Aντιμετωπίζει τη ζωή με ρεαλισμό, ονειρεύεται αλλά δεν επαναπαύεται, ενώ την παρούσα χρονική περίοδο μοιράζει τη ζωή του ανάμεσα σε παραστάσεις, πρόβες και δουλειά. Αυτός είναι ο πολυπράγμων, ταλαντούχος Λάζαρος Βαρτάνης!

Ευγενία Θεοδωρίδου (Lavart) – Λάζαρε, ο Χρήστος, ο ήρωας της παράστασης Mall, στην οποία πρωταγωνιστείς, απάγει ένα μικρό παιδί και έπειτα, παραδίδεται. Τι υποκινεί την ομολογία του; Η ταραγμένη ψυχοσύνθεσή του; Οι ενοχές; Ο φόβος;

Λάζαρος Βαρτάνης – Σύμφωνα με τον Χρήστο η απαγωγή έγινε για να παραδειγματιστούν οι γονείς του μικρού αγοριού, οι οποίοι άφηναν το παιδί στο συγκεκριμένο κατάστημα, κάθε Σάββατο, για πάρα πολλές ώρες. Εξαφανίζονταν, κάνοντας αμέριμνοι τα ψώνια τους. Έτσι, ο Χρήστος αποφάσισε να αναλάβει δράση. Νομίζω, δηλαδή, ότι η πράξη του αποσκοπεί καθαρά στο να τους τρομάξει και να τους δώσει ένα μάθημα. Γι’ αυτό και αμέσως μετά παραδίδεται.

Ευγενία Θεοδωρίδου (Lavart) – Θα έλεγες ότι αυτό μπορεί να δικαιολογήσει, κατά κάποιο τρόπο, την πράξη του;

Λάζαρος Βαρτάνης – Κοίτα, στα δικά μου μάτια, όχι. Δηλαδή αν ήμουν εγώ στη θέση του, θα καλούσα πιθανώς την αστυνομία ή κάποια μη κυβερνητική οργάνωση που ειδικεύεται σε τέτοια θέματα. Αλλά, πολλοί θεατές μου έχουν πει χαρακτηριστικά: «Καλά έκανε»! Η αλήθεια είναι ότι σαν ήρωας φέρει μια περίεργη πειθώ. Και το γεγονός αυτό μου κάνει τρομερή εντύπωση. Μου δίνει να καταλάβω ότι σε τελική ανάλυση ο ήρωας μου βγαίνει πολύ συμπαθής, πράγμα που με χαροποιεί.

…εγώ, όπως και ένα πολύ μεγάλο μέρος νέων ηθοποιών, δουλεύω για βιοποριστικούς λόγους και σε ένα καφέ. 5 ημέρες την βδομάδα, 6 ώρες τη μέρα

Ευγενία Θεοδωρίδου (Lavart) – Πιστεύεις ότι το γεγονός ότι η παράσταση αφορμάται από μια αληθινή ιστορία προσφέρει ένα επιπλέον κίνητρο στον θεατή;

Λάζαρος Βαρτάνης – Νομίζω πως ναι. Αν και η μισή ιστορία είναι βασισμένη σε αληθινά γεγονότα, ενώ η άλλη μισή είναι καθαρή μυθοπλασία. Πρόκειται για την απαγωγή ενός μικρού κοριτσιού σε ένα εμπορικό κέντρο από έναν άνδρα, ο οποίος οδήγησε το παιδί στις τουαλέτες, το κούρεψε και το έντυσε σαν αγόρι. Ευτυχώς, όμως, οι άνδρες της ασφάλειας του καταστήματος κινητοποιήθηκαν γρήγορα και προτού δραπετεύσει με το υποτιθέμενο αγοράκι, τον συνέλαβαν. Κατά τη γνώμη μου, τέτοιου είδους ιστορίες παρουσιάζουν ιδιαίτερο ενδιαφέρον και κρύβουν μια αμεσότητα που συνεπαίρνει τον θεατή.

