«Αφού το αναγνώρισαν οι άλλοι, τότε μάλλον θα αξίζει»

«Θα ήθελα προκαταβολικά να σας πληροφορήσω, πως μ’ όλη μου την καλή διάθεση, δεν είμαι σε θέση να πω, ούτε καινούρια πράγματα, ούτε κι όσα μιλήσω απόψε να τα δώσω με σοφία. Θα προσπαθήσω όμως, κι όσο μπορώ πιο καλά, να σας μεταδώσω αυτό που με κάνει να ζω κ να βλέπω την αξία του μέχρι σήμερα περιφερόμενου λαϊκού σκοπού της πόλης.»

Με αυτόν τον τρόπο επέλεξε ο Μάνος Χατζιδάκις να ανοίξει την – ιστορική πλέον – ομιλία του για το ρεμπέτικο, η οποία έλαβε χώρα στο Θέατρο Τέχνης στις 31 Ιανουαρίου του 1949. Τότε που το ελληνικό αστικό λαϊκό τραγούδι, όπως χαρακτηρίζεται, βρισκόταν στο ζενίθ της δόξας και της δημοτικότητάς του, με τους Τσιτσάνη, Χιώτη, Παπαϊωάννου, Καλδάρα, Εσκενάζυ και άλλους ρεμπέτες καλλιτέχνες να μονοπωλούν με τα τραγούδια και τις εμφανίσεις τους. Είναι η εποχή που η Σωτηρία Μπέλλου και ο Πρόδρομος Τσαουσάκης κάνουν τα πρώτα τους βήματα στο πάλκο, η εποχή της σφοδρής διαμάχης μεταξύ του ρεμπέτικου και του ελαφρού, αλλά και η εποχή των πρώτων πειραματισμών. Τότε που οι αφορισμοί και οι ενστάσεις για το μπουζούκι είχαν αμβλυνθεί, τότε που ο Νίκος Σκαλκώτας θα εισαγάγει για πρώτη φορά το κομμάτι «Θα πάω εκεί στην αραπιά» του Βασίλη Τσιτσάνη στο δεύτερο μέρος της συμφωνικής του δημιουργίας με τίτλο «Κονσέρτο για δύο βιολιά«.

Στα χρόνια που θα ακολουθήσουν κατά τις δεκαετίες του ’60 και του ’70, το ρεμπέτικο, γνήσιο μουσικό απότοκο των βιωμάτων και των αναγκών της εργατικής τάξης των αρχών του 20ου αιώνα, θα βρεθεί στο περιθώριο, όχι λόγω της καλλιτεχνικής του παρακμής αλλά ένεκα της ανάδειξης και της επικράτησης νέων μουσικών ειδών. Η «μόδα», άλλωστε, επιβάλλει τώρα πια τους διεθνείς ρυθμούς του rock ‘n’ roll, με κύριους εκπροσώπους τους Beatles και τους Rolling Stones, ενώ ως προς τις εγχώριες προτάσεις το Νέο Κύμα (Αστεριάδη, Χωματά, Αρλέτα), το Έντεχνο (Πάριος, Γαλάνη, Νταλάρας) και το Λαϊκό Τραγούδι (Καζαντζίδης, Μαρινέλλα, Βοσκόπουλος) έδειχναν να κρατούν πια τα ηνία. Βέβαια, καθοριστικό παράγοντα στον περιορισμό του ρεμπέτικου τραγουδιού έπαιξε και η λογοκρισία που επιβλήθηκε στην καλλιτεχνική δημιουργία με την επιβολή της Δικτατορίας των Συνταγματαρχών.

