Το Festen: Οικογενειακή γιορτή (των Τόμας Βίντερμπεργκ, Μόγκενς Ρούκοφ, και Μπο Χρ. Χάνσεν) οι περισσότεροι κριτικοί το αντιμετώπισαν σαν μια σύγχρονη τραγωδία. Ίσως όχι άδικα, αφού η ίδια η ιστορία δείχνει διαρκώς προς τα πίσω, στις αφετηρίες των δραμάτων εκδίκησης, εκεί όπου η αγία οικογένεια πρωτοστατεί σ’ ένα δράμα όπου όλα τα έλκη κουκουλώνονται μέσα από μια πεισματικά ανακυκλούμενη φαρισαϊκή τυπολατρία.Τυπολατρία

Για όλους τους εμπλεκόμενους είναι σημαντικό οι «εκτός» να εισπράξουν την εικόνα μιας οικογένειας δεμένης και απόλυτα φυσιολογικής. Και τι πιο ωραίος τρόπος να βγει προς τα έξω μια τέτοια εικόνα, από μια εορταστική μάζωξη, με αφορμή τα εξηκοστά γενέθλια του επιχειρηματία πάτερ φαμίλια.  Μόνο που τα πράγματα στραβώνουν καμιά φορά. Όπως εδώ. Στο Festen.

Εκεί όπου όλα πάνε ρολόι έρχεται εντελώς απροειδοποίητα η έκρηξη για να λεκιάσει το λευκό κάδρο του οικογενειακού ρομάντζου. Είναι η στιγμή κατά την οποία ο πρωταγωνιστής, ο Κριστιάν, παίρνει το λόγο και  κατηγορεί ευθέως τον πατέρα του για ασέλγεια επάνω του και επάνω στην αδερφή του (τώρα νεκρή). Κι ενώ ο θεατής περιμένει ότι μετά από αυτήν τη βορβορώδη ομολογία θ’ αλλάξουν πράγματα, το γεύμα συνεχίζεται λες και δεν έγινε τίποτε.

Η επόμενη μέρα το πρωί θα τους βρει πάλι όλους (πλην πατρός που αποχωρεί ειρηνικά) ντυμένους στα κατάλευκα, παρθένες ψυχές, να παίρνουν το πρωινό τους. Νηνεμία. Η ζωή θα συνεχίσει τις τελετουργίες της, με ακόμη πιο συρρικνωμένο το λεξιλόγιο της ενοχής. Οι χαρακτήρες (και οι θεατές μήπως;) θα συνεχίσουν να ζουν σε μια κοινωνία χωρίς πιστεύω, σε μια κοινωνία από όπου θ’ απουσιάζουν οι λέξεις για να εκφράσουν τον πόνο, τη βάσανο, την εκτροπή.Η ηθική ανοχή σπάει κόκκαλα. Όλοι μαζί επιτελεστές σ’ έναν ένοχο χορό τραγωδίας, που επιμένει να σκεπάζει τις φρικαλεότητές του τυλίγοντάς τες σε αστραφτερό σελοφάν, ένα παραπλανητικό «φαίνεσθαι». For your eyes only.

Η σκηνοθεσία

Το εκτόπισμα ενός τέτοιου έργου εξαρτάται σ’ ένα μεγάλο βαθμό από τη ματιά του σκηνοθέτη. Πώς χορογραφεί τα σώματα, τα πάθη και τα παθήματά τους, την επαναλαμβανόμενη ύβρη; Πώς μετατρέπει σε ακαριαίο δρώμενο τους κακοποιημένους ψυχισμούς; Πώς σπάει τον φλοιό ώστε να αποδεσμευτεί το νόημα και να περάσει στον ευρύτερο κοινωνικό ιστό; Στο προκείμενο.

Πρώτο στοίχημα για το Γιάννη Παρασκευόπουλο, που κλήθηκε να σκηνοθετήσει το έργο για λογαριασμό του ΚΘΒΕ, ο χώρος: το φουαγιέ της ΕΜΣ.

Τι μπορεί να κάνει κάποιος σ’ έναν χώρο που βρίσκεται σε μόνιμη (εκ κατασκευής) κατάσταση θεατρικής υποθερμίας. Σ’ έναν χώρο υψηλού θεατρικού κινδύνου; Απάντηση: Πολλά και ενδιαφέροντα, αρκεί να έχει, εκείνος ο κάποιος,  τη  φαντασία και την τόλμη να υπερβαίνει και να ανεβάζει θερμοκρασίες. Και ο Παρασκευόπουλος, που έμαθε θέατρο σε χώρους ζόρικους, δεν μασάει.Οι λύσεις

Πρώτη και βασική κίνησή του, λοιπόν, η μετατροπή του φουαγιέ σε «δρώσα» δύναμη (και όχι απλό φόντο/περιβάλλον στη δράση).

