Lav Note #9: Όταν το χάος συνάντησε τον Schiele

Κοίτα να δεις.. Εγώ βρέθηκα στο χώρο και στο χρόνο που όλα γίνονται και όλα υπάρχουν. Δε θα μπορούσα να έχω χάσει τίποτα από όλα αυτά αλλά δε θα μπορούσα να τα έχω δει και όλα. Αρκετά περίεργο,σε σημείο βασανισμού. Ανεπάρκεια,έλλειψη,ολοκλήρωση,γέμισμα ή και γέμιση άμα πεινάς. Τώρα που έγραψα γέμιση θυμήθηκα τα τέλεια ντόνατς της Νέας Υόρκης, καραμελωμένη κανέλα και κρέμα λεμόνι.. Νέα Υόρκη,φίλε. Εκεί και αν όλα υπάρχουν ενώ δεν υπάρχουν. Χρόνος; Ασταμάτητος. Κόσμος; Ανελέητος. Χώρος; Για όλους και για κανέναν. Είναι λες και όλα τρέχουν προς στη στασιμότητα εκεί πέρα. Θα ήθελα πάρα πολύ να διηγηθώ αυτό το ταξίδι αλλά αν ήταν έτσι…ας έγραφα βιβλίο καλύτερα. Άσε που όλα μου φάνηκαν τόσο εντυπωσιακά και δε θα ήξερα ούτε από που να αρχίσω αλλά ούτε και που να τελειώσω. Για το λόγο τούτο, θα μιλήσω μόνο για ένα πράγμα και μιας που θέλω να είμαι ειλικρινής, το ομορφότερο για μένα.

Schiele,ναι Egon Schiele. Έχεις δει ποτέ πίνακα του; Α,χάνεις! Τι εννοείς τι σχέση έχει με τη Νέα Υόρκη; Καμία, αλλά έχει η NEUE Gallerie ή οποία βρίσκεται εκεί για να μπορείς εσύ να δεις το μεγαλείο του Schiele και άλλων τιτάνων της απόσχισης της Βιέννης- και όχι μόνο.(βλ.Gustav Klimt, Oskar Kokocshka κτλ..). Ναι,εκεί έζησα το “Ω θεέ μου!”. Ο Schiele είναι αυτός ο τύπος που τα έργα του σε φρικάρουν, μόνο αν εσύ τα αφήσεις να σε φρικάρουν. Μια περιγραφή θα ήταν: creepy μορφές, εικόνες του αίσχιστου είδους, ψυχασθενικά άκρα και αρρωστημένα χρώματα. Η δική μου περιγραφή θα ήταν: μορφές που σε σημαδεύουν, εικόνες γεμάτες έρωτα, απόλυτα άκρα και ατέλειωτα χρώματα. Δεν ξέρω αν πρέπει να μιλήσω για τα έργα, για το πως ένιωθα μπροστά τους ή για το πως ένιωθαν τα πρόσωπα στους πίνακες. Αν θεωρήσουμε πως την πρώτη επιλογή τη θεωρώ βλασφημία, τη δεύτερη θα πρέπει να τη θεωρήσω αδύνατη γιατί ακόμα και σήμερα αυτό το τακ τακ στο στέρνο δε δύναμαι να το περιγράψω με λόγια. Έτσι τι μένει;

Προχωρούσα ανάμεσα σε αριστοκρατικούς διαδρόμους και ανεβοκατέβαινα μαρμάρινες σκάλες ασταμάτητα γιατί -αλήθεια- δεν ήξερα που να πρωτοκοιτάξω. Μπήκα αποφασιστικά, λοιπόν, σε ένα δωμάτιο και στάθηκα μπροστά σε μία “ατέλειωτη” τέλεια μορφή. Μέρη του σώματος έλειπαν καθώς και το λεγόμενο background. Στην εικόνα έβλεπες μια αντρική μορφή σε ένα άσπρο χαρτί. Το χαρτί λειτουργούσε ως φόντο και η μορφή ως καθρέφτης του Schiele. “Αυτοπορτραίτο”, διάβασα. Η Καλών Τεχνών ξύπνησε μέσα μου και αναρωτήθηκα, όπως είχα διδαχθεί: “Ανυπαρξία χωροχρόνου ή ένα απλό κενό άσπρο χαρτί;” Ο μόνος που είχε την απάντηση θα ήταν ο ίδιος αλλά δε θα μπορούσα να τον ρωτήσω όσο και αν ήθελα. Θα μπορούσα όμως να ρωτήσω το αυτοπορτραίτο του. Τα μάτια του ανατριχιαστικά, κοιτούσαν μέσα στα δικά μου. Ένιωθα οικεία. Αυτή η χαρμολύπη που ήταν αποτυπωμένη μέσα τους μου θύμισε τόσους ανθρώπους. Τα άκρα του ήθελαν να με πλησιάσουν αλλά δε θα το έκαναν, το έβλεπα στα μάτια του, είχε πάρει την απόφαση να μείνει όσο κοντά άντεχε. Ίσως εγώ να έμενα όσο κοντά άντεχα. Ίσως η γύμνια του να τον έκανε να νιώθει αμήχανα…αλλά τι λέω; Κοίταξα ξανά τριγύρω και είδα πως σχεδόν όλοι οι πίνακες παρουσίαζαν ένα γυμνό κορμί, άλλες φορές αντρικό, άλλες γυναικείο και άλλες λίγο απ’ όλα. Τα μάτια μου ξαναγύρισαν σε αυτόν. “Που είσαι;”,τον ρώτησα. “Είμαι όπου θέλω να είμαι, θα μπορούσα να είμαι παντού, θα μπορούσα να είμαι μόνο εδώ, θα μπορούσα να είμαι και πουθενά”. “Πως νιώθεις;” είπα. “Νιώθω ανεπαρκώς γεμάτος. Όλοι έτσι νιώθουμε εδώ μέσα.” απάντησε.

