Στην αρένα της σάρκας και του πεπρωμένου. Κάτω από τον ανελέητο ήλιο που ματώνει τα σύννεφα του Σορόκου και πάνω στα λιθάρια τούτης της γης, που μυρίζουν βούρκο και ιδρώτα, ο άνθρωπος στέκει μετέωρος. Είναι ένα κτήνος παράξενο, προικισμένο με την κατάρα της νοημοσύνης, που πασχίζει να χωρέσει την απεραντοσύνη της επιθυμίας του μέσα στα στενά όρια της φθαρτής του σάρκας.
Ο Μ. Καραγάτσης δεν υπήρξε ποτέ ένας γλυκανάλατος παραμυθάς. Υπήρξε ένας ανατόμος της ψυχής που κράτησε το νυστέρι με χέρι σταθερό, χωρίς να φοβηθεί το αίμα. Στο έργο του, ο έρωτας δεν είναι ρομάντζο, αλλά χρέος βιολογικό και μάχη εξουσίας. Η Ελλάδα δεν είναι ένα ειδυλλιακό καρτ-ποστάλ, αλλά ένας τόπος όπου ο εγωκεντρισμός συγκρούεται με το πεπρωμένο.
Στις γραμμές που ακολουθούν, θα συναντήσετε την ουσία της σκέψης του: τον ήχο του κύματος που ρυθμίζει τους χτύπους της καρδιάς, την οσμή του ούζου που χαρίζει τη φρεναπάτη της παντοδυναμίας και τη διαρκή συνειδητοποίηση πως, ανάμεσα στη «χίμαιρα» και την πραγματικότητα, ο άνθρωπος παραμένει ένας αιώνιος παλαιστής.
11 αποφθέγματα του Μ. Καραγάτση.
1.“Ο γδούπος του κύματος, που ‘ σπαζε σε ισόχρονα διαστήματα κάτω απ’ το παράθυρο, μετρούσε το ρυθμό των συνουσιών τους. Οι ηχηρές ριπές του μελτεμιού μπλέχτηκαν με τα βογγητά των στέρνων τους. Κι ο μεγάλος φλοίσβος της αναταραγμένης θάλασσας συνόδεψε το λυγμό του υπέρτατου κορυφώματος με το βοερό αχό του που γέμιζε τα πάντα, ως τα ουράνια.”
2.“Κι ο Μίχαλος συλλογιζόταν τους ανθρώπους: τους Έλληνες, που αποφάσισαν όλοι μαζί να λευτερωθούν από τον Τούρκο, και σκλαβώθηκαν στον τρισχειρότερο τύραννο, τον εγωκεντρισμό τους.”
3.“Μα είμαι άνθρωπος. Συνδυάζω την κορυφαία χυδαιότητα με την κορυφαία νοημοσύνη.”
4.“Ήπιε τρία, τέσσερα ούζα απανωτά. Δεν ήταν συνηθισμένος, ζαλίστηκε. Η λιγούρα του έδωσε τη φρεναπάτη πώς ήταν το ασάλευτο κέντρο ενός κόσμου που λικνοζόταν. Ο θόρυβος απ’ τα ζάρια, απ’ τα πούλια πήρε αναγλυφικότητατρομακτική. οι ομιλίες των πελατών κυλούσαν με τον κυματιστό βρόντο των κεραυνών…”
5.“Γκρεμίστηκαν οι ναοί της καρδιάς μας και τίποτα δεν μπορούμε να χτίσουμε πάνω στα ρημάδια.”
6.”Ο έρωτας είναι ένα χρέος προς τη φύση που σ’ έπλασε.
7.“Έχω δεθεί με τα λιθάρια, με το χώμα, με το βούρκο τούτης της γης. Είμαι ένα κτήνος, που παλεύει να χορτάσει τις φυσιολογικές του ανάγκες: τροφή, συνουσία, ματαιοδοξία…”
8.“Ο ήλιος ξεπροβάλλοντας από το πέλαγο, μάτωσε τα σύννεφα του Σορόκου. Ταραγμένη βαθιά, η θάλασσα δεν ήθελε να φωτιστεί. Τα οργισμένα σπλάχνα της είχαν ρουφήξει το σκοτάδι της νύχτας και το κρατούσαν πεισματικά.”
9.“Παιδί μου, η δυστυχία σαν έρθει, έρχεται σιγά-σιγά· μα δεν σταματάει. Έρχεται ως το τέλος…”
10.“Όταν τα χείλη μας δε θα λένε πια το «ακόμα», μόνο θα λεν τη λέξη «πια», τότε μπορεί να υπάρχει χρόνος ακόμα, αλλά ίσως να είν’ αργά πια”
11.“Έλιωσαν από επιθυμία τα κορμιά μας, φλογίστηκαν από εγωισμό οι ψυχές μας, σπάραξαν από γλύκα οι σάρκες μας κι έσπειραν το Χάρο παντού, παντού, παντού… Όχι, δεν τον αγάπησα. Μονάχα ορέχτηκα να εξουσιάσω το κρέας και την ψυχή του.”
Η αναζήτηση της ανθρώπινης επαφής ανάμεσα στα ερείπια του Καμύ









