Το Πάσχα, η μεγαλύτερη γιορτή της Χριστιανοσύνης, κατέχει μια ξεχωριστή και πολυδιάστατη θέση στην ελληνική λογοτεχνική παράδοση.
Εκτός από μια θρησκευτική επέτειος, αλλά ένα βαθύ πολιτισμικό βίωμα που πλέκεται άρρηκτα με τον ερχομό της Άνοιξης, την εθνική ταυτότητα, τον ανθρώπινο πόνο και την ακατάλυτη ελπίδα για ζωή.
Η παρούσα συλλογή συγκεντρώνει μερικές από τις πιο εμβληματικές φωνές της ελληνικής ποίησης, προσφέροντας ένα μωσαϊκό προσεγγίσεων στο θείο Δράμα και το χαρμόσυνο μήνυμα της Ανάστασης. Μέσα από τους στίχους των Διονυσίου Σολωμού, Κωστή Παλαμά, Κώστα Βάρναλη και Κικής Δημουλά, ο αναγνώστης καλείται σε ένα οδοιπορικό που διατρέχει τους αιώνες και τις διαφορετικές ποιητικές σχολές, αποκαλύπτοντας την οικουμενικότητα και τη διαρκή επικαιρότητα αυτών των ημερών.
Πώς μίλησαν για τη Μεγάλη Παρασκευή τρεις από τους μεγαλύτερους Έλληνες λογοτέχνες ;
Κική Δημουλά – «Πάσχα στο φούρνο»
Βέλαζε το κατσίκι επίμονα βραχνά.
Άνοιξα το φούρνο με θυμό τί φωνάζεις είπα
σε ακούνε οι καλεσμένοι.
Ο φούρνος σου δεν καίει, βέλαξε
κάνε κάτι αλλιώς θα μείνει νηστική
χρονιάρα μέρα η ωμότητά σας.
Έβαλα μέσα το χέρι μου. Πράγματι.
Παγωμένο το μέτωπο τα πόδια ο σβέρκος
το χορτάρι η βοσκή τα κατσάβραχα
η σφαγή.
Διονύσιος Σολωμός – «Η ημερα της Λαμπρης»
Καθαρώτατον ήλιο επρομηνούσεΤης αυγής το δροσάτο ύστερο αστέρι,
Σύγνεφο, καταχνιά, δεν απερνούσε
Τ’ ουρανού σε κανένα από τα μέρη∙
Και από ’κει κινημένο αργοφυσούσε
Τόσο γλυκό στο πρόσωπο τ’ αέρι, Που λες και λέει μες στης καρδιάς τα φύλλα:
Γλυκειά η ζωή κι ο θάνατος μαυρίλα. Χριστός Ανέστη! Νέοι, γέροι και κόρες,
Όλοι, μικροί μεγάλοι, ετοιμαστείτε∙
Μέσα στες εκκλησίες τες δαφνοφόρες
Με το φως της χαράς συμμαζωχτείτε∙ Ανοίξτε αγκαλιές ειρηνοφόρες
ομπροστά στους Αγίους και φιληθείτε∙
Φιληθείτε γλυκά χείλη με χείλη,
Πέστε: Χριστός Ανέστη, εχθροί και φίλοι. Δάφνες εις κάθε πλάκα έχουν οι τάφοι.
Και βρέφη ωραία στην αγκαλιά οι μανάδες∙
Γλυκόφωνα κοιτώντας τες ζωγραφι- σμένες εικόνες, ψάλλουνε οι ψαλτάδες∙
Λάμπει το ασήμι, λάμπει το χρυσάφι,
Από το φως που χύνουνε οι λαμπάδες∙
Κάθε πρόσωπο λάμπει απ’ τ’ αγιοκέρι,
οπού κρατούνε οι Χριστιανοί στο χέρι. Βγαίνει, γιατί στα σωθικά του ανάφτει,
Και για πρώτο απαντά τον νεκροθάφτη. Κανείς δεν του μιλεί, και δεν του δίνει
Το φιλί το γλυκό που φέρνει ειρήνη. Πάντα χτυπάει, σαν νάλπιζε εκεί κάτω
Ν’ αγροικηθεί στης κόλασης τον πάτο.
