Πέντε παράθυρα, ένας καιρός: ο σύγχρονος εαυτός υπό πίεση. Οι επιλογές μας κυμαίνονται από τα τελευταία δοκίμια του Σοπενχάουερ όπου ο γηραιός πεσιμιστής (1788-1860) αξιολογεί τη ζωή με ψυχρολουσία, έως το ηφαιστειακό δόγμα του Νίκου Καζαντζάκη στην Ασκητική (Salvatores Dei, πρώτη έκδοση το 1927), που ρίχνει τον αναγνώστη ανάμεσα στην άβυσσο και την ανάβαση και τον προκαλεί να εναρμονίσει τα αντίθετα.
Το έργο του Έριχ Φρομ «Η φυγή από την ελευθερία» (1941) αναλύει αυτό που ο ίδιος αποκαλεί «σαδομαζοχιστική» φυγή από την ατομικότητα, μια ακτινογραφία της ψυχής την ίδια στιγμή που η μαζική πολιτική έμαθε να χρησιμοποιεί τον φόβο ως όπλο. Με το έργο του Φραντς Κάφκα «Η μεταμόρφωση» (1915), η παραβολή γίνεται κυριολεκτική: ένας πωλητής ξυπνά ως παράσιτο και ανακαλύπτει ότι η πιο τρομακτική γραφειοκρατία είναι το βλέμμα των οικείων του.
Το βιβλίο του Έρμαν Έσσε «Ο λύκος της στέπας» (1927) προσφέρει έναν συνοδευτικό χάρτη για την κρίση: ένα ημερολόγιο πόνου που εξακολουθεί να πιστεύει στην πιθανότητα του γέλιου και στον καθρέφτη που μας κρατούν οι άλλοι.
Δύο επιπλέον σημεία αναφοράς εμβαθύνουν το επιχείρημα. Στη σκηνή του «Μεγάλου Ιεροεξεταστή» στο έργο του Ντοστογιέφσκι «Οι Αδελφοί Καραμάζοφ» (1880), η ελευθερία τίθεται σε δίκη. Το ψωμί, το θαύμα και η εξουσία μας δελεάζουν να παραιτηθούμε από την ευθύνη. Και το έργο του Τζορτζ Όργουελ «1984» (1949) μας υπενθυμίζει ότι η ίδια η γλώσσα μπορεί να περιοριστεί μέχρι να μαραθεί η σκέψη – η «Νέα Γλώσσα» ως μηχανισμός διαμόρφωσης οριζόντων.
Διαβάζοντας μαζί αυτά τα αποσπάσματα, σκιαγραφείται μια ενιαία ιστορία: η μοναξιά ως κίνδυνος και πόρος, η ελευθερία ως βάρος και κληρονομικό δικαίωμα, η ταυτότητα ως κάτι που πρέπει να συντεθεί, όχι απλώς να ανακαλυφθεί.
3 «εύκολα» βιβλία για να διαβάσεις που απαντούν σε μεγάλα «γιατί»
5 αποσπασμάτα από τα αγαπημένα μας βιβλία
Άρθουρ Σοπενχάουερ – Η τέχνη να επιβιώνεις
Κάθε προικισμένος άνθρωπος, κάθε άνθρωπος που δεν ανήκει στα θλιβερά 5/6 της ανθρωπότητας που είναι εκ φύσεως μειονεκτικά, όταν περάσει τα σαράντα είναι δύσκολο να μη δείξει κάποια στοιχεία μισανθρωπισμού.
Γιατί κρίνοντας απ’ τον εαυτό του, έχει καταλήξει στα συμπεράσματά του σχετικά με τους άλλους κι έχει ανακαλύψει πως σε ό,τι αφορά το κεφάλι αλλά και την καρδιά, πολλές φορές μάλιστα και τα δύο, έχει φτάσει σ’ ένα επίπεδο που οι άλλοι αδυνατούν να φτάσουν, γι’ αυτό και αποφεύγει την οποιαδήποτε σχέση μαζί τους.
Για τον ίδιο λόγο, ο καθένας αγαπάει ή μισεί τη μοναξιά του, με άλλα λόγια την παρέα με τον εαυτό του, ανάλογα με το πόσο αξίζει ο ίδιος.
Όταν είμαστε νέοι, ό,τι και να μας λένε οι άλλοι, θεωρούμε πως η ζωή είναι ατέλειωτη και χρησιμοποιούμε τον χρόνο μας απερίσκεπτα -όσο μεγαλώνουμε όμως, αρχίζουμε να κάνουμε οικονομία. Γιατί προς τα τέλη της ζωής μας, κάθε μέρα που ζούμε μας προκαλεί μια αίσθηση που μοιάζει μ’ αυτήν που έχει σε κάθε του βήμα ο εγκληματίας, όταν τον πάνε στο ικρίωμα.
Όσο περισσότερο ζούμε, τόσο λιγότερα γεγονότα μάς φαίνονται σημαντικά, ή αρκετά σπουδαία, για να θέλουμε να τα θυμόμαστε αργότερα, να τα κρατήσουμε δηλαδή σταθερά στη μνήμη μας: γι’ αυτό και μόλις περάσουν, τα ξεχνάμε. Περνάει λοιπόν ο χρόνος έτσι, χωρίς ν’ αφήνει ίχνη.
Όσο μεγαλώνουμε, ζούμε με όλο και λιγότερη συνείδηση. Τα πράγματα έρχονται και παρέρχονται χωρίς να μας κάνουν εντύπωση· σαν ένα έργο τέχνης που το έχουμε δει χιλιάδες φορές: κάνουμε αυτό που πρέπει να κάνουμε και μετά δεν ξέρουμε αν το έχουμε κάνει ή όχι. Και καθώς η ζωή γίνεται όλο και πιο ασυναίσθητη, επιταχύνεται και η γενικότερη ασυνειδησία, οπότε η ζωή περνάει όλο και πιο γρήγορα.
Γενικά μπορεί κανείς να πει ότι τα πρώτα σαράντα χρόνια της ζωής μάς δίνουν το κείμενο, τα επόμενα τριάντα τα σχόλια πάνω στο κείμενο, τα οποία μας επιτρέπουν να καταλάβουμε για πρώτη φορά σωστά το νόημα, τις αναφορές, τα ηθικά διδάγματα και τις λεπτές έννοιες του κειμένου.
Προς τα τέλη της ζωής, συμβαίνει κάτι ανάλογο μ’ αυτό που γίνεται στο τέλος ενός χορού μεταμφιεσμένων: πέφτουν οι μάσκες. Τότε βλέπεις καθαρά ποιους ακριβώς είχες συναναστραφεί στη διάρκεια της ζωής σου. Γιατί τότε βγαίνουν οι χαρακτήρες των ανθρώπων πραγματικά στο φως, οι πράξεις έχουν επιτέλους καρποφορήσει, τα επιτεύγματα έχουν σωστά εκτιμηθεί και καθετί το ψεύτικο έχει γκρεμιστεί.
Δεν υπάρχει καμία αμφιβολία ότι γενικά, και ανεξάρτητα από τις επιμέρους συνθήκες και τις ιδιαιτερότητες, η νιότη χαρακτηρίζεται από μια κάποια μελαγχολία και θλίψη, ενώ τα γηρατειά αντίθετα χαρακτηρίζονται από μια σχετική ευθυμία: και ο λόγος γι’ αυτό δεν είναι άλλος απ’ το γεγονός ότι ο νέος υπηρετεί δουλικά τον δαίμονα εκείνο, που δεν τον αφήνει ούτε στιγμή ήσυχο.
Στο ίδιο αίτιο μπορεί να αποδοθεί σχεδόν κάθε δυστυχία που καταδυναστεύει ή απειλεί τον άνθρωπο. Ο ηλικιωμένος όμως είναι χαρούμενος και γαλήνιος, μοιάζει με κάποιον που μετά από πολλά χρόνια έχει απαλλαγεί από τα δεσμά του και κινείται πια ελεύθερα.
Από την άλλη μεριά ωστόσο πρέπει να ειπωθεί ότι, όταν σβήνει το σεξουαλικό ένστικτο, χάνεται ο πραγματικός πυρήνας της ζωής, και το μόνο που μένει είναι το κέλυφος· η ζωή δηλαδή μοιάζει με μια κωμωδία, που ξεκινάει με κανονικούς ηθοποιούς και μετά συνεχίζει να παίζεται μέχρι το τέλος από κούκλες που έχουν φορέσει τα ρούχα των ανθρώπων.
(Άρθουρ Σοπενχάουερ – Η τέχνη να επιβιώνεις, εκδόσεις Γνώση)
Νίκος Καζαντζάκης, Ασκητική (απόσπασμα)
Ερχόμαστε από μια σκοτεινή άβυσσο· καταλήγουμε σε μια σκοτεινή άβυσσο· το μεταξύ φωτεινό διάστημα το λέμε Ζωή.
Ευτύς ως γεννηθούμε, αρχίζει κι η επιστροφή· ταυτόχρονα το ξεκίνημα κι ο γυρισμός· κάθε στιγμή πεθαίνουμε. Γι’ αυτό πολλοί διαλάλησαν: Σκοπός της ζωής είναι ο θάνατος.
Μα κι ευτύς ως γεννηθούμε, αρχίζει κι η προσπάθεια να δημιουργήσουμε, να συνθέσουμε, να κάμουμε την ύλη ζωή· κάθε στιγμή γεννιούμαστε. Γι’ αυτό πολλοί διαλάλησαν: Σκοπός της εφήμερης ζωής είναι η αθανασία.
Στα πρόσκαιρα ζωντανά σώματα τα δυο τούτα ρέματα παλεύουν: α) ο ανήφορος, προς τη σύνθεση, προς τη ζωή, προς την αθανασία·
β) ο κατήφορος, προς την αποσύνθεση, προς την ύλη, προς το θάνατο.
Και τα δυο ρέματα πηγάζουν από τα έγκατα της αρχέγονης ουσίας. Στην αρχή η ζωή ξαφνιάζει· σαν παράνομη φαίνεται, σαν παρά φύση, σαν εφήμερη αντίδραση στις σκοτεινές αιώνιες πηγές· μα βαθύτερα νιώθουμε: η Ζωή είναι κι αυτή άναρχη, ακατάλυτη φόρα του Σύμπαντου.
Αλλιώς, πούθε η περανθρώπινη δύναμη που μας σφεντονίζει από το αγέννητο στο γεννητό και μας γκαρδιώνει· φυτά, ζώα, ανθρώπους· στον αγώνα; Και τα δυο αντίδρομα ρέματα είναι άγια.
Χρέος μας λοιπόν να συλλάβουμε τ’ όραμα που χωράει κι εναρμονίζει τις δυο τεράστιες τούτες άναρχες, ακατάλυτες Ορμές· και με τ’ όραμα τούτο να ρυθμίσουμε το στοχασμό μας και την πράξη.
(πηγή: Νίκος Καζαντζάκης, Ασκητική. Salvatores Dei, χ.ε.ο., Αθήνα 1962, σ. 9-10 & 91-95)
Έριχ Φρομ – «Ο Φόβος μπροστά στην ελευθερία»
Δεν υπάρχει αμφιβολία πώς, ως προς τις πρακτικές συνέπειες, η επιθυμία να εξαρτιέσαι ή να υποφέρεις είναι αντίθετο της επιθυμίας να κυριαρχείς ή να κάνεις τους άλλους να υποφέρουν.
Ψυχολογικά όμως και οι δύο τάσεις είναι αποτέλεσμα μιας βασικής ανάγκης που πηγάζει από την ανικανότητα ανοχής της μοναξιάς και της αδυναμίας του εγώ.
Προτείνω να ονομαστεί η επιδίωξη που βρίσκεται στη βάση του σαδισμού και του μαζοχισμού συμβίωση.
Η συμβίωση, με την ψυχολογική της έννοια, σημαίνει τη συνένωση ενός ατομικού εγώ με ένα άλλο εγώ (ή μια άλλη δύναμη έξω από το εγώ) με τέτοιο τρόπο ώστε καθένα από τα εγώ να χάνει την ακεραιότητα του και καθένα να αλληλοεξαρτιέται απόλυτα από το άλλο.
Το σαδιστικό πρόσωπο έχει ανάγκη το αντικείμενο του, το ίδιο όπως το και το μαζοχιστικό έχει ανάγκη από το δικό του.
Μόνο που αντί να αναζητήσει τη σιγουριά με το να απορροφηθεί, την κερδίζει απορροφώντας κάποιον άλλον.
Και στις δυο περιπτώσεις η ακεραιότητα του ατομικού εγώ χάνεται.
Στη μια περίπτωση διαλύω το εγώ μου μέσα σε μια εξωτερική δύναμη. Χάνω το εγώ.
Στην άλλη περίπτωση, μεγαλώνω το εγώ μου, κάνοντας ένα άλλο πρόσωπο μέρος του εαυτού μου και έτσι αποκτώ τη δύναμη που μου έλειπε σαν ανεξάρτητο εγώ.
Σε όλες τις περιπτώσεις στην παρόρμηση για τη δημιουργία σχέσης συμβίωσης με κάποιον άλλο οδηγεί η ανικανότητα να υποφέρει κανείς τη μοναξιά του ατομικού του εγώ.
Αυτό κάνει πρόδηλους τους λόγους για τους οποίους η σαδιστική και η μαζοχιστική τάση συμπλέκονται η μια πάντα με την άλλη.
Μολονότι στην επιφάνεια παρουσιάζονται σαν αντιφάσεις, στην ουσία πηγάζουν από την ίδια βασική ανάγκη.
Οι άνθρωποι δεν είναι σαδιστές ή μαζοχιστές, αλλά υπάρχει μια σταθερή διακύμανση ανάμεσα στην ενεργητική και στην παθητική πλευρά του συμπλέγματος διαβίωσης, ώστε είναι συχνά δύσκολο να καθορίσουμε ποια πλευρά του συμπλέγματος αυτού ενεργεί σε δοσμένη στιγμή.
Και στις δύο περιπτώσεις η ελευθερία και η ατομικότητα χάνονται.
Συχνά και όχι μόνο στη λαική χρήση, ο σαδικομαζοχισμός μπερδεύεται με τον έρωτα.
Ιδιαίτερα τα σαδικομαζοχιστικά φαινόμενα ερμηνεύονται σαν ερωτικές εκδηλώσεις.
Η στάση πλήρους αυταπάρνησης για το χατίρι ενός άλλου και η παράδοση των απαιτήσεων σου σ’ ένα άλλον εξυμνούνται σαν παραδείγματα «μεγάλου έρωτα».
Φαίνεται πως δεν υπάρχει καλύτερη απόδειξη «αγάπης» από τη θυσία και την προθυμία να παραδοθείς για χατίρι του αγαπημένου σου προσώπου.
Στην πραγματικότητα σ’ αυτές τις περιπτώσεις η «αγάπη» είναι ουσιαστικά μαζοχιστική επιθυμία που πηγάζει από την ανάγκη συμβίωσης του ενδιαφερόμενου προσώπου.
Αν λέγοντας έρωτα εννοούμε την ένωση δύο ανθρώπων πάνω στη βάση της ανεξαρτησίας και της ακεραιότητας των ενδιαφερόμενων προσώπων, τότε ο μαζοχισμός και ο έρωτας είναι αντίθετα.
Ο έρωτας βασίζεται στην ισότητα και την ελευθερία.
Αν βασίζεται στην υποταγή και την απώλεια της ακεραιότητας του ενός συντρόφους είναι μαζοχιστική εξάρτηση, ανεξάρτητα από το αν η σχέση έχει λογική μορφή.
Ο σαδισμός επίσης εμφανίζεται συχνά κάτω από τη μάσκα του έρωτα.
Η κυριαρχία ενός άλλου, ο ισχυρισμός πως το να εξουσιάζεις κάποιον το κάνεις για το καλό του, εμφανίζεται συχνά σαν έκφραση αγάπης, ενώ ο ουσιαστικός παράγοντας είναι η χαρά της κυριαρχίας.
Φραντς Κάφκα, Μεταμόρφωση (απόσπασμα)
Όταν ο Γκρέγκορ Σάμσα ξύπνησε ένα πρωινό από κακό όνειρο, βρέθηκε στο κρεβάτι του μεταμορφωμένος σε γιγάντια κατσαρίδα. Ήτανε ξαπλωμένος ανάσκελα, πάνω στη σκληρή ράχη του που ‘μοιζε με πανοπλία κι όταν σήκωνε λιγάκι το κεφάλι του μπορούσε να δει την τουρλωτή καφετιά κοιλιά του που ‘τανε χωρισμένη σε σκληρές καμπυλωτές δίπλες και που μόλις συγκρατούσε τα σκεπάσματά του για να ξεγλιστρήσουν τελείως από πάνω του. Τα πολυάριθμα ποδάρια του, που ήταν αξιοθρήνητα λεπτά σε σύγκριση με το υπόλοιπο κορμί του, ταλαντεύονταν ανήμπορα μπροστά στα μάτια του.
Τί μου συνέβη; Συλλογίστηκε. Όνειρο, δεν ήταν. Η κάμαρή του, μια συνηθισμένη ανθρώπινη κρεβατοκάμαρη, μόνο κομμάτι πιο μικρή απ’ το κανονικό, κειτόταν ήσυχη ανάμεσα στους τέσσερις γνώριμους τοίχους της. Πάνω απ’ το τραπέζι, όπου ήταν σκορπισμένα ανάκατα κάτι δείγματα από υφάσματα —ο Σάμσα ήταν περιοδεύων πωλητής—, κρεμόταν η εικόνα που ‘χε κόψει τελευταία από ‘να εικονογραφημένο περιοδικό που την είχε βάλει σε μιαν όμορφη επίχρυση κορνίζα. Η εικόνα παρίστανε μια κυρία με γούνινο καπέλο και γούνινη εσάρπα, που καθόταν στητή κι άπλωνε προς το μέρος του θεατή ένα πελώριο γούνινο μανσόν που μέσα του χανόταν ολόκληρο το χέρι της απ’ τον αγκώνα και κάτω.
Τα μάτια του Γκρέγκορ γύρισαν έπειτα στο παράθυρο και ο συννεφιασμένος ουρανός —θαρρείς πως άκουγες τις στάλες της βροχής να χτυπάνε στο περβάζι του παραθύρου— τον έριξε σε βαριά μελαγχολία. Γιατί να μην κοιμηθώ λιγάκι περισσότερο και να λησμονήσω όλες ετούτες τις ανοησίες, συλλογίστηκε αυτό όμως δεν μπορούσε να το κάνει, γιατί είχε συνηθίσει να κοιμάται γυρισμένος προς τα δεξιά και τώρα, στην κατάσταση που βρισκόταν, ήταν αδύνατο να στρίψει. Όσο κι αν πάσχισε να στρίψει προς το δεξί του πλευρό, δεν τα κατάφερε· ξανακυλούσε πάλι στ’ ανάσκελα. Δοκίμασε τουλάχιστον εκατό φορές, έκλεινε τα μάτια για να μη βλέπει τις αγωνιώδεις κινήσεις των ποδιών του και τα παράτησε μόνον όταν άρχισε να νιώθει στο πλευρό έναν απροσδιόριστο πόνο, που ίσαμε τότε του ήταν άγνωστος.
Θεέ μου, συλλογίστηκε, τί εξοντωτική δουλειά πήγα και διάλεξα!
(πηγή: Φραντς Κάφκα, Η μεταμόρφωση, μτφ. Βασίλης Τομανάς, Εκδοτική Θεσσαλονίκης, Θεσσαλονίκη 1996, σ. 5-6)
Έρμαν Έσσε, Ο Λύκος της Στέππας (Απόσπασμα)
«Όποιος έχει γευτεί εκείνες τις μέρες… με τον φριχτό πονοκέφαλο που ριζώνει πίσω απ’ τις κόρες των ματιών και σε κάνει – σε κάνει να καταριέσαι φρικτά κάθε κίνηση του ματιού και του αυτιού από απλή ευχαρίστηση στον πόνο. Όποιος λοιπόν γεύτηκε αυτές τις μέρες της κόλασης, είναι ευχαριστημένος με μέρες κοινές σαν τη σημερινή και γεμάτος ευγνωμοσύνη κάθεται δίπλα στη ζεστή σόμπα…
Και ποιος έψαχνε στα χαλάσματα της ζωής του κάποιο νόημα, ποιος υπέφερε το φαινομενικά ανόητο, ποιος ζούσε το φαινομενικά τρελό, ποιος ήλπιζε μυστικά μέσα στο τελικό χάος να βρει την αποκάλυψη και την ύπαρξη του Θεού;
Όχι, δεν ήταν, για τίποτα που πέρασε δεν ήταν κρίμα. Κρίμα είναι μόνο για το σήμερα και το τώρα, για όλες αυτές τις αμέτρητες ώρες και μέρες που έχανα, που υπέφερα μόνο, και οι οποίες ούτε δώρα έφερναν ούτε συγκινήσεις.
Είμαι περίεργος να δω πόσα μπορεί ν’ αντέξει ένας άνθρωπος. Όταν φτάσω τα όρια της αντοχής, το μόνο που θα κάνω είναι ν’ ανοίξω την πόρτα και θά ‘χω σωθεί.
Να ζεις στον κόσμο σαν να μην ήταν ο κόσμος, να τηρείς τους νόμους κι όμως να είσαι υπεράνω τους, να κατέχεις ”σαν να μην κατέχεις”, ν’ απαρνιέσαι σαν να μην ήταν άρνηση.
Επειδή είμαι κάτι σαν καθρέφτης σου, γιατί υπάρχει μέσα μου κάτι που σε νιώθει και σου δίνει μια απάντηση. Και θα’ πρεπε κανονικά, όλοι οι άνθρωποι να είναι τέτοιοι καθρέφτες και να επικοινωνούν έτσι ο ένας με τον άλλον.»
Φιοντόρ Ντοστογιέφσκι, «Αδελφοί Καραμαζόφ» (Απόσπασμα)
Θέλεις να πας στον κόσμο και πηγαίνεις μ’ αδειανά τα χέρια, με κάποια υπόσχεση ελευθερίας που οι άνθρωποι με την ηλιθιότητά τους και με την έμφυτή τους διαφθορά δεν μπορούν ούτε καν να την κατανοήσουν, που τη φοβούνται και τη σκιάζονται γιατί τίποτα και ποτέ δεν υπήρξε για τον άνθρωπο και την ανθρώπινη κοινωνία πιο αφόρητο απ’ την ελευθερία! Ενώ, βλέπεις αυτές τις πέτρες μέσα σε τούτη τη γυμνή πυραχτωμένη έρημο; Κάνετες ψωμιά κι η ανθρωπότητα θα τρέξει πίσω Σου σαν κοπάδι, γεμάτη ευγνωμοσύνη κι υπακοή, αν και πάντα θα τρέμει από φόβο πως θα μπορούσες ν’ αποτραβήξεις το χέρι Σου και να πάψεις να τους δίνεις τα ψωμιά Σου. Μα Συ δε θέλησες να στερήσεις απ’ τον άνθρωπο την ελευθερία κι απέρριψες την προσφορά γιατί σκέφτηκες: Τι ελευθερία θ’ ναι αυτή όταν η υπακοή θα εξαγοραστεί με ψωμιά;
(Πηγή από το βιβλίο «Αδελφοί Καραμαζόφ». Από το κεφάλαιο «Μέγας Ιεροεξεταστής» (Μετάφραση: Άρης Αλεξάνδρου – Εκδόσεις ΓΚΟΒΟΣΤΗ)
Τζορτζ Όργουελ – 1984 (Απόσπασμα)
«Διάβασα μερικά από τα άρθρα τα οποία γράφεις πού και πού στους Τάιμς. Είναι αρκετά καλά, αλλά είναι μεταφράσεις. Κατά βάθος, θα προτιμούσες να παραμείνεις πιστός στην Παλαιά Ομιλία, μ’ όλη την αοριστολογία της και τις άχρηστες αποχρώσεις των εννοιών. Δεν συλλαμβάνεις την ομορφιά της καταστροφής των λέξεων. Το ξέρεις ότι η Νέα Ομιλία είναι η μόνη γλώσσα στον κόσμο που το λεξιλόγιό της λιγοστεύει κάθε χρόνο;»
Ο Γουίνστον το ήξερε, φυσικά. Χαμογέλασε συγκαταβατικά, έτσι τουλάχιστον έλπιζε, μιας και δεν είχε εμπιστοσύνη στον εαυτό του για να μιλήσει. Ο Σάιμ δάγκωσε άλλη μια μπουκιά από το μαυριδερό ψωμί, μάσησε γρήγορα και εξακολούθησε:
«Δεν βλέπεις ότι ο όλος σκοπός της Νέας Ομιλίας είναι να στενέψει τα όρια της σκέψης; Στο τέλος θα κάνουμε κυριολεκτικά αδύνατο το έγκλημα της σκέψης, γιατί δεν θα υπάρχουν λέξεις για να τις εκφράσει κανείς. Κάθε γενική έννοια που μπορεί ποτέ να χρειαστεί θα καλύπτεται από μια μόνο λέξη, το νόημα της οποίας θα είναι αυστηρά καθορισμένο και όλες οι παραπλήσιές της έννοιες θα έχουν εκλείψει και ξεχαστεί. Ήδη, στην Ενδέκατη Έκδοση, δεν απέχουμε πολύ απ΄ αυτό το σημείο. Αλλά η διαδικασία θα συνεχίζεται και πολύ αργότερα, όταν εσύ κι εγώ θα ‘χουμε πεθάνει. Κάθε χρόνο θα έχουμε ολοένα και λιγότερες λέξεις, και οι ορίζοντες της συνείδησης ολοένα και θα στενεύουν.»
Διαβάστε περισσότερα παρακάτω:
Μαλβίνα Κάραλη: «Ποιά χωρίζει σήμερα, γυναίκα; Μια εξαισίως …»
Μίλαν Κούντερα: «Ο έρωτας αρχίζει από τη στιγμή που μια γυναίκα εγγράφεται …στην ποιητική μας μνήμη»
Ρεμπώ: Γιατί το «υπέροχο καθίκι» της γαλλικής ποίησης μάς πρότεινε να εξεγερθούμε ;