Ξαφνικά ένιωσα πως όλοι οι πίνακες ήταν ένας και οι σκέψεις με πλημμύριζαν. Όλα τα έργα έλεγαν μια ιστορία, την ίδια ιστορία, λες και ο ένας ήταν συνέχεια του άλλου. Η ιστορία της ζωής του ίδιου του Schiele. Ένα σώμα γεμάτο χρώμα, μια κοπέλα γυμνή, ένας άντρας και μια γυναίκα κατά τη διάρκειας της ερωτικής πράξης, ένας άντρας δίχως άκρα, ένας άντρας ντυμένος, ένα γυναικείο κορμί σε ένα αντρικό σώμα, ένα σώμα ευνουχισμένο, ένας άντρας προικισμένος, μια μαύρη μορφή με κόκκινα μάτια. Τα μάτια. Ήταν παντού τα ίδια. Όπου και να κοιτούσα με ακολουθούσε ένα γλυκόπικρο βλέμμα. Εντελώς τυχαία(!) να και μια φωτογραφία του Schiele. Ακριβώς τα ίδια μάτια, μεγάλα, μελαγχολικά αλλά γεμάτα ζωή. Είχε βάλει τα μάτια του σε όλους τους ανθρώπους που ζωγράφισε, ακόμα και αν τους άλλαζε χρώματα, το βλέμμα ήταν δικό του. Αυτό και αν είναι ιδιοφυές. Στο μυαλό μου είναι συμβολικό, στο δικό του θα μπορούσε να είναι και τυχαίο, αν ξεχάσουμε, φυσικά, το υποσυνείδητο. Το θέμα, ρε γαμώτο, είναι το εξής: Ήθελε οι άλλοι να δουν μέσα από εκείνον ή αυτός ήθελε να δει μέσα από τα μάτια των άλλων; Κάθομαι κάτι φορές και σκέφτομαι τη ζωή του, μου προκαλούν ενδιαφέρον οι ελλιπώς ολοκληρωμένες ζωές. Η δική του η ζωή, μια ζωή άνω-κάτω, petit-bourgeois, ιδιαίτερη αδυναμία στην αδερφή του, έντονη σεξουαλικότητα, κατηγορίες και φυλάκιση, επανάσταση καλλιτεχνική και επανάσταση κοινωνική, νομικά μπερδέματα, παράξενα χρώματα, θανατηφόρες αρρώστιες, γεωμετρικά άκρα, αλλεπάλληλες αλλαγές και μια ατέρμονη αναζήτηση. Τι να αναζητούσε; ή ακόμα καλύτερα τι δεν τον ικανοποιούσε; Και άμα έβρισκε αυτό που θα τον ικανοποιούσε θα το ήθελε; Το ανικανοποίητο. Xα! Αυτό και αν έχει μεγάλη γοητεία για πολλούς ανθρώπους-ίσως είναι πιο γοητευτικό και από τα λεμονάτα ντόνατς. Στα δικά μου τα μάτια, αυτός ο άνθρωπος, με τις απωθητικές μορφές του και τα σκληρά σχήματα κατάφερε να αποτυπώσει όλο τον κόσμο, χωρίς τόπο και ώρα, όχι επειδή τα αγνοούσε αλλά επειδή δεν τον ενδιέφεραν. Ίσως για αυτόν όλα να ήταν πάντα και ποτέ, παντού και πουθενά.

Ένα κινητό, με απαράδεκτο ringtone χτύπησε και εγώ επανήλθα στην πραγματικότητα, εκεί που οι πίνακες δε μιλάνε, μόνο υπάρχουν για να τους θαυμάσεις. Μάζεψα τις σκέψεις μου και το σημειωματάριο μου ενώ έψαχνα τη φίλη μου για να φύγουμε. Τη βρήκα στο υπέροχο δωμάτιο με τα προσχέδια του Klimt. Σκέφτηκα να σταθώ λίγο παραπάνω και εκεί αλλά, δυστυχώς-ευτυχώς, το μυαλό μου βρισκόταν στον περίπλοκο πλανήτη Schiele και δε μπορούσα να αποδράσω από εκεί. Κατέβηκα τις σκάλες τραβώντας τη φίλη μου, ενώ στο μυαλό μου στριφογυρνούσε το αν. Αν συζήτησα με το σωστό πίνακα και αν θα ξανακάταφερνα να αποσπάσω μερικές κουβέντες και από κανένα άλλο έργο, όπως τις χορεύτριες του Matisse, που συνάντησα την προηγούμενη μέρα στον τελευταίο όροφο του ΜOMA. Σκέφτηκα πως μπορεί και να τα έχανα σιγά σιγά, αλλά από τη γωνία της λεωφόρου μύριζε φρέσκο cheesecake και έτσι αποφάσισα πως η ψυχική μου υγεία θα μπορούσε να περιμένει άλλη μια μέρα.

Έργο: Egon Schiele, Self-portrait with twisted arm

➔ Δείτε όλες τις τελευταίες ειδήσεις και όλα τα πιο πρόσφατα άρθρα της Lavart στο lavart.gr

Κοινοποίηση

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΑΚΟΜΗ