Η Στέγη Γραμμάτων και Τεχνών έκανε κάτι έξυπνο στο αφιέρωμά της στον Σέξπηρ. Δεν έψαξε τη μεγάλη παραγωγή ούτε το θέαμα εντυπωσιασμού. (Λοξο)δρόμησε. Αναζήτησε την άλλη ματιά, μακριά από δοκιμασμένες και πεπατημένες συνταγές. Εξ ου και οι δύο περφόρμανς-υβρίδια που είδαμε στη μικρή της σκηνή και οι οποίες επικεντρώνονται σε δύο μόνο σημεία ιδιαίτερα σημαντικά στον Σέξπηρ: το σώμα και τη λέξη.



Νικίτιν/Μέντινγκ

Ο Μπόρις Νικίτιν, και ο συνεργάτης του τραγουδιστής-περφόρμερ Τζούλιαν Μέντινγκ, και οι δύο γνώριμοι του αθηναϊκού κοινού από τη συμμετοχή τους στο φεστιβάλ Fast Forward της Στέγης με την εγκατάσταση «X Apartments» (2015), πήραν το σονέτο αρ. 20  του Σέξπηρ, όπως πήραν και  ψήγματα από  τον «Άμλετ», τα ανάμειξαν με μπόλικα αυτοβιογραφικά στοιχεία, για να καταλήξουν σε μια επιτέλεση από εκείνες που αγαπά ιδιαίτερα ο Νικίτιν: απόλυτα υβριδική. Όπως, άλλωστε, ο ίδιος ομολογεί, το γεγονός και μόνο ότι προέρχεται από μια πολυεθνική οικογένεια (Ρωσο-Σλοβακο-Γαλλο-Ελβετο-Εβραιο-Χριστιανική), ήταν αρκετό ώστε να τον κάνει να δει και την τέχνη μ’ έναν τρόπο ειδολογικά χαλαρό, χωρίς ελεγκτικό κέντρο.

Πρώτη δουλειά του Νικίτιν το Βόυτσεκ (2007) —όπου ανοίγει έναν διάλογο για την πνευματική ιδιοκτησία και τη δημιουργική ικανότητα του ατόμου. Με το Imitation of Life (Μίμηση ζωής) επικεντρώνεται στην ακτινογράφηση της πραγματικότητας που μας περιβάλλει (ψεύτικα ημερολόγια, στρεβλές εικόνες, ύποπτα ρεπορτάζ, ασαφή επιστημονικά πρωτόκολλα, ψευδοβιογραφίες —αυτά που κάποτε πιστεύαμε ότι ήταν αληθινά), ένα θέμα που θα γίνει και το σήμα κατατεθέν όλης της κατοπινής δουλειάς του , όπως το Its the Real Thing και βεβαίως τώρα στο 20/ Άμλετ, όπου ο  αμλετικός μύθος λειτουργεί απλώς ως το σημείο εκκίνησης (κι όχι διασκευής) για την επαναπροσέγγιση θεμάτων που άπτονται της ταυτότητας, της ατομικότητας, της ασθένειας, και της πραγματικότητας.

Ένας αλλιώτικος Άμλετ

Ο20/Άμλετ των Νικίτιν/Μέντινγκ ταλαντεύεται διαρκώς ανάμεσα στο αληθινό και το ψεύτικο, το αποδεκτό και το απαράδεκτο, το προσωπικό και το κοινωνικό, το υγιές και το άρρωστο. Το θρυμματισμένο Εγώ της προσωπικής ιστορίας του περφόρμερ-Μέντινγκ συναντά το θρυμματισμένο σώμα του «άλλου» περφόρμερ Άμλετ και το αμφίσημο σώμα του άγνωστου εραστή στο σονέτο 20, με κατάληξη έναν Άμλετ ποπ, σχεδόν γκόθικ, τραχύ, αντι-κοινωνικό, αναιδή, αινιγματικό, σαρκαστικό, αυτοκτονικό. Ένα πάσχον σώμα, μυστηριώδες όσο και απειλητικό. Μια άδουσα μάσκα, που σπρώχνει το θεατή να ξανασκεφτεί εκείνα που θεωρούσε ως δεδομένα, να δει και αυτός ότι η πραγματικότητα που τον περιβάλλει είναι κάλπικη.Από καρδιάς (By Heart)

Κάποιες παραστάσεις έχουν εκείνο το «κάτι» που τις κάνει να ξεχωρίζουν. Και μην πάει ο νους σας σε κάτι πολύπλοκο και άπιαστο. Πολλές φορές η γοητεία των πραγμάτων βρίσκεται στη βασανιστική τους απλότητα. Όπως τώρα με την περφόρμανς By Heart, που είδα αμέσως μετά τον 20/Αμλετ, σε σκηνοθεσία του Τιάγο Ροντρίγκες (Tiago Rodrigues) –καλλιτεχνικός διευθυντής του Εθνικού Θεάτρου της Λισσαβόνας «Ντόνια Μαρία ΙΙ».