Κωστής Παλαμάς – «Γιορτές» (απόσπασμα)
Η νύχτα των Παθών, αγία Παρασκευή μεγάλη, θυμάσαι; Οι κράχτες βροντεροί του δρόμου και χουγιάζουν «Ώρα, ώρα για την εκκλησιά!» Τα σήμαντρα σωπαίναν, μήπως ταράξουν του Ιησού τον ύπνο ολογυρμένου στων επιτάφιων τα χρυσά τα σάβανα που οι βιόλες χλωμές και τα τριαντάφυλλα τα κοκκινοπλουμίζαν. Θυμάσαι; Η νύχτα των Παθών μα και τ’ Απρίλη η νύχτα της χώρας όλα, νόμιζες, να βουβαθούν γυρεύαν θρήσκα και κατανυχτικά, τη σιγαλιά να κάμουν μια προσφορά ευλαβική προς του Κυρίου τα Πάθη. Και μοναχά δε σώπαινε στο περιβόλι μέσα με τη δικούλα του εκκλησιά, με τη λατρεία δική του, πιστός και ιερουργός Θεού ψηλότερου απ’ όλους, τ’ αηδόνι. Η νύχτα των Παθών, μα και τ’ Απρίλη η νύχτα. Διάπλατες πέρα οι εκκλησιές ολόφωτες και φτάναν απ’ τ’ ανοιχτά παράθυρα στα σπίτια μας οι θρήνοι σεμνοί κι αντιθρηνούσανε στου χριστιανού τα χείλη: «Ζωή εν τάφω… Έαρ γλυκύ… Γλυκύτατόν μου τέκνον..» Μπρος στην πεζούλα του σπιτιού, της γειτονιάς μελίσσι κι εμείς, αγόρια αγίνωτα κι αστάλωτες παιδούλες, ο ύπνος δε μας έπαιρνε, προσμέναμε την ώρα της εκκλησιάς…Κωστής Παλαμάς – «Το τροπαριο της Κασσιανης»
Κύριε, γυναίκα αμαρτωλή, πολλάπολλά, θολά, βαριά τα κρίματά μου.
Μα Κύριε, πως η θεότης Σου μιλά,
μέσ’ στην καρδιά μου! Κύριε, προτού σε κρύψ’ η εντάφια γη
από τη δροσαυγή λουλούδια πήρα
κι απ’ της λατρείας την τρίσβαθη πηγή
σου φέρνω μύρα. Οίστρος με σέρνει ακολασίας … Νυχτιά
σκοτάδι, αφέγγαρο, ανάστερο με ζώνει,
το σκοτάδι της αμαρτίας, φωτιά
με καίει, με λιώνει. Εσύ που από τα πέλαα τα νερά
τα υψώνεις νέφη, πάρε τα Έρωτά μου,
κυλάνε, είναι ποτάμια φλογερά
τα δάκρυά μου. Γείρε σ’ εμέ. Η ψυχή μου πως πονεί!
Δέξου με Εσύ που δέχτηκες και γείραν
άφραστα ως εδώ κάτου οι ουρανοί
και σάρκα επήραν. Στ’ άχραντά Σου πόδια, βασιλιά
μου Εσύ, θα πέσω και θα στα φιλήσω
και με της κεφαλής μου τα μαλλιά
θα στα σφουγγίσω. Τ’ άκουσεν η Εύα μέσ’ στο αποσπερνό
της παράδεισος φως ν’ αντιχτυπάνε,
κι αλαφιασμένη κρύφτηκε … Πονώ,
σώσε, έλεος κάνε. Ψυχοσώστ’ οι αμαρτίες μου λαός
τ’ αξεδιάλυτα ποιός θα ξεδιαλύσει;
Αμέτρητό Σου το έλεος, ο Θεός!
Άβυσσο η κρίση.