Μετατρέποντας τον χώρο σε σάλα υποδοχής της οικογενειακής τελετουργίας, του έδωσε αμέσως-αμέσως τις προδιαγραφές ενός «οικοδεσπότη» site specific event και ταυτόχρονα έλυσε και το θέμα των θεατών. Βάζοντάς τους έναν-έναν να καθίσουν, ήταν προφανές πως δεν τους ήθελε στο ρόλο παθητικών δεκτών, αλλά συντελεστών. Ήθελε να τους «περιποιηθεί» όπως τους αρμόζει. Και να τους τρατάρει και να τους τρακάρει. Μ’ ένα σμπάρο δυο τρυγόνια.

Η αμέσως επόμενη κίνηση: τα δρώμενα. Αντί να τα συγκεντρώσει σ’ ένα πατάρι (οπότε θα τον είχε κυριολεκτικά λιανίσει η αντιθεατρικότητα του χώρου), τ’ αφήνει εντέχνως και πονηρά να διαχυθούν παντού, διαλύοντας έτσι την εμπειρία της θέασης που προκύπτει από την κλασική μετωπική διάταξη των καθισμάτων. Μια δεξιά, μια αριστερά. Πίσω. Μπρος. Παντού. Όμως, όταν διαλύεται το εστιακό κέντρο, χρειάζεται προσοχή, γιατί το μπάχαλο καραδοκεί.  Ορίστε ο αμέσως επόμενος σκηνοθετικός πονοκέφαλος: η διαχείριση των σωμάτων στον ανοικτό χώρο.Πάντα άρεσε στον Παρασκευόπουλο ο σχεδόν «μαθηματικός» έλεγχος του σώματος. Πάντα του άρεσε ένα είδος γεωμετρίας στις σκηνικές του τακτοποιήσεις. Έτσι κι εδώ: ενώ η σκηνοθεσία του, σε μια πρώτη ανάγνωση, δίνει την εντύπωση μιας γενικότερης αταξίας, το κείμενο από κάτω είναι σαφές: όλα πρέπει να είναι οριοθετημένα. Comme il faut. Καθαρά. Τα μαχαιροπίρουνα. Οι καρέκλες. Τα ατσαλάκωτα κουστούμια. Οι χειρονομίες. Γιατί; Μα γιατί στόχος είναι η δημιουργία μιας ατσαλάκωτης κλινικής εικόνας. Και όπως κάθε κλινική εικόνα κρύβει και κάποια αρρώστια, έτσι κι εδώ. Το θέμα είναι πώς βγαίνει προς τα έξω το ζεματισμένο υλικό; Πώς σπάει το σπυρί να χυθεί το πύον;

Μόνος στο πλήθος

Ο Παρασκευόπουλος δεν βιάζεται. Είναι παλιά καραβάνα. Ξέρει καλά αυτό το παιχνίδι. Ξέρει να παίζει με τον στιλιζαρισμένο ρεαλισμό, την αισθητική του συμμετοχικού θεάτρου, τις δυνατότητες της μεταδραματικής επικοινωνίας. Ξέρει από χωρική εγγύτητα και συναισθηματική αποστασιοποίηση. Από Ίψεν και από Μπρεχτ. Χωρίς να στονάρει, αφήνει μια ομίχλη να πλανάται.

