Σε έναν κόσμο που συχνά μοιάζει να στεγνώνει από νόημα, η ποίηση παραμένει το τελευταίο καταφύγιο του απόλυτου.
Δεν είναι απλώς λέξεις σε χαρτί είναι η απόπειρα του ανθρώπου να ονοματίσει το ανώνυμο ρίγος που νιώθει μπροστά στον άλλον. Από τη σκοτεινή μελαγχολία του Καρυωτάκη μέχρι το φωτεινό ανθρωπισμό του Βρεττάκου και τη λαϊκή μεταφυσική του Γκάτσου, ο έρωτας δεν περιγράφεται ως μια απλή συναισθηματική κατάσταση, αλλά ως μια οντολογική ανατροπή. Είναι η στιγμή που το «εγώ» γκρεμίζεται για να δώσει τη θέση του σε κάτι μεγαλύτερο, πιο καθαρό και, ενίοτε, πιο οδυνηρό.
Ακολουθεί μια περιήγηση σε πέντε εμβληματικές στιγμές της ερωτικής γραφής, εκεί όπου το σκοτάδι υποχωρεί μπροστά στην «αχτίδα» της παρουσίας του αγαπημένου προσώπου.
Τελικά, μήπως δεν είσαι ερωτευμένος; Η οφθαλμαπάτη της Λιμερεντίας και τα αιμοβόρα ρομάντζα
5 ποιήματα για τον έρωτα
Κώστας Καρυωτάκης – Αγάπη (1896-1928)
Σε αυτό το πρώιμο ποίημά του, ο Καρυωτάκης απομακρύνεται για λίγο από τον γνωστό σαρκασμό και την απαισιοδοξία του. Εδώ, ο έρωτας εμφανίζεται ως λυτρωτική εισβολή. Ο ποιητής αυτοπροσδιορίζεται ως «σκοτάδι» και «κατάξερο ασφοδίλι» (το λουλούδι των νεκρών κατά τη μυθολογία), υποδηλώνοντας μια πνευματική νέκρωση. Η εμφάνιση της αγαπημένης δεν είναι απλώς μια γνωριμία, είναι μια κοσμογονική αλλαγή: η «αχτίδα» της δίνει ζωή στο ξερό χώμα της ύπαρξής του. Είναι η σπάνια στιγμή που ο Καρυωτάκης επιτρέπει στον εαυτό του να «γελάσει», αναγνωρίζοντας στον έρωτα τη δύναμη της ανάστασης.
“Κι ήμουν στο σκοτάδι. Κι ήμουν το σκοτάδι.
Και με είδε μια αχτίδα.
Δροσούλα το ιλαρό το πρόσωπό της
κι εγώ ήμουν το κατάξερο ασφοδίλι.
Πώς μ’ έσεισε το ξύπνημα μιας νιότης,
πώς εγελάσαν τα πικρά μου χείλ
Κ.Π. Καβάφης (1863-1933) -Έπος καρδίας
Εδώ ο νεαρός Καβάφης, σε μια γλώσσα που φέρει ακόμη τον απόηχο του ρομαντισμού της εποχής, καταγράφει την απόλυτη ανάγκη της εγγύτητας. Το ποίημα ξεπερνά τα λόγια («μη με ομιλής αν θέλης») και εστιάζει στην καθαρή παρουσία. Για τον Καβάφη, η αγάπη είναι ένας καθρέφτης: ο ερωτευμένος βλέπει τη χαρά του να αντανακλάται στα μάτια του άλλου. Η κατακλείδα «να σε βλέπω μοναχά» αποτελεί την υπέρτατη παραδοχή της ερωτικής υποταγής, όπου η οπτική επαφή και μόνο αρκεί για να νοηματοδοτήσει το σύμπαν του ποιητή.
“Μετά σου το παν, νομίζω, προσηνές με μειδιά,
στον καθρέπτη των ματιών σου την χαράν αντανακλά.
Στάσου, φως μου, και ακόμη δεν σε είπα τα μισά
απ’ εκείνα που πιέζουν την ερώσαν μου καρδιά
και στα χείλη μου ορμούνε με μια μόνη σου ματιά.
Μη με ομιλής αν θέλης, μη με πης γοητευτικά
λόγια αγάπης και λατρείας. Φθάνει να ’σαι εδώ κοντά,
να σε λέγω πως σε θέλω, να σ’ εγγίζω, την δροσιά
του πρωιού που αναπνέεις ν’ αναπνέω· κι αν και αυτά
υπερβολικά τα βρίσκης, να σε βλέπω μοναχά!”
Νικηφόρος Βρεττάκος (1912-1991) – Το καθαρότερο πράγμα της δημιουργίας
Για τον Βρεττάκο, ο έρωτας δεν είναι μια ιδιωτική υπόθεση, αλλά μια κοσμική ηθική. Σε μια εκπληκτική σύγκριση, ο ποιητής υποστηρίζει ότι η αγάπη υπερέχει ακόμα και από τα πιο αγνά στοιχεία της φύσης το χιόνι των Άλπεων ή το φως του ουρανού. Γιατί; Γιατί η φύση μπορεί να λερωθεί, ενώ η αληθινή αγάπη είναι η μόνη «λευκή έκταση» που ακτινοβολεί από μέσα προς τα έξω. Είναι η απόλυτη εξύμνηση του ανθρώπου: το θαύμα δεν βρίσκεται στα άστρα, αλλά στην ικανότητά μας να αγαπάμε, μετατρέποντας τις «πληγές» μας σε πηγές φωτός.
“Δεν ξέρω, μα δεν έμεινε καθόλου σκοτάδι.
Ο ήλιος χύθηκε μέσα μου από χίλιες πληγές.
Και τούτη τη λευκότητα που σε περιβάλλω
δε θα τη βρεις ούτε στις Άλπεις, γιατί αυτός ο αγέρας
στριφογυρνά ως εκεί ψηλά και το χιόνι λερώνεται.
Και στο λευκό τριαντάφυλλο βρίσκεις μια ιδέα σκόνης.
Το τέλειο θαύμα θα το βρεις μοναχά μες στον άνθρωπο:
λευκές εκτάσεις που ακτινοβολούν αληθινά
στο σύμπαν και υπερέχουν. Το πιο καθαρό πράγμα λοιπόν της δημιουργίας
δεν είναι το λυκόφως, ούτε ο ουρανός που καθρεφτίζεται μες στο ποτάμι,
ούτε ο ήλιος πάνω στης μηλιάς τ’ άνθη.
Είναι η αγάπη.”
Ντενίς Λέβερτοφ (1923-1997) – Ύμνος στο θεό Έρωτα
Η Λέβερτοφ προσεγγίζει τον Έρωτα με μια ιεροτελεστική, σχεδόν θρησκευτική ευλάβεια. Εδώ ο Έρωτας είναι ένας «νυσταγμένος θεός» που έχει τη δύναμη να σταματήσει τον χρόνο («βράδυνε τους τροχούς της σκέψης μου»). Η ποιήτρια ζητά την υπέρβαση της ύλης· θέλει οι εραστές να γίνουν «μορφές φλόγας και καπνού», υποδηλώνοντας ότι ο αληθινός πόθος μεταμορφώνει τη σάρκα σε πνεύμα. Είναι μια έκκληση για την επιστροφή στο «ιερό», εκεί όπου ο άλλος δεν είναι απλώς ένα σώμα, αλλά μια αποκάλυψη που βλέπεις για πρώτη φορά μέσα στο σούρουπο.
“Ω Έρωτα, εσύ που σιωπηλά χαμογελάς, άκουσέ με.
Άσε τη σκιά της φτερούγας σου
να μ’ ακουμπήσει.
Άφησε την παρουσία σου
να με τυλίξει, σαν το σκοτάδι
να ‘ταν κύκνου πούπουλα.
Άσε με να δω το σκοτάδι αυτό
με τη λάμπα στο χέρι,
τον τόπο αυτό να γίνεται
άλλος τόπος, ο ιερός του πόθου.
Νυσταγμένε θεέ,
βράδυνε τους τροχούς της σκέψης μου
για ν’ ακούω μόνο
το χιονένιο σου θρόισμα
σαν με κυκλώνεις.
Κλείσε με μαζί με τον αγαπημένο μου
στον κλοιό- καπνό της δύναμής σου,
για να γίνουμε, ο ένας για τον άλλο,
μορφές φλόγας,
μορφές καπνού,
μορφές σάρκας
πρωτοειδομένες μες στο σούρουπο.”
Νίκος Γκάτσος (1911-1992) – Χάρτινο το φεγγαράκι
Πίσω από την απλότητα αυτών των στίχων, που έγιναν παγκόσμιο σύμβολο μέσα από τη μουσική του Μάνου Χατζιδάκι, κρύβεται μια βαθιά φιλοσοφική αλήθεια, η αγάπη ως δημιουργός της πραγματικότητας. Ο Γκάτσος λέει πως ο κόσμος είναι «χάρτινος» και «ψεύτικος» (μια σκηνογραφία) χωρίς την πίστη του άλλου προσώπου. Η υποκειμενική ματιά της αγάπης είναι αυτή που δίνει «σάρκα και οστά» στα πράγματα. Χωρίς την αγάπη, ο κόσμος δεν είναι μόνο πιο σκοτεινός, είναι κυριολεκτικά «πιο μικρός», φτωχότερος και στενάχωρος. Η αγάπη είναι η μόνη δύναμη που μπορεί να μετατρέψει το χάρτινο φεγγάρι σε αληθινό φως.
“Θα φέρει η θάλασσα πουλιά
κι άστρα χρυσά τ’ αγέρι
να σου χαϊδεύουν τα μαλλιά,
να σου φιλούν το χέρι.
Χάρτινο το φεγγαράκι,
ψεύτικη ακρογιαλιά,
αν με πίστευες λιγάκι
θα `ταν όλα αληθινά.
Δίχως τη δική σου αγάπη
δύσκολα περνά ο καιρός.
Δίχως τη δική σου αγάπη
είναι ο κόσμος πιο μικρός.”
Ζούμε στην καλύτερη εποχή της ιστορίας και μπορούμε να το αποδείξουμε!