Κώστας Βάρναλης – «Η μανα του Χριστου»
Πώς οι δρόμοι ευωδάνε με βάγια στρωμένοι, ηλιοπάτητοι δρόμοι και γύρο μπαξέδες! Η χαρά της γιορτής όλο και πιότερο αξαίνει και μακριάθε βογγάει και μακριάθε ανεβαίνει. Τη χαρά σου, Λαοθάλασσα, κύμα το κύμα, των αλλώνε τα μίση καιρό τήνε θρέφαν κι αν η μαύρη σου κάκητα δίψαε το κρίμα, να που βρήκε το θύμα της, άκακο θύμα! Α! πώς είχα σα μάνα κ’ εγώ λαχταρήσει (ήταν όνειρο κ’ έμεινεν, άχνα και πάει) σαν και τ’ άλλα σου αδέλφια να σ’ είχα γεννήσει κι από δόξες αλάργα κι αλάργ’ από μίση! Ενα κόκκινο σπίτι σ’ αυλή με πηγάδι… και μια δράνα γιομάτη τσαμπιά κεχριμπάρι… νοικοκύρης καλός να γυρνάς κάθε βράδυ, το χρυσό, σιγαλό και γλυκό σαν το λάδι. Κι αμ’ ανοίγεις την πόρτα με πριόνια στο χέρι, με τα ρούχα γεμάτα ψιλό ροκανίδι, (άσπρα γένια, άσπρα χέρια) η συμβία περιστέρι ν’ ανασαίνει βαθιά τ’ όλο κέδρον αγέρι. Κι αφού λίγο σταθείς και το σπίτι γεμίσει τον καλό σου τον ίσκιο, Πατέρα κι Αφέντη, η ακριβή σου να βγάνει νερό να σου χύσει, ο ανυπόμονος δείπνος με γέλια ν’ αρχίσει. Κι ο κατόχρονος θάνατος θα ᾽φτανε μέλι και πολλή φύτρα θα ᾽φηνες τέκνα κι αγγόνια καθενού και κοπάδι, χωράφι κι αμπέλι, τ’ αργαστήρι εκεινού, που την τέχνη σου θέλει. Κατεβάζω στα μάτια τη μαύρην ομπόλια, για να πάψει κι ο νους με τα μάτια να βλέπει… Ξεφαντώνουν τ’ αηδόνια στα γύρο περβόλια, λεϊμονιάς σε κυκλώνει λεπτή μοσκοβόλια. Φεύγεις πάνου στην άνοιξη, γιε μου καλέ μου, Ανοιξή μου γλυκιά, γυρισμό που δεν έχεις. Η ομορφιά σου βασίλεψε κίτρινη, γιέ μου, δε μιλάς, δεν κοιτάς, πώς μαδιέμαι, γλυκέ μου! Καθώς, κλαίει, σαν της παίρνουν το τέκνο, η δαμάλα, ξεφωνίζω και νόημα δεν έχουν τα λόγια. Στύλωσέ μου τα δυο σου τα μάτια μεγάλα: τρέχουν αίμα τ’ αστήθια, που βύζαξες γάλα. Πώς αδύναμη στάθηκε τόσο η καρδιά σου στα λαμπρά Γεροσόλυμα Καίσαρας να μπεις! Αν τα πλήθη αλαλάζανε ξώφρενα (αλιά σου!) δεν ήξεραν ακόμα ούτε ποιο τ’ όνομά σου! Κει στο πλάγι δαγκάναν οι οχτροί σου τα χείλη… Δολερά ξεσηκώσανε τ’ άγνωμα πλήθη κι όσο η γήλιος να πέσει και νάρθει το δείλι, το σταβρό σου καρφώσαν οι οχτροί σου κ’ οι φίλοι. Μα γιατί να σταθείς να σε πιάσουν! Κι ακόμα, σα ρωτήσανε: “Ποιος ο Χριστός;” τι πες “Να με”! Αχ! δεν ξέρει, τι λέει το πικρό μου το στόμα! Τριάντα χρόνια παιδί μου δε σ’ έμαθ’ ακόμα! Κωστής Παλαμάς «Το Τραγουδι του Σταυρου» Κ’ έγυρ’ Εκείνος το άχραντο κεφάλι και ξεψύχησεστο μαύρο το κορμί μου απάνου·
άστρα γινήκαν τα καρφιά του μαρτυρίου του, άστραψα
κι από τα χιόνια πιο λευκός τα αιώνια του Λιβάνου. Οι καταφρονεμένοι μ’ αγκαλιάσανε
και σα βουνά και σα Θαβώρ υψώθηκαν εμπρός μου·
οι δυνατοί του κόσμου με κατάτρεξαν
γονάτισα στον ήσκιο μου τους δυνατούς του κόσμου. Τον κόσμο αν εμαρμάρωσα, τον κόσμο τον ανάστησα,
στά πόδια μου άγγελοι οι Καιροί, γύρω μου σκλάβες οι Ώρες.
Δείχνω μια μυστική Χαναάν στα γαλανά υπερκόσμια·
μα εδώ πατρίδες πάναγνες είσαστ’ εσείς, τρεις Χώρες! Ω πρώτη εσύ, Ιερουσαλήμ! του βασιλιά προφήτη σου
μικρή είν’ η άρπα για να ειπή τη νέα μεγαλωσύνη.
Του Σολομώντα σου ο ναός μ’ αντίκρυσε, και ράγισε·
καινούργια δόξα ντύθηκαν της Ιουδαίας οι κρίνοι. Κ’ ύστερα υψώθηκα σ’ εσένα, ω Πόλη, εφτάλοφο όραμα,
κ’ έγινα φως των ουρανών, το θάμα του Ιορδάνη,
τους Κωνσταντίνους φώτισα και τους Ηράκλειους δόξασα,
και τρικυμίες δεν έσβησαν εμέ, μηδέ Σουλτάνοι. Και ύστερα, ταξιδευτής, ήρθα σ’ εσένα, ασύγκριτη,
Αθήνα, των ωραίων πηγή, των εθνικών κορώνα,
τον άγνωστο έφερα Θεό, και, απόκοτος, αψήφησα
την πολεμόχαρη Παλλάδα μεσ’ τον Παρθενώνα. Και γνώρισα τους ιλαρούς θεούς και στεφανώθηκα
την αγριλιά της Αττικής, τη δάφνη απ’ την Ελλάδα,
και ω λόγος πρωταγροίκητος! του Γολγοθά το σύγνεφο
πήρε την άσπρη ομηρική του Ολύμπου λαμπεράδα. Τα είδωλα τ’ αφρόντιστα και τα πασίχαρα έφυγαν,
αλλ’ ούτε πια μεθάει τη γη το ασκητικό μεθύσι,
ας λάμπη η μυστική χαρά στα γαλανά υπερκόσμια·
ειν’ εδώ κάπου μια ζωή, και είν’ άξια για να ζήσει. Με τα κλαδιά της φοινικιάς νέα ωσαννά λαχτάρισα
σ’ εσένα, ω Γη Πανάγια και ω πρώτη μου πατρίδα.
Σ’ εσέ γυρνώ, Ιερουσαλήμ, κ’ ένα τραγούδι φέρνω σου·
Είναι πλασμένο από ψυχή και από φωνή Ελληνίδα!
Κική Δημουλά – «Πάσχα στο φούρνο»
Βέλαζε το κατσίκι επίμονα βραχνά.
Άνοιξα το φούρνο με θυμό τί φωνάζεις είπα
σε ακούνε οι καλεσμένοι.
Ο φούρνος σου δεν καίει, βέλαξε
κάνε κάτι αλλιώς θα μείνει νηστική
χρονιάρα μέρα η ωμότητά σας.
Έβαλα μέσα το χέρι μου. Πράγματι.
Παγωμένο το μέτωπο τα πόδια ο σβέρκος
το χορτάρι η βοσκή τα κατσάβραχα
η σφαγή.
Διονύσιος Σολωμός – «Η ημερα της Λαμπρης»
Καθαρώτατον ήλιο επρομηνούσεΤης αυγής το δροσάτο ύστερο αστέρι,
Σύγνεφο, καταχνιά, δεν απερνούσε
Τ’ ουρανού σε κανένα από τα μέρη∙
Και από ’κει κινημένο αργοφυσούσε
Τόσο γλυκό στο πρόσωπο τ’ αέρι, Που λες και λέει μες στης καρδιάς τα φύλλα:
Γλυκειά η ζωή κι ο θάνατος μαυρίλα. Χριστός Ανέστη! Νέοι, γέροι και κόρες,
Όλοι, μικροί μεγάλοι, ετοιμαστείτε∙
Μέσα στες εκκλησίες τες δαφνοφόρες
Με το φως της χαράς συμμαζωχτείτε∙ Ανοίξτε αγκαλιές ειρηνοφόρες
ομπροστά στους Αγίους και φιληθείτε∙
Φιληθείτε γλυκά χείλη με χείλη,
Πέστε: Χριστός Ανέστη, εχθροί και φίλοι. Δάφνες εις κάθε πλάκα έχουν οι τάφοι.
Και βρέφη ωραία στην αγκαλιά οι μανάδες∙
Γλυκόφωνα κοιτώντας τες ζωγραφι- σμένες εικόνες, ψάλλουνε οι ψαλτάδες∙
Λάμπει το ασήμι, λάμπει το χρυσάφι,
Από το φως που χύνουνε οι λαμπάδες∙
Κάθε πρόσωπο λάμπει απ’ τ’ αγιοκέρι,
οπού κρατούνε οι Χριστιανοί στο χέρι. Βγαίνει, γιατί στα σωθικά του ανάφτει,
Και για πρώτο απαντά τον νεκροθάφτη. Κανείς δεν του μιλεί, και δεν του δίνει
Το φιλί το γλυκό που φέρνει ειρήνη. Πάντα χτυπάει, σαν νάλπιζε εκεί κάτω
Ν’ αγροικηθεί στης κόλασης τον πάτο.