Κάποτε ο Έλιοτ είπε ότι ένα δράμα είναι ευφυές όταν σε κάνει να πιστέψεις ότι υπάρχουν εναλλακτικοί τρόποι θέασής του. Και αυτό πέτυχε ο Παρασκευόπουλος. Ανοίγοντας  το διάφραγμα της δράσης έβγαλε το θεατή από τη ψυχολογία του πλήθους και ενίσχυσε τη μοναχικότητα, την τρωτότητα αλλά και την αβεβαιότητά του ως προς την «ορθή» θέαση. Πονηρή επιλογή.  Σε καμιά στιγμή δεν τον αφήνει να νιώσει «προστατευμένος» είτε από το κλασικό «σκοτάδι» της πλατείας είτε από το διπλανό του είτε, και κυρίως, από τα δρώμενα. Τον θέλει «του χεριού του», διαρκώς εκτεθειμένο.Έτσι, ενορχηστρώνει συνεχείς και μαθηματικά υπολογισμένες εισβολές των ηθοποιών στον χώρο του. Τους βάζει να κάτσουν δίπλα μας. Να σταθούν μπροστά μας. Να παλέψουν κάτω από τα πόδια μας. Να σκοντάψουν στις καρέκλες μας. Κάθονται απέναντί μας και μας κοιτούν επίμονα στα μάτια. Θέλουν να μας τεστάρουν. Να ενισχύσουν την αμηχανία μας. Να μας υπενθυμίσουν ότι είμαστε μαζί τους μέσα στο κάδρο, τυλιγμένοι στο ίδιο αστραφτερό σελοφάν. Μας λένε με τον τρόπο τους ότι δεν είναι κάποιοι «άλλοι». Είναι, θέλουμε δεν θέλουμε, γείτονές μας. Άτομα της διπλανής πόρτας. Είναι ο καθρέφτης μας, η «ιστορία» μας, που ανέλαβαν να μας την αφηγηθούν και να υπογραμμίσουν ότι καλά κάνουμε να τους αφουγκραστούμε, γιατί μας πιάνουν κι εμάς οι τραγικές της αναθυμιάσεις.

Μέσα από αυτήν τη χωρική πολιορκία, μας λένε ότι μας αφορά η συναισθηματική δυσλεξία και η ηθική κενότητα των προσωπείων τους και παράλληλα η κοινωνική αμνησία και η άρνηση έκθεσης των πολιτικών καταχρήσεων που επιτρέπουν στη σήψη να μεγαλώνει. Είναι σαν να μας ρωτάνε: τι κάνουμε επ’ αυτών όλων; Ό,τι και οι ίδιοι, μήπως; Τίποτα;Ερμηνείες

Σ’ ένα τέτοιο έργο, σκηνοθετημένο σε πολλά επίπεδα ταυτόχρονα, σ’ ένα έργο όπου η μία γωνία θέασης αντικαθίσταται από πολλές γωνίες, σ’ ένα έργο όπου το παν είναι η μάσκα και οι τύποι, σ’ ένα έργο όπου δεν μπορείς να επικεντρωθείς σ’ έναν χαρακτήρα και να δεις πώς εξελίσσεται, είναι πολύ δύσκολο να κρίνεις με σιγουριά ατομικές ερμηνείες. Όλο και κάτι θα σου ‘χει ξεφύγει τη στιγμή που κοιτούσες αλλού.

Το θέμα είναι ότι, από τη στιγμή που αποφάσισα ν’ ασχοληθώ με αυτήν την παράσταση-περφόρμανς, παίρνω εννοείται και το ρίσκο της κρίσης, αρχίζοντας με τον πρωταγωνιστή, το Χρίστο Στυλιανού, όπως τον θυμάμαι να παιδεύεται να καταλάβει την αδυναμία του να δράσει και ταυτόχρονα να καταλάβει την αδράνεια των άλλων. Τον θυμάμαι σκεπτικό, σχεδόν ηττημένο, να πηγαίνει πέρα δώθε κουβαλώντας ανάμεσα στα λαμπερά μαχαιροπίρουνα τη λάσπη των αναμνήσεών του. Η μοναξιά του σπάει κόκκαλα. Περνά από δίπλα μας και δεν μας βλέπει. Σαν να θέλει να είναι αόρατος. Κι όμως, έχει ονοματεπώνυμο.

Λίγο παραπέρα (στην περιφέρεια του χωρικού διακανονισμού των σωμάτων, όμως στην καρδιά του προβλήματος) κάθεται ο πατέρας Χέλγκε του Βασίλη Σπυρόπουλου. Δείχνει να μην καταλαβαίνει τι γίνεται. Λες και αυτά που συμβαίνουν δεν τον αφορούν, αν και ως θεατής ίσως και να τον ήθελα κάπως πιο «χρωματισμένο», ας πούμε με μια μάσκα ολοκληρωτισμού στη συμπεριφορά του, ώστε να μας βοηθήσει να τοποθετηθούμε πιο ξεκάθαρα απέναντί του. Ο Παρασκευόπουλος είχε άλλη άποψη.  Ζήτησε μια πιο ουδέτερη ερμηνεία. Και την είχε.

Όσο για το πρόσωπο της μάνας, τώρα που είναι εκτεθειμένη η πατριαρχική κυριαρχία, μας είναι ακόμη πιο αντιπαθητική, γιατί δεν έχει κανένα άλλοθι για την απραξία της. Η Γιολάντα Μπαλαούρα, ηθοποιός με έντονη σωματική εκφραστικότητα, ανταποκρίθηκε με ετοιμότητα και αυτοκυριαρχία στον τύπο.

