Θέατρο Τζένη Καρέζη, ένα Κυριακάτικο απόγευμα. 9 και 5
Πηγαίνεις ως «υποψιασμένος» θεατής σε μια παράσταση σκηνοθετημένη απ’ τον Παντελή Βούλγαρη, με τον Βασίλη Παπακωνσταντίνου και την Ρίτα Αντωνοπούλου πίσω απ’ τα μικρόφωνα, τον Οδυσσέα Ιωάννου στο ρόλο του αφηγητή. Γνωρίζεις πως αγαπήθηκε απ’ το κοινό όσο λίγες κι απέσπασε ενθουσιώδεις κριτικές στα δύο χρόνια που παίζεται. Και ξαφνικά, αντί για το κουδούνι της έναρξης, σε καλησπερίζει η ζεστή, γνώριμη φωνή της Ελένης Ράντου, αναγγέλλοντας την καθυστέρηση της αμαξοστοιχίας των Εννέα και Πέντε. Γνωρίζεις ήδη πως αυτό που θα δεις είναι άνω των υποψιών και υποψιάζεσαι… άνω των προσδοκιών σου.

«Πάντα εμείς έχουμε το μισό δίκιο, και το άλλο μισό το έχει η πραγματικότητα. Το καλύτερο στο οποίο μπορούμε να ελπίζουμε, είναι μια αξιοπρεπής ισοπαλία.»



Ένας ραδιοφωνικός παραγωγός εγκλωβίζεται στον σταθμό του τρένου περιμένοντας τον πατέρα του. Ταυτόχρονα στον σταθμό βρίσκεται μια μουσική μπάντα που ανυπομονεί να ξεκινήσει την περιοδεία της. Τα λεπτά της αναμονής γίνονται αφορμή σύνταξης ενός γράμματος στον πατέρα του παραγωγου, και τελευταίας πρόβας για την μπάντα.

«Περιμένοντας μάθαμε να μετράμε το χρόνο. Περιμένοντας κάποιον, ή κάτι, γράψαμε τη μισή ιστορία μας»

Ένα γράμμα με πέντε σταθμούς ως σημεία αναφοράς, διανθισμένο με μελωδικές αναφορές, συνοψίζει την ιστορία της σύγχρονης μεταπολεμικής Ελλάδας.

«Είναι αξία η ομορφιά. Και ήταν υπέροχο τότε, το Μάη του ’68, να πιστεύετε πως εκτός απ’ το δίκιο είχατε και την ομορφιά με το μέρος σας. Ανίκητος συνδυασμός.

Πάντα εμείς έχουμε το μισό δίκιο, και το άλλο μισό το έχει η πραγματικότητα. Το καλύτερο στο οποίο μπορούμε να ελπίζουμε, είναι μια αξιοπρεπής ισοπαλία.»

«Χρωστάμε πολύ περισσότερα στους ποιητές μας απ’ όσα στους δανειστές μας»

Ένας συνδυασμός από κλασικές αλλά και σύγχρονες μελωδίες στροβιλίζεται σ’ ένα εμπνευσμένο γαϊτανάκι αναμνήσεων. Όμορφη πόλη, Τζιβαέρι, Πιτσιρικάς, Καραντί, Μικρόκοσμος, Της ξενιτιάς, Αυτή η νύχτα μένει, είναι μερικά από τα τραγούδια που ισορροπούν επιδέξια πάνω στις αφηγηματικές εικόνες του Οδυσσέα Ιωάννου. Με συνορχηστρωτές την Μαίρη Μπρόζη στο βιολί και στο τραγούδι, τους Ανδρέα Αποστόλου και Γιώργο Θεοδωρόπουλο στο πιάνο, τον Γιάννη Αυγέρη στις κιθάρες και τα πνευστά, τον Στέφανο Δημητρίου στα κρουστά και τον Βαγγέλη Πατεράκη στο ηλεκτρικό μπάσο, φτάνει στα αυτιά μια εξαιρετική απόδοση της μουσικής μας ταυτότητας. Αλλά οι διάλογοι μεταξύ τους, τόσο άμεσοι κι ειλικρινείς ώστε να ξεφεύγουν απ’ τα όρια μιας προσεγμένης θεατρικής απόδοσης, σου θυμίζουν κάτι βασικότερο: την ηθική καλλιτεχνική μας ταυτότητα. Τότε που οι ηθοποιοί και οι μουσικοί γελούσαν, αυτοσαρκάζονταν, πείραζαν ο ένας τον άλλο στις πρόβες, τσακώνονταν φανερά κι εξομολογούνταν προσωπικές τους ιστορίες. Κι ακόμη κι αν δεν το έχεις ζήσει, εντάσσεσαι αυτομάτως σ’ αυτό το ζεστό, συντροφικό κλίμα μιας άλλης εποχής. Των καλλιτεχνών που περιφρουρούσαν τον αυτοσεβασμό με χιούμορ, και τον αλληλοσεβασμό τσαλακώνοντας την εικόνα τους.


Σ‘ αυτή την θεατρική διάσταση του έργου, ίσως η μεγαλύτερη αποκάλυψη ήταν η Ρίτα Αντωνοπούλου. Για κάποιον που τη γνωρίζει μόνο μέσα απ’ τα τραγούδια της κι όχι ως μέλος της Σπείρας – Σπείρας του Σταμάτη Κραουνάκη (2000-2003), είναι υπερβολικά ευχάριστη έκπληξη η εικόνα μιας γυναίκας που εκτός από επιβλητική φωνή έχει κι επιβλητικό «πάτημα» στο σανίδι. Το περπάτησε, το χόρεψε, γονάτισε πάνω του, και το κατέκτησε με συγκινητικές ερμηνείες, αστείρευτο χιούμορ και περισσή ευκολία.

Για τον Βασίλη Παπακωνσταντίνου τι να πω; Χρειάζονται συστάσεις, για να καταλάβεις τι να περιμένεις απ’ τον Βασίλη; Η τρυφερότητα του, απαράμιλλος δυναμισμός στις ερμηνείες του. Το ζεστό του γέλιο και τα πειράγματά του στους φίλους του. Όλα αναλλοίωτα στο χρόνο, όσο και η εφηβεία του. «Πληγή μου εσείς, ανάσα μου κι αέρας», όπως παράφρασε ο ίδιος…Όποιος αντιμετωπίσει τη συγκεκριμένη παράσταση ως μια ακόμη μουσική απόδοση φόρου τιμής σε εμβληματικούς συνθέτες όπως ο Θεοδωράκης, ο Ξαρχάκος, ο Χατζιδάκις κι ο Μικρούτσικος, ή μελοποιημένης εξύμνησης ποιητών όπως ο Ελύτης, ο Καρυωτάκης, ο Γκάτσος, ο Βάρναλης κι ο Καββαδίας, φοβάμαι ότι θ’ απογοητευτεί. «Χρωστάμε πολύ περισσότερα στους ποιητές μας απ’ όσα στους δανειστές μας» λέει εύστοχα ο Βασίλης κι έχει απόλυτο δίκιο.

«Μετά την ελπίδα, χωριστήκαμε σε προδομένους και ρεαλιστές. Ο καθένας έδινε στον εαυτό του τον πιο κολακευτικό χαρακτηρισμό. Και το δίκιο μας παραμένει πάντα μισό, όσο αρνούμαστε εκείνο της πραγματικότητας. Τόση ώρα περιμέναμε το τρένο γιατί μας βόλευε να περιμένουμε κάτι. Τώρα νομίζω πως πρέπει να γίνουμε εμείς αυτό που περιμένουμε.»

Μ’ αυτά τα απλά λόγια, χωρίς μισή νότα διδακτισμού, κλείνει ο Οδυσσέας Ιωάννου την αυλαία ενός έργου που πρέπει να προσθέσεις στα άμεσα σχέδια για φέτος. Έστω και με πέντε λεπτά καθυστέρηση, δεν έχει σημασία…

Κείμενο: Ζέτα Χιώτη (Lavart)
Φωτογραφίες: Ζέτα Χιώτη (Lavart)

Κοινοποίηση: