The Lighthouse, 2019

Black and white aesthetics: μαυρόασπρες επιλογές

Black and white creates a strange dreamscape that color never can

                                                                                                                              —Jack Antonoff

Οι μαυρόασπρες ταινίες ήταν κάποτε μονόδρομος για όποιον δημιουργό ήθελε να προσφέρει στο κοινό ένας μέρος της φαντασίας και προσωπικής του αντίληψης μιας ιστορίας. Με τον καιρό όμως το μαυρόασπρο φίλτρο κατέστη επιλογή για πολλούς. Προσωπικά θεωρώ τις μαυρόασπρες ταινίες ένα ξεχωριστό mood επικείμενης απόλαυσης. Όταν σκοπεύω να δω μαυρόασπρη ταινία, ο οργανισμός μου μπαίνει σε συγκεκριμένο mode αισθητικής απόλαυσης. Για μένα, είναι ο πρώτος κανόνας για όσους χρειάζονται ένα διάλειμμα από τα χρώματα της πλάσης. Αριστουργηματικές ταινίες όπως το Psycho του Alfred Hitchcock, Οι Δώδεκα Ένορκοι του Sidney Lumet, ο Dr. Strangelove του Stanley Kubrick και χιλιάδες ακόμη ταινίες που παραλείπονται από τη συγκέκριμενη λίστα επιλογών για ευνόητους λόγους· μια λίστα που φιλοδοξεί να στριμώξει λίγες από τις πιο ατμοσφαρικές και σουρρεαλιστικές μαυρόασπρες ταινίες που συνέθεσαν κάποτε κάποιοι μάγοι της Έβδομης Τέχνης.

Pi (π), 1998

Pi (π), 1998

Η ταινία Pi (π) αφηγείται την ιστορία του Max, ενός λαμπρού μαθηματικού, που πιστεύει ότι μοτίβα διέπουν κάθε πτυχή της ανθρώπινης και συμπαντικής ύπαρξης, κάτι που αποπειράται να αποδείξει· κυρίως στον εαυτό του. Αυτή του η εμμονή με τους αριθμούς θα οδηγήσει στην αυτοκαταστροφή του όταν βάλουν το χέρι τους στην τρέλα του και οι επιτήδειοι που ενδιαφέρονται για την έρευνά του. Πρόκειται για την πρώτη ταινία μεγάλου μήκους του Darren Aronofsky, που παρουσιάζονται οι (γνωστές σήμερα) πειραματικές τάσεις του σε πτυχές του κινηματογραφικού φάσματος με σκοπό την εδραίωση ενός προσωπικού στιλ και περιλαμβάνει όλες τις μικρο-θεματικές που σήμερα είναι άμεσα συνδεδεμένες με το όνομά του, όπως ο απομονωμένος χαρακτήρας εγκλωβισμένος σε ένα ψυχεδελικό περιβάλλον, οι περίεργες οπτικές γωνίες λήψης, η εμμονή, τα βιβλικά μοτίβα και η άμμετρη χρήση μοντάζ. Αν επιχειρούσαμε να κάνουμε μία ακόμη σύνοψη χαρακτηριστικών, θα λέγαμε ότι η ταινία είναι ένα έξυπνο και καλά δομημένο ψυχολογικό θρίλερ που βασίζεται στη συναραπαστική διαμάχη Θρησκείας και Επιστήμης προσφέροντάς την στο πιάτο του θεατή μέσω μιας άκρως σουρρεαλιστικής κινηματογράφησης. Με μια φρέσκια προσέγγιση, η ταινία Pi καταφέρνει να προστεθεί στις κλασσικές φιλοσοφικές ταινίες επιστημονικής φαντασίας με την δική της δόση υπαρξιακού τρόμου.

Kiss Me Deadly, 1955

Kiss Me Deadly, 1955

Με μια πρώτη ματιά, η ταινία Kiss Me Deadly του Robert Aldrich μοιάζει με την κορυφή ενός βουνού τοξικής αρρενωπότητας. Όσο όμως ξετυλίγεται η δράση, η ίδια η ταινία αναγνωρίζει την κενότητα του ίδιου της δημιουργημένου ανδροκρατούμενου κόσμου της. Ενός κόσμου φτιαγμένου από άνδρες για άνδρες, και που οι γυναίκες θα θεωρηθούν “υστερικές” αν τολμήσουν να εκφράσουν τις απόψεις τους περί λαθεμένης και μη ουσιαστικής επίγειας ζωής. Δεν πρόκειται για μία νιχιλιστική θεώρηση του κόσμου. Όχι. Απλά μία αντίληψη ότι ο κόσμος δεν είναι ουσιαστικός γιατί κυριαρχούν οι άνδρες που ενδιαφέρονται μόνο για τους εαυτούς τους και τα αυτοκίνητά τους: όπως μας κάνει γνωστό ήδη η Christina από την πρώτη σκηνή του έργου. Στο έργο υπάρχουν και κακοί. Κακοί που είναι πραγματικά σατανικοί: ο ένας είναι σαν τον απόηχο του Εωσφόρου που θέλησε να μάθει την ουσία των πάντων:“What is it we are seeking? Diamonds? Rubies? Gold? Perhaps narcotics. How civilized this world used to be. But as the world becomes more primitive, its treasures become more fabulous”, ενώ ο άλλος, ο οποίος διαθέτει μονάχα τον συνδυασμό θλιμμένου και μελαγχολικού από το φάσμα των ανθρώπινων συναισθημάτων, ακούγεται σαν τον πραγματικό Αντίχριστο μιμούμενος τον Ιησού: “Where I am going it is not possible for you to go.” Εξαιρετικοί διάλογοι — που θυμίζουν την γραφή της Αγγλίδας ρομαντικής ποιήτριας Christina Rossetti — συνδυασμένοι με μία καθηλωτική διεύθυνση φωτογραφίας.

 

Δύο σαιξπηρικά έργα υπό το πρίσμα του Σοβιετικού σκηνοθέτη Grigori Kozintsev

Last and First Men, 2020

Last and First Men, 2020

Δύο δισεκατομμύρια χρόνια από πέρσι η Tilda Swinton θα είναι ένα ηλεκτρονικό άκουσμα, αποτέλεσα της Τεχνιτής Νοημοσύνης, που θα αγναντέυει το μνημειώδες άπειρο. Θα ακούγεται σαν μια φωνή που τρυπά βουνά και ανέμους για να απαγγείλει το αρχιτεκτονικό της ποίημα, το οποίο συνέθεσε για αυτήν και μόνο ο Jóhann Jóhannsson πριν πεθάνει. Η διέυθυνση φωτογραφίας σε μαυρόασπρο 16mm του Sturla Brandth Grøvlen καθιστούν την ταινία ένα παρα-Ταρκοφσκικό μινιμαλιστικό αριστούργημα επιστημονικής φαντασίας. Την ταινία ντύνει η μουσική του σκηνοθέτη, τονίζοντας τη στοιχειωμένη επίγεια ζωή που δεν περιλαμβάνει πια το ανθρώπινο είδος, όπως τουλάχιστον το ξέρουμε. Το όλο εγχείρημα μοιάζει άγνωστο σε εμάς, και απόκοσμο αφού δεν περιλαμβάνει τον ανθρώπινο παράγοντα. Αναπαριστά έναν κόσμο που οι άνθρωποι δεν χρησιμοποιούν τα γραπτά κείμενα, αλλά την ηχογράφηση ως παρακαταθήκη για τις επόμενες γενιές αυτών. Γενιές που δεν είναι γνωστό αν υφίστανται, αφού μπορεί να υπήρξε στο ενδιάμεσο ένας ολικός αφανισμός. Ένας μνημειώδης αντικατροπτισμός ενός προσωπικού ουμανιστικού διαλογισμού από τον Jóhannsson σε ένα εξαιρετικό ντεμπούτο. Πολύ κρίμα που δεν θα έχουμε την ευκαιρία να δούμε παραπάπανω από τον ίδιο.

Faust, Eine Deutsche Volkssage, 1926

Faust, 1926

Ο μερτρ του Γερμανικού Εξπρεσσιονισμού F.W. Murnau, μας παρέδωσε ένα από τα μεγαλύτερα και αντιπροσωπευτικότερα έργα του κινήματος — τον Faust. Η προηγούμενη ταινία του σκηνοθέτη, The Last Laugh, ήταν τόσο πετυχημένη που το studio του έδωσε την ευκαιρία και τα μέσα που χρειαζόταν για να φέρει στη ζωή έναν από τους μεγαλύτερους μύθους της παγκόσμιας λογοτεχνίας. Το αποτέλεσμα ήταν ένα βουβό αριστούργημα επιμελημένο μέχρι και στην τελευταία λεπτομέρεια με ένα score στοιχειωτικό και όμορφο. Πλούσιο σε χρήση των τεχνολογικών μέσων της εποχής (κάτι που καταλαβαίνει κανείς στο αποτέλεσμα) για την καλλιέργεια του υπερφυσικού, το έργο του Johann Wolfgang von Goethe αναπαρίσταται σε όλο του το μεγαλείο. Η ιστορία του Faust είναι γνωστή: η εσωτερική πάλη ενός σοφού πανεπιστήμονα γέροντα που πουλάει την ψυχή του στον Διάβολο (Μεφιστοφελή) προκειμένου να αποκτήσει ξανά νιάτα, ομορφιά και την ευκαιρεία να ερωτευτεί. Ο Faust του Murnau είναι το πιόνι στον πόλεμο μεταξύ Καλού και Κακού σε ένα μελοδραματικό παραμύθι. Η ταινία καταλογίζεται σήμερα στις ταινίες τρόμου της περιόδου του Βωβού Κινηματογράφου. Ωστόσο, είναι κάτι παραπάνω από μία ταινία τρόμου. Ενώ πρόκειται για ένα κλασσικό λογοτεχνικό έργο, η φαντασία του σκηνοθέτη είναι που καθιστά το κινηματογραφικό αποτέλεσμα μνημονεύσιμο. Συνδυάζει παραμυθικά στοιχεία με έναν πρωτόγονο τρόμο δοσμένα μέσω μιας κινηματογραφικής μουσικής αφήγησης, πλούσιας σε οπτικά εφέ, πληθρώρα αντιθέσεων φωτός και σκιάς, grotesque χαρακτήρων και χαρακτηριστικά εξπρεσσιονιστικών σκηνικών· δαιμόνων με μάτια που πετούν σπίθες και στεφανωμένους αγγέλους που πετούν στους τρομακτικούς ουρανούς. Με οδηγούς το στοιχειό και την ατμοσφαιρικότητα, ο Faust είναι μία ταινία που δανείζεται τα «αιχμηρά» λογοτεχνικά στοιχεία των μεγάλων Hugo και Dickens για να τα μετατρέψει σε πιο ήπιες σινεματικές εικονογραφήσεις.

The Lighthouse, 2019

The Lighthouse, 2019

Η δεύτερη ταινία του Robert Eggers αποτελεί το εξωφρενικό αποκορύφωμα της υπέρμετρης και παράλογης αισθητικής που μας «τάισε» με την ανέκφραστη ταινία του VVitch το 2017. Στην παρούσα ταινία, το bromance μεταξύ Dafoe και Pattinson συνδυασμένο με την αχαλίνωτη στύση τους είναι σίγουρα αυτό που δεν περιμέναμε να αξίζουμε. Όσο το εικονογραφημένο δράμα προχωρούσε, θύμιζε όλο και περισσότερο την αισθητική του Lynch: την προσπάθεια μιας λογικής ταξινόμησης ενός ονείρου. Η ιστορία, καθώς και το ίδιο το εγχείρημα, μοιάζει με τον μύθο του Προμηθέα δοσμένο μέσα από τα μάτια ενός νεοαμερικανού καλλιτέχνη που λαμβάνει την φωτιά της Θείας Επιφήτισης για να την παραδώσει στους θνητούς θεατές μέσω του εκτυφλωτικού φάρου του. Ψυχωτικές εμμονές, τρέλα, μύθοι και δοξασίες στο προσκήνιο (γοργόνα), επαναλαμβάνουν τα μοτίβα του Pi — τρεις επιλογές παραπάνω — σε ένα φολκλορικό υπάρχον. Ένα υπάρχον βρώμικο και γλυτζερό μιας ξαναμμένης, καταπιεσμένης και απωθητικά υπαρξιακής ελληνικής τραγωδίας.

The Lighthouse: Μια φωτεινή πηγή παράνοιας.

Hour of the Wolf, 1968

Hour of The Wolf, 1968

Η  ταινία Hour of the Wolf γυρίστηκε αμέσως μετά την δημοφιλή Persona του Ingmar Bergman, με τις δύο ταινίες να παρουσιάζουν αρκετές αναλογίες τόσο φορμαλιστικά όσο και θεματικά. Ξεκινώντας ελαφρώς αδύναμα, η ταινία καταφέρνει να ανεβάσει σταδιακά τους παλμούς της, περνώντας απότομα στη φάση που τίποτα δεν είναι λογικό. Οι σπασμοδικές συμπεριφορές των χαρακτήρων του περιβάλλοντος σκαλίζουν μία ατμόσφαιρα που το μόνο που νιώθει κανείς είναι μια ανεξήγητη ενόχληση και αποστροφή. Το μυαλό του κύριου πρωταγωνιστή αδυνατεί στάλα-στάλα να ξεχωρίσει την πραγματικότητα από την προσωπική του παράνοια καθιστώντας το δεύτερο μισό της ταινίας ένα πανηγυρι φρενίτιδας. Με μια δική του θέση στο τρομακτικό είδος, το σουρρεαλιστικό ψυχολογικό δράμα του Bergman, Hour of the Wolf, συνδυάζει υπνωτικές εικόνες και ανεκδιήγητα όργια φαντασιώσεων, που θα μπορούσαν εύκολα να έχουν αποτελέσει έμπνευση για τη δουλειά του Lynch. Οριζόντια πλάνα με πρόσωπα που κοιτούν τον πρωταγωνιστή και ταυτόχρονα τον θεατή στοιχειώνοντας για πάντα το βλέμμα του, πορτραίτα ψυχωτικών συμπεριφορών που μοιάζουν «φυσιολογικές» και πλήθος παραισθήσεων είναι κάποια από τα χαρακτηριστικά που παρατηρούνται σε αυτό το μεταμεσονύκτιο δείπνο φαντασμάτων.

November, 2017

November, 2017

Η παρούσα επιλογή ξεκινάει με μία αγελάδα να απαγάγεται από ένα σκελετικό ελικοειδές πλάσμα με κεφαλή αγελάδας. Η Εσθονικής παραγωγής ταινία November του Rainer Sarnet έχει μια κύρια ροή που την συνοδεύουν παράλληλες μικρο-πλοκές με θεματικές όπως η μαγεία, οι λυκάνθρωποι και η καθημερινότητα κάποιων χωρικών. Η δυναμική διεύθυνση φωτογραφίας με τα έντονα ατμοσφαιρικά σιωπηλά contrast είναι που κρατάει την θεατή όμηρο. Η αρμονική b&w κινηματογράφηση του Mart Taniel χαρακτηρίζεται από στιγμιαία θαμπά ιμπρεσσιονιστικά πλάνα — σαν σε όνειρο — και ριγέ αχτίδες λευκού φωτός που ξεγλιστρούν ανάμεσα στα μαύρα δέντρα και τις ξύλινες χαμόπορτες. Παρόλη την κατανυκτική αισθητική της που θα ταίριαζε απόλυτα σε μια ταινία τρόμου, η θεματική της υπαινίσσει τις χιουμοριστικές διαθέσεις του δημιουργού της. Το σενάριο αντανακλά τη δουλειά του συγγραφέα Andrus Kivirähk με ισχυρότατες δόσεις Εσθονικών μύθων και παραδόσεων. Οι παράλληλες θεματικές της ταινίας, τσιμπούν το πατρογονικό αίσθημα του καθενός από εμάς, αναπαριστώντας την επέλαση ξένων εισβολών (ο Γερμανός Βαρόνος με την κόρη του) και την γελοιότητα του εθνικισμού και των οργανωμένων χριστιανικών ηγεσιών. Μοιάζει με ένα σκοτεινό σουρρεαλιστικό παραμύθι, όπου ο χρόνος και ο τόπος ανάγονται στο «μια φορά και έναν καιρό σε ένα μακρινό χωριό», οι νεκροί διακρίνονται δύσκολα από τους ζωντανούς και όπου η χρήση της μαγείας είναι δεδομένη.

The Trial, 1962

The Trial, 1962

Πολλές είναι οι λέξεις που ταιριάζουν στην περιγραφή της Δίκης (The Trial) του Orson Welles. Παράλογο. Σουρρεαλιστικό. Με πνοές καταπίεσης. Αυτή που σίγουρα όμως συνοψίζει τα πάντα είναι η λέξη υστερική. Η άμυνα του οργανισμού μας απέναντι σε αυτήν την έκθεση είναι το γέλιο. Με το γέλιο του θεατή, ο Welles πετυχαίνει αυτό που δημιούργησε στον αναγνώστη ο Kafka στο (ομώνυμο) έργο του. Διαθήκη στην οποία συνέβαλε και ο ίδιος ο Perkins, που πρωταγωνιστεί, με μία ακόμη ανεπανάληπτη ερμηνεία. Με νεανικό αέρα και ξύλινες κινήσεις (για τις οποίες ευθύνεται η σωματική του διάπλαση) που παραπέμπουν σε μαριονέτα, μιλάει ακατάπαυστα ως Josef K. από την στιγμή που πέφτει στην υπόληψή του ότι βρίσκεται μπλεγμένος, άθελά του, σε μία παράλογη συντεχνία με σκοπό την επιβεβαίωση της ενοχής του από την οποία προσπαθεί να ξεφύγει. Η συνεχής προσπάθειά του να αποδείξει πως είναι αθώος, συμπορεύεται με μία υποσυνείδητα θαμπή ενοχή. Οι διάλογοι μας τραβούν σε έναν κόσμο που μοιάζει τρομακτικά με τον δικό μας και μας βρίσκει να ουρλιάζουμε στο mute, απεγνωσμένοι γιατί δεν μπορούμε να βρούμε τη σημασία των όσων λέγονται. Η επιδέξια και χαρακτηριστική χρήση οπτικών γωνιών λήψεων του Welles και η χρήση ηχογραφημένων κομματιών είναι από αυτά που συμβάλουν στην καλλιέργεια μιας γνώριμης εξωπραγματικότητας.

Κριτική: Πλην

Europa, 1991

Europa, 1991

Η Europa του Lars Von Trier είναι σίγουρα μια μνημονεύσιμη ταινία. Ακόμη και να μην θυμάται κανείς λεπτομέρειες, σίγουρα θα βρίσκεται σε κάποιο κομμάτι της μνήμης του για πολύ καιρό. Εμπνευσμένη από τα κλασσικά μελοδράματα της χρυσής εποχής του Hollywood και τις τότε film-noir αισθητικές και θεματικές, η ταινία είναι μία γλαφυρή απεικόνιση μιας εποχής πολύ πριν την παραγωγή της που καταφέρνει να ξεγελάσει τον θεατή ώστε να πιστέψει ακριβώς αυτό: ότι πρόκειται για χολυγουντιανή ταινία παραγωγής μεταξύ 40s και 50s. Σκηνές βίας και σκληρού λεξιλογίου συνθέτουν το σκηνικό μιας αιματηρής διάστασης, όπου οι αρετές της νοσταλγίας για τη Χρυσή Εποχή θυσιάστηκαν στον βωμό ενός neo-noir μεταπολεμικού ημερολογίου. Ο πρωταγιστής μας, Leopold Kessler, έχει έρθει στην Αμερική για να βοήθησει στην ανάκαμψη των Γερμανών αμέσως μετά του τέλος του Β’ Π.Π. Στην υπόθεση συναντάμε Ναζί που δρουν υπόγεια· θεματική με την οποία μπορείς να κάνεις πολλά. Και ο Trier τα κάνει, με κάποια να είναι η έγχρωμη παλέτα σε συγκεκριμένα frames που εμπεριέχουν υψηλά επίπεδα συναισθηματισμού και η οικοιοποίηση του θεατή με το χωροχρονικό της ταινίας και την συμπάθεια προς τον πρωταγωνιστή μέσω της καθαρής και σταθερής λήψης -σε αντίθεση με την ταινία του Epidemic-. Γενναίος αρκετά, ο Trier, υπέγραψε με το δικό του μοναδικό καλειδοσκοπικό focus μια ταινία-σταθμό του νεότερου κινηματογράφου που επικροτεί το μαυρόασπρο ανοιγοκλείσιμο του ματιού.

The Cremator, 1969

The Cremator, 1969

Η ταινία The Cremator του Juraj Herz είναι ένας περίπλοκος κόμπος ιδιορρυθμιών και αιχμηρών –κοφτών- αισθητικών και στιλιστικών επιλογών κινηματογράφησης. Στα τέλη του 1930 κάπου στην Τσεχοσλοβακία, αναπαρίσταται με κάθε τρόπο η οπτική της μακάβριας ανθρώπινης φύσης και το πώς αυτή μπορεί να φιξαριστεί σε ένα απολυταρχικό πολιτικό ιδεώδες, το οποίο ακολουθεί η πνευματική εξιλέωση. Πνευματική εξιλέωση και συνθήκες εφιάλτη συγκροτούν το πίσω κείμενο που καθοδηγεί το μπροστά -την κάθε ανεκδιήγητη πράξη του ηθοποιού Rudolf Hrušínský σε μια εξουθενωτικά ανατριχιαστική ερμηνεία μιας προσωποκεντρικής ιστορίας που δομήθηκε με επίκεντρο τις εξπρεσιονιστικές αναλαμπές παράνοιας του χαρακτήρα του. Η ταινία καταφέρνει να δώσει στον θεατή μία μαυρόασπρη ρεαλιστική μελέτη της σκληρότητας όλων αυτών των ανθρώπων που, στο όνομα της αγνής θεϊκής υπηρεσίας, ονομάζουν τις παραισθήσεις τους «σκοπό» και καταφεύγουν σε απάνθρωπες πράξεις που εδώ καδράρονται στον πίνακα της ανόδου του φασισμού, σε ένα έργο-ύμνο στους σωτήρες αυτού του κόσμου.

 

Διαβάστε εδώ περισσότερα κινηματογραφικά αφιερώματα

 

Δείτε επίσης 

10 ταινίες για να χαρτογραφήσουμε τον αστερόεντα Ουρανό

 

Κείμενο: Διμηνίδης Δανιήλ (Lavart)

 

Πηγές κειμένων: Αφιερώματα σε IMDb και Criterion Collection

Πηγές εικόνων: Εξώφυλλο, 1, 2, 3, 3 1/2, 4, 5, 6, 7, 8

➔ Δείτε όλες τις τελευταίες ειδήσεις και όλα τα πιο πρόσφατα άρθρα της Lavart στο lavart.gr

Κοινοποίηση

Share on facebook
Share on twitter
Share on linkedin
Share on whatsapp
Share on email

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΑΚΟΜΗ