Υπάρχει μια συγκεκριμένη ώρα, κάπου ανάμεσα στις τρεις και τις τέσσερις τα ξημερώματα, όπου η λογική υποχωρεί μπροστά στη σαρωτική δύναμη της μνήμης και η οθόνη του κινητού γίνεται το μοναδικό φως σε ένα δωμάτιο γεμάτο σιωπή.
Είναι η στιγμή που ένας στίχος, διαβασμένος τυχαία ή ανασυρμένος από το βάθος του ασυνειδήτου, λειτουργεί ως ο τελικός καταλύτης για εκείνη την παρορμητική κίνηση που το επόμενο πρωί θα μοιάζει με ηρωισμό ή με απόλυτη πανωλεθρία. Η ποίηση, άλλωστε, ποτέ δεν υπήρξε μια στατική τέχνη για βιβλιοθήκες είναι μια ζωντανή, ηλεκτρική εκκένωση που βρίσκει διέξοδο μέσα από την ψηφιακή μας μοναξιά.
Σε αυτό το άρθρο, ανατέμνουμε έξι ποιητικά αριστουργήματα που έχουν την ιδιότητα να καταργούν τις άμυνές μας. Είναι τα ποιήματα εκείνα που δίνουν σχήμα στην ανείπωτη επιθυμία, που μετατρέπουν τον λυρικό παροξυσμό σε μια σύντομη, τρεμάμενη πρόταση και μας ωθούν να πατήσουμε το «αποστολή», αδιαφορώντας για τις συνέπειες. Από την ωμή ειλικρίνεια του Καβάφη μέχρι την ευαισθησία της Πλάθ, αυτά είναι τα κείμενα που ευθύνονται για τις πιο όμορφες, επικίνδυνες και ειλικρινείς μεταμεσονύχτιες εξομολογήσεις μας.
Κώστας Καρυωτάκης
Αντίθεσις

Όταν το θείο γέλιο σου στα χείλη σου ανθίζει
κι αστράφτει μες στα μάτια σου η κάθε ηδονή,
όταν την ώρια σου μορφή τρελή χαρά στολίζει
και ξεφωνίζεις εύθυμα, γλυκιά μου καστανή,
τότε εγώ ο δύστυχος, του έρωτος ρημάδι,
σε δάκρυα τον πόνο μου αφήνω να ξεσπά·
το κάθε τι μου φαίνεται μαύρο σαν το σκοτάδι
και λέω με παράπονο: «Άλλονε αγαπά».
Ντίνος Χριστιανόπουλος
Ἑνός λεπτοῦ σιγή

Ἐσεῖς ποὺ βρήκατε τὸν ἄνθρωπά σας
κι ἔχετε ἕνα χέρι νὰ σᾶς σφίγγει τρυφερά,
ἕναν ὦμο ν᾿ ἀκουμπᾶτε τὴν πίκρα σας,
ἕνα κορμὶ νὰ ὑπερασπίζει τὴν ἔξαψή σας,
κοκκινίσατε ἄραγε γιὰ τὴν τόση εὐτυχία σας,
ἔστω καὶ μία φορά;
Εἴπατε νὰ κρατήσετε ἑνὸς λεπτοῦ σιγή
γιὰ τοὺς ἀπεγνωσμένους;
Μαρία Πολυδούρη
Μόνο γιατί μ’αγάπησες

Δεν τραγουδώ παρά γιατί μ’ αγάπησες
στα περασμένα χρόνια.
Και σε ήλιο, σε καλοκαιριού προμάντεμα
και σε βροχή, σε χιόνια,
δεν τραγουδώ παρά γιατί μ’ αγάπησες.
Μόνο γιατί με κράτησες στα χέρια σου
μια νύχτα και με φίλησες στο στόμα,
μόνο γι’ αυτό είμαι ωραία σαν κρίνο ολάνοιχτο
κ’ έχω ένα ρίγος στην ψυχή μου ακόμα,
μόνο γιατί με κράτησες στα χέρια σου.
Μόνο γιατί τα μάτια σου με κύτταξαν
με την ψυχή στο βλέμμα,
περήφανα στολίστηκα το υπέρτατο
της ύπαρξής μου στέμμα,
μόνο γιατί τα μάτια σου με κύτταξαν.
Μόνο γιατί όπως πέρναα με καμάρωσες
και στη ματιά σου να περνάη
είδα τη λυγερή σκιά μου, ως όνειρο
να παίζει, να πονάη,
μόνο γιατί όπως πέρναα με καμάρωσες.
Γιατί, μόνο γιατί σε σέναν άρεσε
γι’ αυτό έμεινεν ωραίο το πέρασμά μου.
Σα να μ’ ακολουθούσες όπου πήγαινα,
σα να περνούσες κάπου εκεί σιμά μου.
Γιατί, μόνο γιατί σε σέναν άρεσε.
Μόνο γιατί μ’ αγάπησες γεννήθηκα,
γι’ αυτό η ζωή μου εδόθη.
Στην άχαρη ζωή την ανεκπλήρωτη
μένα η ζωή πληρώθη.
Μόνο γιατί μ’ αγάπησες γεννήθηκα.
Μονάχα για τη διαλεχτήν αγάπη σου
μου χάρισε η αυγή ρόδα στα χέρια.
Για να φωτίσω μια στιγμή το δρόμο σου
μου γέμισε τα μάτια η νύχτα αστέρια,
μονάχα για τη διαλεχτήν αγάπη σου.
Μονάχα γιατί τόσο ωραία μ’ αγάπησες
έζησα, να πληθαίνω
τα ονείρατά σου, ωραίε που βασίλεψες
κ’ έτσι γλυκά πεθαίνω
μονάχα γιατί τόσο ωραία μ’ αγάπησες.
Κωνσταντίνος Καβάφης
Επέστρεφε

Επέστρεφε συχνά και παίρνε με,
αγαπημένη αίσθησις επέστρεφε και παίρνε με—
όταν ξυπνά του σώματος η μνήμη,
κ’ επιθυμία παληά ξαναπερνά στο αίμα·
όταν τα χείλη και το δέρμα ενθυμούνται,
κ’ αισθάνονται τα χέρια σαν ν’ αγγίζουν πάλι.
Επέστρεφε συχνά και παίρνε με την νύχτα,
όταν τα χείλη και το δέρμα ενθυμούνται…
Για νάρθουν
Ένα κερί αρκεί. Το φως του το αμυδρό
αρμόζει πιο καλά, θάναι πιο συμπαθές
σαν έρθουν της Aγάπης, σαν έρθουν η Σκιές.
Ένα κερί αρκεί. Η κάμαρη απόψι
να μη έχει φως πολύ. Μέσα στην ρέμβην όλως
και την υποβολή, και με το λίγο φως —
μέσα στην ρέμβην έτσι θα οραματισθώ
για νάρθουν της Aγάπης, για νάρθουν η Σκιές.
Τάσος Λειβαδίτης
Αυτό το αστέρι είναι για όλους μας

Ναι, αγαπημένη μου.
Πολύ πριν να σε συναντήσω εγώ σε περίμενα.
Πάντοτε σε περίμενα.
Αλήθεια εκείνη η άνοιξη, εκείνο το πρωινό,εκείνη η απλή κάμαρα
της ευτυχίας,
αυτό το σώμα σου που κράταγα πρώτη φορά γυμνό,
αυτά τα δάκρυα που δεν μπόρεσα στο τέλος να κρατήσω
πόσο σου πήγαιναν.
Α, θάθελα να φιλήσω τα χέρια του πατέρα σου,
της μητέρας σου τα γόνατα που σε γέννησαν για μένα
να φιλήσω όλες τις καρέκλες
που ακούμπησες περνώντας με το φόρεμά σου,
να κρύψω σαν φυλακτό στον κόρφο μου
ένα μικρό κομμάτι απ’ το σεντόνι που κοιμήθηκες.
Θα μπορούσα ακόμα και να χαμογελάσω
στον άντρα που σ’ έχει δει γυμνή
πριν από μένα,
να του χαμογελάσω,
που του δόθηκε μια τόση ατέλειωτη ευτυχία.
Γιατί εγώ, αγαπημένη, σου χρωστάω κάτι πιο πολύ απ’ τον έρωτα,
εγώ σου χρωστάω το τραγούδι και την ελπίδα,
τα δάκρυα και πάλι την ελπίδα.
Στην πιο μικρή στιγμή μαζί σου, έζησα όλη τη ζωή.
Γιάννης Ρίτσος
Ωδή στον έρωτα

Και εσύ έρωτα
εκατόφυλλο πορφυρό μου ρόδο
που γεννήθηκες μέσα από τις φλόγες ,
σαν έκαιγαν οι άπιστοι
μια νύχτα δίχως σελήνη
την Άγια Τράπεζα
όπου φύλαγαν οι θνητοί
τα μυστικά της καρδιάς τους ,
γίνε το κάλεσμα της μούσας
και η ηχώ που ταξιδεύει
στα άηχα μονοπάτια της σιωπής μου ,
όταν ο σκοτεινός καβαλάρης
θα καλπάζει στην πολιτεία των άστρων
και το αίμα πέταλα φωτιάς θα σκορπά
στις φλέβες του φεγγαριού
την άγια εκείνη στιγμή
που η μια ψυχή ψάχνει την άλλη
την ώρα που ρέει ο πόθος
σαν κρασί σε χρυσοκέντητο βενετσιάνικο ποτήρι