Ευγενία Θεοδωρίδου (Lavart) – Κρίνεις ότι τα αίτια μιας τέτοιας πράξης είναι περισσότερο κοινωνικά;

Λάζαρος Βαρτάνης – Από την εμπειρία μου, ως αναγνώστης παρόμοιων ιστοριών, γιατί η αλήθεια είναι ότι κάναμε μια εκτενέστατη μελέτη πάνω στο θέμα, θα έλεγα ότι είναι οι άνθρωποι που προβαίνουν σε τέτοιες πράξεις αν μη τι άλλο υποφέρουν από κάποιας μορφής διαταραχή. Για παράδειγμα, υπάρχουν περιπτώσεις στις οποίες οι ίδιοι οι θύτες, ως παιδιά, υπέστησαν βία, λεκτική αλλά και σωματική, βιασμό ή μπορεί να βίωσαν αδιαφορία και εγκατάλειψη. Προσωπικά, λοιπόν, πιστεύω, χωρίς να θέλω να παρεξηγηθώ, ότι πράττουν καθ’ αυτόν τον τρόπο για να τραβήξουν την προσοχή του κοινωνικού συνόλου. Ίσως αντλούν αυτοπεποίθηση και σιγουριά από αυτό.

Ευγενία Θεοδωρίδου (Lavart) – Ο Χρήστος είναι υπάλληλος σε ένα κατάστημα με την ονομασία Neverland, όπως ακριβώς αποκαλείται και η θεατρική σας ομάδα. Πέρα από την προφανή συσχέτιση, ποιος συμβολισμός κρύβεται πίσω απ’ αυτήν την επιλογή;

Λάζαρος Βαρτάνης – Στον Χρήστο αρέσει πάρα πολύ να λέει παραμύθια. Ο συμβολισμός, ουσιαστικά, έχει να κάνει με μια φανταστική χώρα, μια άλλη χώρα του Ποτέ, όπως εκείνη του Πήτερ Παν. Βγαίνει στην επιφάνεια η καρδιά μικρού παιδιού, που κρύβεται στην ψυχή αυτού του ενήλικου άνδρα, και έτσι ο Χρήστος γίνεται ένα αγόρι από τη χώρα του Ποτέ. Γιατί ας μην ξεχνάμε, ότι μιλάμε για έναν άνθρωπο που δεν του έδωσε κανείς ποτέ σημασία και προσοχή. Αυτό ακριβώς πιστεύει πως συμβαίνει και στη ζωή του Θοδωρή, του μικρού αγοριού, που απαγάγει. Γι’ αυτό το λόγο το παίρνει από τους γονείς του.

Είμαι από τους ανθρώπους που πιστεύουν ότι 1 + 1 κάνουν 2, και τίποτα παραπάνω.

Ευγενία Θεοδωρίδου (Lavart) – Εσύ έχεις μπει στη διαδικασία να δημιουργήσεις έναν ιδεατό – ίσως ουτοπικό – κόσμο στο μυαλό σου;

Λάζαρος Βαρτάνης – Παλαιότερα, ειδικά όταν ήμουν στην Δραματική Σχολή, όπου ζούσαμε σε ένα πιο προστατευμένο περιβάλλον, ομολογώ, πως πίστευα, όπως και πολλοί ακόμη συνομήλικοι μου, ότι μπορώ να αλλάξω τον κόσμο, μπορώ να είμαι εγώ αυτός που θα κάνει την διαφορά και θα ανατρέψει τα πράγματα. Αργότερα, όμως, η ζωή σε προσγειώνει. Θα ήθελα να είναι ιδανικά φτιαγμένος ο κόσμος, αλλά δυστυχώς δεν είναι εφικτό κάτι τέτοιο. Άλλωστε, η χώρα μας βρίσκεται τα τελευταία χρόνια σε μια διαρκή πτωτική κατάσταση, οπότε δεν μπορείς παρά να είσαι ρεαλιστής. Είμαι από τους ανθρώπους που πιστεύουν ότι 1 + 1 κάνουν 2, και τίποτα παραπάνω.

Ευγενία Θεοδωρίδου (Lavart) – Λάζαρε, μετά την ολοκλήρωση του Mall  θα ακολουθήσουν οι παραστάσεις των άλλων δύο έργων της τριλογίας του Αναστάσιου Πινακουλάκη, Η πικρή τριλογία του Νεοφασισμού. Ποια είναι η κοινή θεματική που τις ενώνει;

Λάζαρος Βαρτάνης – Πρόκειται για τρείς διαφορετικούς ανθρώπους, που έχουν πράξει κάτι κοινωνικά μη αποδεκτό. Και οι τρείς τοποθετούνται επί σκηνής σε ένα ανακριτικό γραφείο ή στην απομόνωση, ενώ παράλληλα θεωρούν ότι η πράξη τους είναι απόλυτα σωστή. Η παράσταση που ακολουθεί, η Υγρασία στους τοίχους, αφορά έναν ήρωα, ο οποίος βάζει φωτιά στη Νομική Αθηνών, οδηγώντας στον θάνατο 56 ανθρώπους. Αντίστοιχα, ο τελευταίος ήρωας της τριλογίας σκοτώνει τον άνθρωπο, που πιστεύει ότι κατέστρεψε το μανεκέν βιτρίνας, το οποίο λατρεύει. Και στις τρείς παραστάσεις ο ηθοποιός βρίσκεται μόνος επί σκηνής και κοινωνεί την ιστορία του στους ανακριτές, που δεν είναι άλλοι από τους θεατές.

Το σημείωμα του Αναστάση Πινακουλάκη για το «Mall»

Ευγενία Θεοδωρίδου (Lavart) – Πιστεύεις ότι ο μονόλογος ως είδος δίνει τη δυνατότητα στον ηθοποιό να εξερευνήσει καλύτερα, εκτός από τον χαρακτήρα που υποδύεται, τον ίδιο του τον εαυτό;

Λάζαρος Βαρτάνης – Ναι. Εγώ άρχισα να το καταλαβαίνω περισσότερο τώρα με τις παραστάσεις, αφού έχουν περάσει ήδη κάποιες βδομάδες. Νομίζω μοιραία προέκυψε η ανάγκη να εξελίξω πράγματα ή να ανακαλύψω κάποια άλλα καινούργια. Πρέπει να πατήσεις γερά στα πόδια σου, τόσο σαν ηθοποιός όσο και σαν άνθρωπος, για να παίξεις μονόλογο γιατί είσαι απόλυτα εκτεθειμένος, δεν μπορείς να κρυφτείς πουθενά. Απαγορεύεται να βαριέσαι, να μην έχεις ενέργεια, να μην είσαι προσηλωμένος 100 % εκεί. Αυτές οι απαιτήσεις θεωρώ ότι με βοηθούν να προχωρήσω ένα βήμα παρακάτω. Ας μην ξεχνάμε, ότι ο κάθε θεατής έρχεται στην παράσταση έχοντας χίλια δυο προβλήματα στο μυαλό του και πρέπει να καταφέρεις να τον μαγνητίσεις, να τον πάρεις μαζί σου. Αλλιώς έχεις αποτύχει παταγωδώς.

Ευγενία Θεοδωρίδου (Lavart) – Εκτός από το Μall, όμως, θα σε δούμε και σε ακόμη μια παράσταση, στην Δεσποινίς Τζούλια, που ανεβαίνει για δεύτερη στο Από Μηχανής Θέατρο. Δε μπορώ, λοιπόν, να μην αναρωτηθώ πόσο εύκολο ή δύσκολο είναι τελικά για σένα να κρατάς ισορροπία ανάμεσα στις δύο παραστάσεις.

Λάζαρος Βαρτάνης – Ειλικρινά, είναι πάρα πολύ δύσκολο. Γιατί εγώ, όπως και ένα πολύ μεγάλο μέρος νέων ηθοποιών, δουλεύω για βιοποριστικούς λόγους και σε ένα καφέ. 5 ημέρες την βδομάδα, 6 ώρες τη μέρα. Ταυτόχρονα, έχω τις παραστάσεις με το Mall και κάνω πρόβες για την Δεσποινίς Τζούλια αλλά και για τη δεύτερη παράσταση της τριλογίας, που αναφέραμε προηγουμένως, την Υγρασία στους τοίχους. Με άλλα λόγια είμαι περίπου 18 ώρες στο πόδι, καθημερινά. Οπότε δεν μου είναι καθόλου εύκολο. Υπάρχει πόνος, όχι μόνο σωματικός αλλά και πνευματικός, κακή διατροφή, στέρηση. Αλλά δεν μετανιώνω, γιατί είναι η δουλειά που ήθελα να κάνω πάντα. Και από τη στιγμή που είμαι ακόμη σε ηλικία που μπορώ να δουλέψω με αυτούς τους ρυθμούς, απλώς βρίσκω με κάποιο τρόπο τον μηχανισμό για να τα συνδυάσω όλα.

Ευγενία Θεοδωρίδου (Lavart) – Σε απογοητεύει το γεγονός ότι δεν μπορείς να βιοπορίζεσαι αποκλειστικά από το θέατρο;

Λάζαρος Βαρτάνης – Φυσικά! Υπάρχει τεράστιο πρόβλημα στο ελληνικό θέατρο. Τα τελευταία χρόνια, μάλιστα, οι διάφοροι παραγωγοί προβάλλουν ως πάτημα την οικονομική κρίση, για να μην πληρώσουν πρόβες, ή για να πληρώσουν λιγότερο, ακόμη και καθόλου. Έχουν εφευρεθεί διάφορες πατέντες για να μην αμείβεται ο ηθοποιός. Αυτό δε σημαίνει, βέβαια, ότι δεν υπάρχουν και μεγάλες παραγωγές, στις οποίες οι συμμετέχοντες παίρνουν αρκετά, έως πολλά, χρήματα. Ωστόσο, σε γενικές γραμμές, μιλώντας και εκτός θεάτρου, η κατάσταση που επικρατεί είναι τραγική. Και άποψη μου είναι ότι το πρόβλημα αυτής της χώρας δημιουργήθηκε από τη γενιά του ‘ 60. Δεν ντρέπομαι, ούτε φοβάμαι να το πω. Είναι η γενιά που διαχειρίστηκε την οικονομική και πολιτική πορεία της Ελλάδας, έκανε λάθη και συνεχίζει να τα κάνει.

…το πρόβλημα αυτής της χώρας δημιουργήθηκε από τη γενιά του ‘ 60. Δεν ντρέπομαι, ούτε φοβάμαι να το πω. Είναι η γενιά που διαχειρίστηκε την οικονομική και πολιτική πορεία της Ελλάδας, έκανε λάθη και συνεχίζει να τα κάνει.

Ευγενία Θεοδωρίδου (Lavart) – Γυρνώντας στα των παραστάσεων, θα έλεγα ότι έχω διαβάσει πολλές, διαφορετικές ψυχολογικές αναλύσεις για τη μοιραία Δεσποινίδα Τζούλια. Εσύ πως θα την περιέγραφες, τώρα, ως Ζαν;

Λάζαρος Βαρτάνης – Στο μυαλό μου τα πράγματα είναι πιο άπλα. Ο Ζαν είναι από πάντα ερωτευμένος μαζί της και αυτό πυροδοτεί μια ιδιαίτερη συνθήκη. Το έργο διαδραματίζεται, ούτως ή άλλως, μια ιδιαίτερη βραδιά, αυτή του θερινού ηλιοστασίου. Στήνεται ένα πλουσιοπάροχο γλέντι με χορό, μουσική και άφθονο αλκοόλ. Έτσι, οι ξέφρενοι ρυθμοί βγάζουν στην επιφάνεια κρυμμένα συναισθήματα. Ο Ζαν παρασύρεται από τη γοητεία της Τζούλιας και αυτό έχει ολέθρια αποτελέσματα.

Ευγενία Θεοδωρίδου (Lavart) – Στη δική σου ζωή ο έρωτας τη ρόλο παίζει;

Λάζαρος Βαρτάνης – Στην συγκεκριμένη φάση της ζωής μου, θα έλεγα, ότι δεν προλαβαίνει να παίξει κανένα ρόλο. Αλλά γενικά είναι κάτι πολύ σημαντικό. Σε αναζωογονεί εκ βαθέων.

Συνέντευξη: Ευγενία Θεοδωρίδου (Lavart)

Πηγές φωτογραφιών: 1, 2

 

Κοινοποίηση:

Σχόλια

No more articles
Θεσσαλονίκη: θεατρικές πρεμιέρες από 6/11 έως 12/11

Close