Η έκπληξη περιμένει το θεατή  με την είσοδό του στο θέατρο. Στη σκηνή υπάρχουν δέκα άδειες καρέκλες και στη μέση ο σκηνοθέτης που διαβάζει σιωπηλά ένα βιβλίο. Αφού καθίσουν όλοι, τότε ζητά δέκα εθελοντές θεατές να γεμίσουν τις καρέκλες, με σκοπό να τους βοηθήσει ν’ αποστηθίσουν το σονέτο 30 του Σέξπηρ, το οποίο, να σημειώσω, ο ίδιος έμαθε απέξω στα ελληνικά (του πήρε τρεις μέρες). Και καθώς δίνει στίχους στον κάθε θεατή και ενθαρρύνει την αποστήθιση τους, σε τακτά χρονικά διαστήματα μας αφηγείται χαλαρά διάφορες ιστορίες σχετικές με τη μνήμη, από τον Μπορίς Πάστερνακ μέχρι τον Τζωρτζ Στάινερ, αλλά και ιστορίες από προσωπικά βιώματα  που έχουν να κάνουν με τη γιαγιά του, η οποία στα 94 της κινδύνευε να τυφλωθεί και αυτός της πήρε στο γηροκομείο για δώρο τα σεξπηρικά σονέτα, ένα από τα οποία (αρ. 30) αποστήθισε  και συμβολικά «διέσωσε».

Άνετος, επικοινωνιακός, και κεφάτος, ο Πορτογάλος σκηνοθέτης κατέβασε στην πλατεία ένα σκηνικό event καθαρά μεταδραματικής ποιητικής, με εμφανείς τις επιρροές του από τη μαθητεία του κοντά στη βελγική θεατρική κολεκτίβα tgSTAN (τον πρωτοείδαμε στις Αντιγόνες, Στέγη 2011).Πέρα από το θέατρο

Το By Heart είναι η πιο γνωστή δουλειά του. Πρόκειται για θέατρο πέρα από το θέατρο, δηλαδή πέρα από τη γεωγραφία της μίμησης. Εάν ο Άμλετ παλεύει να κατακτήσει την αλήθεια, εδώ ο αγώνας είναι να κατακτήσει κάποιος τη λέξη. Ως θεατές (και κριτικοί) παρακολουθούμε τη βάσανο απομνημόνευσης, τον τρόπο που το μυαλό ανοίγει και μετατρέπεται σιγά-σιγά σε αποθήκη του θεάτρου της ζωής και σε συντηρητή/διακινητή της γνώσης. Το πώς τα μάτια του μυαλού/της μνήμης παίρνουν τη θέση των ματιών του σώματος. Αυτό ακριβώς που έκανε η Ναντιέζντα μετά τη σύλληψη του ποιητή άντρα της Όσιπ Μάντελσταμ από το σταλινικό καθεστώς. Αφού απαγορεύτηκαν τα βιβλία του, αυτή, περνώντας στην αντεπίθεση, άρχισε να καλεί στην κουζίνα της δέκα φίλους τη φορά και να τους βοηθά να αποστηθίσουν τα ποιήματά του, ώστε να συνεχίσουν να “δημοσιεύονται” στη μνήμη τους, εκεί όπου κανένα καταπιεστικό καθεστώς δεν τ’ ακυρώνει.

Παλεύοντας με τις λέξεις

Τώρα, αντί για το σπίτι της Ναντιέζντα, είναι η μικρή σκηνή της Στέγης όπου έχουμε δέκα άτομα-εθελοντές που πασχίζουν να κάνουν κάτι δικό τους που δεν τους ανήκει. Δέκα άτομα τα οποία, ακάλυπτα από τις λέξεις του κειμένου, παλινδρομούν, ξεχνούν, αμφιβάλουν, ανησυχούν, διστάζουν. Είναι ευάλωτα και το δείχνουν. Ό,τι ακριβώς δεν συμβαίνει σ’ ένα ρεαλιστικό θέαμα, όπου οι λέξεις εκ των προτέρων έχουν μπει στο σώμα του ηθοποιού και τον υπηρετούν. Εδώ αντιστέκονται. Και η αντίσταση διαμορφώνει και τη δραματική περσόνα των εθελοντών «εδώ και τώρα».

Ως θεατής και κριτικός συνάμα παρακολουθώ με μεγάλο ενδιαφέρον και κατανόηση πώς εξελίσσεται  η συνάντησή τους με τις λέξεις, πώς στην αρχή αυτή η συνάντηση περιβάλλεται από τη σιωπή της αμηχανίας. Το βρίσκω απόλυτα λογικό. Οι λέξεις αμύνονται, δεν υποτάσσονται εύκολα. Και όσο διαρκεί αυτό το μπρα-ντε-φερ, η ίδια η απόσταση ανάμεσα στο άτομο και το αντικείμενο του πόθου του (η λέξη) είναι και το δικό μας θέαμα. Όσο μικραίνει  η απόσταση αυξάνεται και ο θόρυβος συνάντησης των δύο, του εθελοντή και της λέξης. Μεγαλώνει η αυτοπεποίθηση. Χαλαρώνουν τα νεύρα και πυκνώνει η διάθεση επιτέλεσης. Όταν πια η συνάντησή τους τελικά θα πραγματοποιηθεί και θα επέλθει η συμφιλίωση, τότε ακριβώς πέφτει και η αυλαία. Η περφόρμανς δεν έχει πια κανένα  λόγο να συνεχιστεί. Ο σκοπός επετεύχθη. Και σαν επιστέγασμα-μπόνους για τους συμμετέχοντες, ένα ζαχαρωτό, όπου είναι αποτυπωμένο όλο το ποίημα. Ο σκηνοθέτης τους ζητά να το φάνε. Να φάνε Σέξπηρ. Και αυτό κάνουν. Και κανείς δεν μπορεί να τους τον αποσπάσει πια. Το σονέτο θα ταξιδεύει εκτός σκηνής. Ο ρόλος του θεάτρου τελείωσε. Τώρα το λόγο έχει το θέατρο του μυαλού και η αποθήκη της καρδιάς.

Και διερωτώμαι, εγώ ως κριτικός πού χωράω σε όλο αυτό το εγχείρημα; Πού χωράει ο κριτικός λόγος σ’ ένα θέαμα το οποίο παραδίδεται προς θέαση ενώ ακόμη είναι υπό κατασκευή;Περί (νέας;) κριτικής

Στα αγγλικά αποκτά πολλούς οπαδούς η αποκαλούμενη “embedded criticism». Στα ελληνικά δεν έχω υπόψη μου κάποια δόκιμη μετάφραση. Μου ‘ρχεται στο μυαλό η «ενσωματωμένη κριτική» ή «εγκιβωτισμένη κριτική». Όμως, ούτε η μία εκδοχή μ’ αρέσει ούτε η άλλη. Σε κάθε περίπτωση, μιλώ για την κριτική εκείνη η οποία είναι μέρος/μάρτυρας της ίδιας της διαδικασίας δημιουργίας του θεάματος. Όπως εδώ.

Από την αρχή εγώ, ως κριτικός, κάθομαι και παρακολουθώ όλη τη διαδικασία εκμάθησης ενός ρόλου. Τις δυσκολίες, τις ευκολίες, τις παγίδες. Σαν να είμαι παρών στις πρόβες ενός οποιουδήποτε επαγγελματικού σχήματος. Κάπως έτσι νιώθω ν’ αναπτύσσεται μοιραία και μια μορφή οικειότητας με τους άγνωστους εθελοντές, Αρχίζω να τους κατανοώ καλύτερα. Να συμπάσχω μαζί τους. Και είναι αναπόφευκτο και τα κριτικά σχόλια μου να γίνονται πιο προσωπικά, πιο παρορμητικά, πιο άμεσα, σε αντίθεση με τα αποστασιοποιημένα σχόλια μιας πιο αντικειμενικής κρίσης.

Εάν αυτό είναι καλό ή κακό είναι ένα θέμα που θα με απασχολήσει εκτενέστερα σ’ ένα επόμενο κριτικό μου σημείωμα. Κι εδώ ολοκληρώνω.

Συμπέρασμα: Δύο αναγνώσεις επάνω στο έργο ενός συγγραφέα που πλέον η πρωτοτυπία είναι απαγορευτική. Δύο γόνιμες λοξές ματιές, η κάθε μια από τις οποίες γοητεύει με τον τρόπο της και τις ιδιαιτερότητές της.

Κείμενο: Σάββας Πατσαλίδης (Lavart)

Κοινοποίηση:

Σχόλια

Συνέντευξη με τον Γεράσιμο Σκιαδαρέση

Close