Ο Κωνσταντίνος Χατζησάββας, ηθοποιός εύφλεκτων και ετοιμοπόλεμων υποκριτικών υλικών, σκηνικά ευφυής, ήξερε να καραδοκεί και να βάζει κατά ριπάς ανάβοντας (αποτελεσματικά) τα αίματα. Η Ιωάννα Παγιατάκη (Ελένε) αισθητά παρούσα, με καλό γκελ και την άνεση έμπειρης θεατρίνας. Ο Νίκος Καπέλιος σίγουρος γι΄ αυτό που κλήθηκε να κάνει. Μου άρεσε ο τρόπος που επικοινώνησε τη γλυπτική ομορφιά της η Κλειώ-Δανάη Οθωναίου. Παίξιμο ατσαλάκωτο. Όπως ακριβώς απαιτούσε η στιγμή και ο ρόλος. Και η Σταυρούλα Αραμπατζόγλου με καλά πατήματα εντός κάδρου εικόνισε πειστικά το προσωπείο της Μέττε. Η νεαρή Στεφανία Ζώρα περιέφερε με άνεση τη γλυκιά της φατσούλα σε όλα τα πλάτη και τα μήκη της σάλας. Στο δικό της κόσμο. Δεν την αγγίζουν ακόμη τα μεγάλα τραγικά της ζωής. Ξέρει να χαμογελά. Για πόσο άραγε;Γενικά όλοι είχαν μέσα τους την ακρίβεια ωρολογοποιού. Σε όλα τα κλικ παρόντες. Ο Κωνσταντίνος Λιάρος, ο Αλέξανδρος Τσακίρης, ο Βασίλης Παπαγεωργίου, η Νεφέλη Ανθοπούλου.  Όλοι απόλυτα πειθαρχημένοι και άμεσοι. Έπαιξαν μ’ ένα φλέγμα, να το πούμε «αγγλικό», αποστασιοποιημένο  και παράλληλα απόλυτα θεατρόμορφο. Σχόλια που ισχύουν και για τον Γιάννη Παρασκευόπουλο  που, πέραν από σκηνοθέτης, ήταν και ο “Κιμ” της διανομής.

Ποιος θα κρίνει τον θεατή;

Ολοκλήρωσα με τους ηθοποιούς. Ελπίζω αυτά που είδα, όπως τα είδα, να είναι αυτά που πραγματικά ήταν. Μένει ωστόσο και ένα τελευταίο, διόλου ευκαταφρόνητο: τι γίνεται μ’ εμάς; Ποιος θα μιλήσει για μας, τους θεατές; Πώς ήμασταν; Καλοί; Σωστοί; Στις θέσεις μας; Ήμασταν απλοί ένορκοι ή συνένοχοι; Αρέσαμε στους ηθοποιούς-δράστες (και παρατηρητές μας); Ο σκηνοθέτης τι έχει να πει; Στο κάτω-κάτω οφείλει να πει κάτι, αφού αυτός μας έβαλε σ’ αυτήν την άβολη θέση. Υποθέτω πως αρέσαμε, αφού είμαστε όλοι μια «αγία» οικογένεια: των Κλίνγενφελντ-Χάνσεν. Μια μεγάλη παρέα. Μια κοινότητα. Αλλά και να μην αρέσαμε στους συντελεστές του θεάματος, είμαι βέβαιος ότι δεν θα το πουν. Πάνω από όλα προέχει η έξωθεν καλή μαρτυρία. Πάντως, το γεγονός ότι κανείς από μας δεν έφυγε, ακόμη και άτομα κάποιας ηλικίας που διόλου δεν είναι συνηθισμένα με τέτοιου είδους θεατρικές «περιποιήσεις», κάτι σημαίνει. Το τι, είναι υπόθεση του καθενός από μας.Συμπέρασμα: ένα έργο σκηνοθετημένο με καθαρό μυαλό και «κατά κύματα»: τη μια άμπωτις την άλλη παλίρροια, τη μια σιωπή την άλλη φασαρία. Μια παρτιτούρα από ρυθμισμένες διακυμάνσεις σωμάτων και συναισθημάτων. Δράμα και κωμωδία σε μια περφόρμανς φεστιβαλικών προδιαγραφών. Δείτε την. Θα σας γοητεύσει και θα σας ξεβολέψει.

Κείμενο: Σάββας Πατσαλίδης (Lavart)

Διαβάστε την συνέντευξη που παραχώρησε ο Γιάννης Παρασκευόπουλος στον Δημήτρη Φαργκάνη.

Κοινοποίηση: