίδης (Lavart): Και ένα ακόμη στοιχείο που ξεχωρίζω στους καλλιτέχνες του εξωτερικού είναι ότι τοποθετούνται πολύ πιο ανοιχτά, πολύ πιο πρόθυμα απέναντι σε πράγματα που συμβαίνουν στον κόσμο.

Νίκη Ξυλούρη: Ναι, από κάποιους καλλιτέχνες και πάλι.

Γιάννης Καρακασίδης (Lavart): Πολύ περισσότερους παρ’ όλα αυτά. Στην Ελλάδα, όταν επιλέγει ένας καλλιτέχνης να τοποθετηθεί, μάλλον τον βάζουμε στο στόχαστρο και ανοίγουμε για ακόμη μια φορά τη συζήτηση του αν πρέπει οι καλλιτέχνες να παίρνουν θέση κτλ. Που δεν ξέρω μέχρι πότε θα το συζητάμε αυτό το πράγμα.

Νίκη Ξυλούρη: Θα μπορούσαν να είναι πιο ανοιχτοί σε αυτό και να έχουν μία άποψη. Ένας άνθρωπος που είναι δημοφιλής, αγαπητός, μπορεί να επηρεάσει κόσμο. Δεν ξέρω, βέβαια, κατά πόσο μπορεί να επηρεάσει μία κατάσταση. Αν αλλάζει με αυτόν τον τρόπο το πρόβλημα, κατάλαβες.

Γιάννης Καρακασίδης (Lavart): Τουλάχιστον δείχνει μία κατεύθυνση. Με μικρά βήματα κάτι μπορεί να γίνει.

Νίκη Ξυλούρη: Είναι ένα θέμα που «σηκώνει» πολλή συζήτηση. Έχουν δοκιμαστεί τόσοι τρόποι που δεν ξέρω τι «πιάνει» και τι όχι. Είμαι κι εγώ προβληματισμένη.

Γιάννης Καρακασίδης (Lavart): Πρόσφατα, συμμετείχατε και σε μία φιλανθρωπική δράση, όπου τραγουδήσατε για τα ειδικά σχολεία στα Χανιά. Ακόμη ένα στοιχείο, η φιλανθρωπία, με την οποία δεν ξέρω κατά πόσο το «έχουμε» στην Ελλάδα σε καλλιτεχνικό επίπεδο.

Νίκη Ξυλούρη: Αυτό που συμβαίνει είναι να γίνεται μία συναυλία και ένα μέρος των εσόδων ή καλύτερα ένα μικρό μέρος των εσόδων να πηγαίνει σε κάποιο φιλανθρωπικό σκοπό. Μη σου πω ότι, τις περισσότερες φορές, αν το δεις αναλογικά, δεν πηγαίνει τίποτα για τον φιλανθρωπικό σκοπό.

Γιάννης Καρακασίδης (Lavart): Και πάλι έχει να κάνει με την επιρροή που ασκεί ένας καλλιτέχνης στο κοινό. Βλέποντας τον αγαπημένο μου τραγουδιστή να ευαισθητοποιείται, να προσφέρει φιλανθρωπικό έργο, κινητοποιούμαι κι εγώ σε έναν βαθμό.

Νίκη Ξυλούρη: Συμφωνώ. Θα μπορούσαν να συμβαίνουν περισσότερα και αποδοτικότερα. Να επωφελούνται άνθρωποι που το έχουν ανάγκη από μία παράσταση ή από μία συναυλία.

Γιάννης Καρακασίδης (Lavart): Το 1997 συμμετείχες και στο Εγκόλπιο με τον Αργύρη Μπακιρτζή και τον Ανδρέα Ρούσση. Πώς προέκυψε εκείνη η συνεργασία; Άλλες εποχές τότε, έτσι;

Νίκη Ξυλούρη: Εντελώς. Με είχε βρει τότε ο Ανδρέας, με είχε προσεγγίσει και μου πρότεινε να πω δύο τραγούδια σε ένα project που ετοίμαζε με τον Αργύρη. Εκτός από αυτά τα δύο, είπα τελικά και ένα ντουέτο με τον Αργύρη. Μου είχε αρέσει πολύ εκείνη η δουλειά.

Γιάννης Καρακασίδης (Lavart): Εξακολουθείς να τα λες στα live σου αυτά τα δύο τραγούδια; Ήταν ο Ειρμός και το Ένα Τραγούδι Σιγανό, αν δεν κάνω λάθος.

Νίκη Ξυλούρη: Η αλήθεια είναι πως όχι, αν και θα μπορούσα τώρα που το λες. Μου έδωσες πολύ καλή ιδέα. Θα το σκεφτώ.

Γιάννης Καρακασίδης (Lavart): Καινούρια προσωπική δουλειά αναμένουμε σύντομα;

Νίκη Ξυλούρη: Ελπίζω πως ναι, σύντομα θα υπάρξει.

Γιάννης Καρακασίδης (Lavart): Ολοκληρωμένη δισκογραφική δουλειά ή κάτι αυτόνομο;

Νίκη Ξυλούρη: Δεν ξέρω σε τι μορφή θα μπορούσε να είναι. Ίσως να είναι κάποια βινύλια, γιατί πια το θέμα με τα CD είναι κάπως περίεργο, σε μια μεταβατική κατάσταση θα έλεγα.

Γιάννης Καρακασίδης (Lavart): «Μεταβατική» τη λες εσύ; Εγώ θα την χαρακτήριζα «τελματώδη».

Νίκη Ξυλούρη: Κακά τα ψέματα, αν θέλεις να ακούσεις κάτι – εσύ, εγώ, οποιοσδήποτε – μπαίνεις στο ίντερνετ καλώς ή κακώς. Η ακρόαση γίνεται με έναν τρόπο διαφορετικό πια.

Γιάννης Καρακασίδης (Lavart): Αν θέλεις τη γνώμη μου, έχει να κάνει μ’ έναν τρόπο και με την εξέλιξη. Δηλαδή, εφόσον όλα αλλάζουν γύρω μας και προχωράνε, σε αυτό το κομμάτι δεν μπορούμε να μένουμε πίσω. Βέβαια, εδώ υπεισέρχονται και άλλοι παράγοντες, που έχουν να κάνουν με τα πνευματικά δικαιώματα. Εκεί είναι που πρέπει να εστιαστεί η προσοχή. Από κει και πέρα η μουσική είναι μουσική, είτε την ακούω στο YouTube είτε στο CD.

Νίκη Ξυλούρη: Μία δισκογραφική δουλειά έχει πλέον σημασία μόνο στο βινύλιο. Είναι πολύ καλύτερη η ποιότητα ηχητικά. Δεν θα πάει κανείς να αγοράσει πια ένα CD, εκτός κι αν είναι πολύ αγαπημένος του καλλιτέχνης. Οι συλλέκτες βινυλίων, από την άλλη πλευρά, θα τα αγοράσουν, γιατί τα αγαπάνε και τα θέλουν στο αρχείο τους.

Γιάννης Καρακασίδης (Lavart): Είναι και διαφορετικό το βίωμα, εδώ που τα λέμε. Έχω προλάβει κι εγώ την εποχή που έβγαζε CD ένας καλλιτέχνης και τρέχαμε να το αγοράσουμε και να το ακούσουμε στο CD-Player. Ήταν ένα βίωμα, μία διαδικασία στην οποία έμπαινες. Όταν αγόραζες ένα CD, υπήρχε συνήθως μέσα φωτογραφικό υλικό, χειρόγραφες σημειώσεις του καλλιτέχνη, ένα προσεγμένο εξώφυλλο. Ήταν άλμπουμ με όλη τη σημασία της λέξης, ήταν δουλειά. Αν υπήρχε ένας πιο ασφαλής τρόπος να προστατεύονται τα πνευματικά δικαιώματα και να «κερδίζει» ο καλλιτέχνης από αυτό, ίσως να μην είχαμε τόσο μεγάλο «θέμα» με το ίντερνετ.

Νίκη Ξυλούρη: Είναι τεράστιο ζήτημα αυτό και αφορά όχι μόνο τις δισκογραφικές εταιρείες αλλά και τις εταιρείες που διαχειρίζονται τα πνευματικά δικαιώματα.

Γιάννης Καρακασίδης (Lavart): Τι να περιμένουμε τώρα από τις εμφανίσεις σας στο Half Note; Είναι 5 με 8 Ιανουαρίου, έτσι;

Νίκη Ξυλούρη: Ναι. Θα παίξουμε τραγούδια από τη δισκογραφία του Ψαραντώνη, του Λάμπη (Ξυλούρη), του Γιάννη (Παξιμαδάκη) αλλά και τη δική μου. Γνωστά κρητικά τραγούδια διασκευασμένα, διάφορα παραδοσιακά της Ελλάδας και κάποια που δεν έχουν δισκογραφηθεί ακόμα.

Γιάννης Καρακασίδης (Lavart): Αλλά ελπίζουμε πως θα δισκογραφηθούν στο μέλλον;

Νίκη Ξυλούρη: Το ελπίζουμε.

Γιάννης Καρακασίδης (Lavart): Πόσες πρόβες μπορεί να χρειάζονται για τέτοιου είδους εμφανίσεις; Μετά από τόσα χρόνια, σας βγαίνει πιο εύκολα;

Νίκη Ξυλούρη: Πρόβες κάνουμε μόνο όταν έχουμε να παίξουμε κάτι καινούριο. Κάνουμε μια-δυο πρόβες.

Γιάννης Καρακασίδης (Lavart): Διαφορετικά, πρίμα βίστα;

Νίκη Ξυλούρη: (γέλια) Ακριβώς.

Γιάννης Καρακασίδης (Lavart): Σε ευχαριστώ πάρα πολύ για τον χρόνο σου. Σου εύχομαι «καλή χρονιά» και τα καλύτερα για τις εμφανίσεις που έρχονται.

Νίκη Ξυλούρη: Εγώ σε ευχαριστώ. Υγεία και όμορφες στιγμές. Να είμαστε καλά.

Κείμενο: Γιάννης Καρακασίδης (Lavart) 

Πηγές Φωτογραφιών: 1 , 2 , 3 , 4

Κοινοποίηση:

Σχόλια

No more articles
X
Συνέντευξη με την Κυβέλη Καστοριάδη

Close