Έκτοτε, το ελληνικό ροκ (Πουλικάκος, Τρύπες, Παπακωνσταντίνου), οι πρώτες απόπειρες για εγχώρια pop μουσική και αργότερα η επικρατούσα ευτελισμένη λαϊκίζουσα μουσική των 90’s κράτησαν το ρεμπέτικο τραγούδι, το τραγούδι που αναστέναξε αυθεντικά τους λαϊκούς καημούς όσο κανένα, στην αφάνεια. Ήταν πια μια ανάμνηση, ένα καταχωνιασμένο μουσικό κουτί, μια ξέθωρη αντίκα στις προθήκες της μουσικής μας ιστορίας και μάλλον θα εξακολουθούσε να είναι το ίδιο μέχρι σήμερα, εάν δεν είχε γυριστεί το «Ρεμπέτικο» του Κώστα Φέρρη (1983) και δεν είχαν εκπονηθεί οι σχετικές μελέτες των Πετρόπουλου, Καρδαρά, Κουνάδη και άλλων.

Τέλος πάντων, όλα αυτά καλώς ή κακώς ανήκουν στην ιστορία. «Το ρεμπέτικο, κι αυτό είναι γεγονός αναμφισβήτητο, έχει πια επιβάλλει τη δύναμή του, λίγο –πολύ σ’ όλους μας, είτε θετικά, είτε αρνητικά, είτε δηλαδή το παραδεχόμαστε, είτε όχι» (Χατζιδάκις, 1949). Το θέμα είναι πώς μια είδηση για τη διεθνή αναγνώριση του ρεμπέτικου τραγουδιού από την UNESCO μπορεί να αποτελέσει αφορμή πολιτιστικής – πρόσκαιρης έστω – εθνικής ανάτασης, όταν μέσα της κρύβει (ή μάλλον αποκαλύπτει) τις βαθιές ανασφάλειες και τα σύνδρομα κατωτερότητάς μας ως λαού; Για να γίνω πιο σαφής, η UNESCO πρόσφατα ενέταξε το ρεμπέτικο τραγούδι στον κατάλογο για την «Άυλη Πολιτιστική Κληρονομιά της Ανθρωπότητας«, σε μία κορυφαία στιγμή αναγνώρισης της αξίας και της παράδοσης που αντιπροσωπεύει. Να σημειώσουμε πως πρόκειται για το πρώτο γνήσιο ελληνικό μουσικό είδος που συμπεριλαμβάνεται σε αυτή τη λίστα, ενώ έχουν προηγηθεί η Μεσογειακή Δίαιτα, η Παραδοσιακή Μαστιχοκαλλιέργεια στη Χίο, η Τηνιακή Μαρμαροτεχνία και το έθιμο των Μωμόγερων.

Η ανακοίνωση της UNESCO αναφέρει χαρακτηριστικά: «Το ρεμπέτικο αποτελεί μία μορφή μουσικής και πολιτιστικής έκφρασης, η οποία συνδέεται με το τραγούδι και τον χορό. Διαδόθηκε αρχικά στις λαϊκές και εργατικές τάξεις, στις αρχές του 20ού αιώνα. Τα ρεμπέτικα τραγούδια αποτελούσαν μέρος του κλασικού ρεπερτορίου σχεδόν όλων των κοινωνικών εκδηλώσεων, όπου υπήρχε χώρος για χορό και τραγούδι, ενώ λάμβανε χώρα δημόσια, με τους ερμηνευτές να ενθαρρύνουν τη συμμετοχή του κοινού«.

Λίγο παρακάτω επισημαίνεται πως «Το ρεμπέτικο είναι κυρίως μία ζωντανή μουσική παράδοση με ισχυρό καλλιτεχνικό, συμβολικό και ιδεολογικό χαρακτήρα. Αρχικά, το ρεμπέτικο διαδόθηκε μόνο προφορικά, μέσω ζωντανών ερμηνειών, αλλά και μέσω της μαθητείας νεότερων καλλιτεχνών στο πλάι μεγαλύτερων μουσικών και τραγουδιστών. Αυτός ο ανεπίσημος τρόπος μάθησης παραμένει σημαντικός ως τις μέρες μας«.

Και ξαφνικά… εκτιμήσαμε το Ρεμπέτικο; Οι εφημερίδες, οι τηλεοπτικές και ραδιοφωνικές εκπομπές, οι ειδησεογραφικές και πολιτιστικές ιστοσελίδες μιλούν για την παγκόσμια διάκριση του ρεμπέτικου τραγουδιού. Τα ίδια Μέσα που κρατούν αυτό το είδος στην «απ’ έξω» ελέω της προώθησης άλλων πολιτιστικών προϊόντων και – κυρίως – υποπροϊόντων του συρμού. Προτιμότερο δεν είναι να προβάλλω το νέο τραγούδι του Σάκη Ρουβά από την κάλυψη της εκδήλωσης για το ρεμπέτικο τραγούδι στην περίοδο της Κατοχής και του Εμφυλίου πολέμου; Ένα κείμενο για τα νυχτερινά μαγαζιά της Αθήνας τον φετινό χειμώνα δεν θα λάβει υψηλότερη αναγνωσιμότητα – ήτοι περισσότερα click – από εκείνο για τη δίτομη έρευνα για τη ζωή του Μάρκου Βαμβακάρη;

Ωστόσο, όταν ακούσουμε το «Μπράβο» από ξένα χείλη, όταν δούμε την επιβράβευση να έρχεται εκτός συνόρων, τότε όλοι – κουτσοί, στραβοί – σπεύδουμε να υμνήσουμε την πολιτιστική μας ανωτερότητα. Και να σου τα αφιερώματα στον Τσιτσάνη, να σου τα κείμενα για τη λογοκρισία στη ρεμπέτικη δημιουργία, να σου οι λίστες με τα κορυφαία ρεμπέτικα τραγούδια. Αυτό είναι ένα σοβαρότατο σύμπτωμα της νεοελληνικής νοοτροπίας, ένα βαθύ σύμπλεγμα έλλειψης της εθνικής μας αυτοεκτίμησης. «Αφού το αναγνώρισαν οι άλλοι, τότε μάλλον θα αξίζει«. Θα μου πείτε, τι ήταν ο Σεφέρης και ο Ελύτης πριν το Νόμπελ Λογοτεχνίας και τι μετά; Τι ήταν η Νάνα Μούσχουρη στην Ελλάδα πριν τα 300 εκατομμύρια αντίτυπα παγκοσμίως και τι μετά (εδώ εξακολουθεί να με προβληματίζει το «μετά»); Και πιο πρόσφατα, τι ήταν ο Λάνθιμος για την Ελλάδα πριν τον «Κυνόδοντα» (όλοι μας γνωρίζουμε) και τι μετά την υποψηφιότητα στα Oscar;

Ευτυχώς, στην περίπτωση του ρεμπέτικου, η ιστορία έγραψε για αυτό – εκτενέστατα και με χρυσά γράμματα – πολύ πριν την UNESCO και τη διεθνή κοινότητα. Αλίμονο στην ελληνική μουσική εξέλιξη του 20ου αιώνα, εάν ο Παγιουμτζής, η Νίνου και ο Ρεπάνης περίμεναν το 2017 για να αναγνωριστούν. «Η ζωτικότητα καίγεται, η ψυχικότητα αρρωσταίνει, η ωραιότητα παραμένει. Αυτό είναι το ρεμπέτικο» (Χατζηδάκις, 1949). Παρ’ όλα αυτά, εμείς πάντα θα περιμένουμε το ξενόγλωσσο εγκώμιο, το βραβείο «από τα εξωτερικά», όπως έλεγε χαρακτηριστικά και η Γεωργία Βασιλειάδου, για να «ανακαλύψουμε» την Αμερική που έχουμε μέσα στα πόδια μας. Μέσα μας.

Κείμενο: Γιάννης Καρακασίδης (Lavart) 

Κοινοποίηση:

Σχόλια

No more articles
X
Ρητορείες για δύο μόνο παραστάσεις στο θέατρο Φούρνος

Close