Κωστής Παλαμάς – «Γιορτές» (απόσπασμα)
Η νύχτα των Παθών, αγία Παρασκευή μεγάλη, θυμάσαι; Οι κράχτες βροντεροί του δρόμου και χουγιάζουν «Ώρα, ώρα για την εκκλησιά!» Τα σήμαντρα σωπαίναν, μήπως ταράξουν του Ιησού τον ύπνο ολογυρμένου στων επιτάφιων τα χρυσά τα σάβανα που οι βιόλες χλωμές και τα τριαντάφυλλα τα κοκκινοπλουμίζαν. Θυμάσαι; Η νύχτα των Παθών μα και τ’ Απρίλη η νύχτα της χώρας όλα, νόμιζες, να βουβαθούν γυρεύαν θρήσκα και κατανυχτικά, τη σιγαλιά να κάμουν μια προσφορά ευλαβική προς του Κυρίου τα Πάθη. Και μοναχά δε σώπαινε στο περιβόλι μέσα με τη δικούλα του εκκλησιά, με τη λατρεία δική του, πιστός και ιερουργός Θεού ψηλότερου απ’ όλους, τ’ αηδόνι. Η νύχτα των Παθών, μα και τ’ Απρίλη η νύχτα. Διάπλατες πέρα οι εκκλησιές ολόφωτες και φτάναν απ’ τ’ ανοιχτά παράθυρα στα σπίτια μας οι θρήνοι σεμνοί κι αντιθρηνούσανε στου χριστιανού τα χείλη: «Ζωή εν τάφω… Έαρ γλυκύ… Γλυκύτατόν μου τέκνον..» Μπρος στην πεζούλα του σπιτιού, της γειτονιάς μελίσσι κι εμείς, αγόρια αγίνωτα κι αστάλωτες παιδούλες, ο ύπνος δε μας έπαιρνε, προσμέναμε την ώρα της εκκλησιάς…Κωστής Παλαμάς – «Το τροπαριο της Κασσιανης»
Κύριε, γυναίκα αμαρτωλή, πολλάπολλά, θολά, βαριά τα κρίματά μου.
Μα Κύριε, πως η θεότης Σου μιλά,
μέσ’ στην καρδιά μου! Κύριε, προτού σε κρύψ’ η εντάφια γη
από τη δροσαυγή λουλούδια πήρα
κι απ’ της λατρείας την τρίσβαθη πηγή
σου φέρνω μύρα. Οίστρος με σέρνει ακολασίας … Νυχτιά
σκοτάδι, αφέγγαρο, ανάστερο με ζώνει,
το σκοτάδι της αμαρτίας, φωτιά
με καίει, με λιώνει. Εσύ που από τα πέλαα τα νερά
τα υψώνεις νέφη, πάρε τα Έρωτά μου,
κυλάνε, είναι ποτάμια φλογερά
τα δάκρυά μου. Γείρε σ’ εμέ. Η ψυχή μου πως πονεί!
Δέξου με Εσύ που δέχτηκες και γείραν
άφραστα ως εδώ κάτου οι ουρανοί
και σάρκα επήραν. Στ’ άχραντά Σου πόδια, βασιλιά
μου Εσύ, θα πέσω και θα στα φιλήσω
και με της κεφαλής μου τα μαλλιά
θα στα σφουγγίσω. Τ’ άκουσεν η Εύα μέσ’ στο αποσπερνό
της παράδεισος φως ν’ αντιχτυπάνε,
κι αλαφιασμένη κρύφτηκε … Πονώ,
σώσε, έλεος κάνε. Ψυχοσώστ’ οι αμαρτίες μου λαός
τ’ αξεδιάλυτα ποιός θα ξεδιαλύσει;
Αμέτρητό Σου το έλεος, ο Θεός!
Άβυσσο η κρίση.https://www.lavart.gr/%ce%bf-%ce%bc%cf%8c%ce%bd%ce%bf%cf%82-%ce%b4%cf%81%cf%8c%ce%bc%ce%bf%cf%82-%cf%84%ce%b7%cf%82-%ce%b1%ce%bd%ce%ac%cf%83%cf%84%ce%b1%cf%83%ce%b7%cf%82-%ce%b5%ce%af%ce%bd%ce%b1%ce%b9/









