Τάσος Λειβαδίτης έρωτας

Όταν σου λένε «δεν θέλω ταμπέλες», αλλά ο Τάσος Λειβαδίτης έχει γράψει: «Κι όταν δεν πεθαίνει ο ένας για τον άλλον, είμαστε κιόλας νεκροί»

Όταν σου λένε «δεν θέλω δεσμεύσεις», αλλά ο Τάσος Λειβαδίτης έχει γράψει: «Κι όταν δεν πεθαίνει ο ένας για τον άλλον, είμαστε κιόλας νεκροί»

Στην εποχή των χλιαρών συναισθημάτων και των σχέσεων που κρατούν όσο ένα Instagram story, ο ποιητής των ηττημένων ονείρων μάς υπενθυμίζει την πιο σκληρή αλήθεια: Η αγάπη δεν είναι χόμπι. Είναι το μοναδικό άλλοθι για να υπάρχουμε.

Έχουμε εκπαιδευτεί να ζούμε με εκπτώσεις. Επιλέγουμε συντρόφους με κριτήριο τη βολή μας, αποφεύγουμε τις συγκρούσεις για να μην «χαλάσουμε τη ζαχαρένια μας» και βαφτίζουμε την εσωτερική μας νέκρωμα ως «ανεξαρτησία». Μέσα σε αυτή την απόλυτη συναισθηματική τσιγκουνιά, το ποίημα «Αλλά, τα βράδια…» του Τάσου Λειβαδίτη έρχεται σαν βίαιο ταρακούνημα. Ο σπουδαίος ποιητής δεν ζητάει απλώς συντροφικότητα. Ρίχνει στο τραπέζι το απόλυτο, υπαρξιακό τελεσίγραφο: Ζούμε πραγματικά μόνο όταν κάποιος μας αγαπήσει. Και αν σε αυτή την αγάπη δεν είμαστε διατεθειμένοι να δώσουμε τα πάντα, μέχρι και την ίδια μας τη ζωή, τότε είμαστε ήδη νεκροί που απλώς αναπνέουν.

Ο άνθρωπος που συγχώρεσε έναν σκληρό κόσμο

Για να νιώσεις το βάρος αυτών των στίχων, πρέπει να καταλάβεις ποιος τους έγραψε. Ο Τάσος Λειβαδίτης δεν ήταν ένας ρομαντικός σαλονιού που φιλοσοφούσε εκ του ασφαλούς. Ήταν ο ποιητής της εξορίας, της Μακρονήσου και του Άη Στράτη. Ένας άνθρωπος που πίστεψε βαθιά στο κομμουνιστικό όνειρο, πολέμησε στην Αντίσταση, βασανίστηκε, είδε τους συντρόφους του να εκτελούνται και τελικά βίωσε την απόλυτη διάψευση. Είδε έναν ολόκληρο κόσμο να γκρεμίζεται και την ανθρωπότητα, όπως γράφει ο ίδιος, να μην μπορεί «ούτε ένα κεφάλαιο να γράψει ακόμα».

Όταν ένας τέτοιος άνθρωπος, που έχει περάσει από την κόλαση της ανθρώπινης αγριότητας, γράφει «το βράδυ έχω βρει έναν ωραίο τρόπο να κοιμάμαι: Τους συγχωρώ έναν-έναν όλους», δεν διαβάζουμε απλώς ποίηση. Διαβάζουμε το απόλυτο εγχειρίδιο επιβίωσης μιας τσακισμένης, αλλά περήφανης ψυχής. Ο Λειβαδίτης εξομολογείται ότι ξόδεψε τη ζωή του κυνηγώντας ουτοπίες. «Ονειρεύτηκα πολύ. Έτσι ξέχασα να ζήσω». Και τι μένει στο τέλος, όταν όλες οι ιδεολογίες καταρρεύσουν; Μένει η μυρωδιά του χώματος το βράδυ και το χέρι ενός άλλου ανθρώπου.

Η ψευδαίσθηση της επιβίωσης

Στο ποίημα αυτό, ο Λειβαδίτης περιγράφει ακριβώς τη δική μας γενιά. Ανθρώπους που ανακάλυψαν την πυξίδα για να πεθαίνουν κι αλλού, και την απληστία για να μένουν νεκροί για πάντα. Νομίζουμε ότι ζούμε επειδή καταναλώνουμε, επειδή ταξιδεύουμε, επειδή μαζεύουμε εμπειρίες.

Όμως η διάγνωσή του είναι αμείλικτη. Ζούμε διαρκώς κάπου «αλλού». Είμαστε απόντες από την ίδια μας τη ζωή, κρυμμένοι πίσω από οθόνες, καριέρες και άμυνες. «Μόνο όταν κάποιος μας αγαπήσει, ερχόμαστε για λίγο». Η αγάπη, στο σύμπαν του Λειβαδίτη, δεν είναι ένα ευχάριστο αίσθημα. Είναι η μοναδική δύναμη που μπορεί να μας τραβήξει από την ανυπαρξία και να μας δώσει, έστω και για μια στιγμή, σάρκα και οστά στον πραγματικό κόσμο.

Διάβασε παρακάτω ολόκληρο το ποίημα. Και την επόμενη φορά που θα διστάσεις να δοθείς ολοκληρωτικά από φόβο μην πληγωθείς, θυμήσου ότι το να κρατάς πισινή στον έρωτα είναι σαν να κάνεις πρόβα για τον θάνατό σου.

Πάουλο Κοέλιο: Η μεγάλη ψευδαίσθηση του έρωτα (Και γιατί το πρόσωπο που αγαπάς είναι απλώς ένας… καθρέφτης)

Αλλά, τα βράδια…

Και να που φτάσαμε εδώ
χωρίς αποσκευές
μα μ’ ένα τόσο ωραίο φεγγάρι.

Κι εγώ ονειρεύτηκα έναν καλύτερο κόσμο
φτωχή ανθρωπότητα, δεν μπόρεσες
ούτε ένα κεφάλαιο να γράψεις ακόμα.
Σα σανίδα από θλιβερό ναυάγιο
ταξιδεύει η γηραιά μας ήπειρος.

Αλλά τα βράδια τι όμορφα
που μυρίζει η γη…

Βέβαια αγάπησε τα ιδανικά της ανθρωπότητας,
αλλά τα πουλιά
πετούσαν πιο πέρα.
Σκληρός, άκαρδος κόσμος,
που δεν άνοιξε ποτέ μιαν ομπρέλα
πάνω απ’ το δέντρο που βρέχεται.

Ύστερα ανακάλυψαν την πυξίδα
για να πεθαίνουν κι αλλού και την απληστία
για να μένουν νεκροί για πάντα.
Αλλά καθώς βραδιάζει
ένα φλάουτο κάπου
ή ένα άστρο συνηγορεί για όλη την ανθρωπότητα.

Αλλά τα βράδια τι όμορφα
που μυρίζει η γη…

Καθώς μένω στο δωμάτιο μου,
μου ’ρχονται άξαφνα φαεινές ιδέες.
Φοράω το σακάκι του πατέρα
κι έτσι είμαστε δυο,
κι αν κάποτε μ’ άκουσαν να γαβγίζω
ήταν για να δώσω
έναν αέρα εξοχής στο δωμάτιο.

Κάποτε θα αποδίδουμε δικαιοσύνη
μ’ ένα άστρο ή μ’ ένα γιασεμί
σαν ένα τραγούδι, που καθώς βρέχει
παίρνει το μέρος των φτωχών.

Αλλά τα βράδια τι όμορφα
που μυρίζει η γη…

Όσο για μένα, έμεινα πάντα ένας πλανόδιος πωλητής αλλοτινών πραγμάτων,
αλλά… αλλά ποιος σήμερα ν’ αγοράσει ομπρέλες από αρχαίους κατακλυσμούς.

Αλλά μια μέρα δεν άντεξα.
Εμένα με γνωρίζετε, τους λέω.
Όχι, μου λένε.
Έτσι πήρα την εκδίκησή μου και δε στερήθηκα ποτέ τους μακρινούς ήχους.

Κι ύστερα στο νοσοκομείο που με πήγαν βιαστικά…
Τι έχετε, μου λένε.
Εγώ; Εγώ τίποτα, τους λέω. Μόνο πέστε μου γιατί μας μεταχειρίστηκαν,
μ’ αυτόν τον τρόπο.

Το βράδυ έχω βρει έναν ωραίο τρόπο να κοιμάμαι.
Τους συγχωρώ έναν-έναν όλους.
Άλλοτε πάλι θέλω να σώσω την ανθρωπότητα,
αλλά εκείνη αρνείται.

Κύριε, αμάρτησα ενώπιόν σου, ονειρεύτηκα πολύ
(…) Έτσι ξέχασα να ζήσω.
Μόνο καμιά φορά μ’ ένα μυστικό που το ’χα μάθει από παιδί,
ξαναγύριζα στον αληθινό κόσμο, αλλά εκεί κανείς δε με γνώριζε.
Σαν τους θαυματοποιούς που όλη τη μέρα χάρισαν τα όνειρα στα παιδιά
και το βράδυ γυρίζουν στις σοφίτες τους πιο φτωχοί κι απ’ τους αγγέλους.

Ζήσαμε πάντοτε αλλού.
Και μόνο όταν κάποιος μας αγαπήσει, ερχόμαστε για λίγο
κι όταν δεν πεθαίνει ο ένας για τον άλλον είμαστε κιόλας νεκροί.

Αλλά τα βράδια τι όμορφα
που μυρίζει η γη…

Δωσ’ μου το χέρι σου…
Δωσ’ μου το χ’ερι σου…

Αλμπέρ Καμύ: Η σκοτεινή ψυχολογία της απιστίας και ο μύθος του αμετανόητου Δον Ζουάν

Μοιράσου το

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΑΚΟΜΗ

YelloWizard.gr
YelloWizard.gr
YelloWizard.gr