Υπάρχει μια στιγμή στη ζωή κάθε ανθρώπου όπου όλα πάνε καλά και αντί να χαλαρώσει, νιώθει ένα ανεξήγητο σφίξιμο στο στομάχι. Μια μικρή αγωνία, σαν να παραμονεύει κάτι κακό πίσω από τη χαρά. Ο Φρόυντ δεν θα το έλεγε «κατάρα». Θα το ονόμαζε μηχανισμό.
Στα κείμενά του, και ιδιαίτερα στο Beyond the Pleasure Principle (1920) και στο Civilization and Its Discontents (1929), ο Φρόυντ περιγράφει κάτι που μοιάζει απίστευτα σύγχρονο:
τον φόβο της ευχαρίστησης.
Όχι γιατί η ευχαρίστηση είναι επικίνδυνη, αλλά γιατί μέσα μας υπάρχει ένα παλιό, σιωπηλό κομμάτι – το υπερ-εγώ – που δεν μας επιτρέπει να χαρούμε χωρίς να νιώθουμε πως «κάτι θα πληρώσουμε».
Έρμαν Έσσε: «Δεν έχω ιδέα αν οι γονείς μπορούν να βοηθήσουν, και δεν κατηγορώ τους
Ο Φρόυντ δεν λέει ποτέ τη φράση «φοβόμαστε την ευτυχία».
Το περιγράφει όμως με ακρίβεια: κάθε έντονη επιθυμία συχνά συνοδεύεται από ενοχή, και η ενοχή γεννά μια παράξενη αυτο – αναστολή.
Είναι αυτό που ονόμασε pleasure inhibition: η τάση μας να τραβάμε χειρόφρενο όταν πλησιάζουμε κάτι που πραγματικά μας ευχαριστεί έρωτα, επιτυχία, χαρά, τρυφερότητα.
Και κάπως έτσι η ψυχή μαθαίνει να προστατεύεται από την ίδια της την πλημμύρα.
Ο άνθρωπος, λέει ο Φρόυντ, είναι ικανός να αντέξει περισσότερο πόνο παρά απροειδοποίητη χαρά. Η χαρά τον απογυμνώνει τον κάνει ευάλωτ και η ευαλωτότητα μοιάζει επικίνδυνη για ένα πλάσμα που, από τα πρώτα του χρόνια, έμαθε να επιβιώνει, όχι να ευτυχεί.
Στον 21ο αιώνα, αυτή η φροϋδική σκέψη φωτίζει μια θλιβερή αλήθεια:
δεν φοβόμαστε την ευτυχία επειδή είναι έντονη, τη φοβόμαστε επειδή είναι αληθινή.
Ίσως λοιπόν η πραγματική γενναιότητα δεν είναι η αντοχή στον πόνο.
Είναι η αποδοχή πως αξίζουμε – χωρίς τιμωρία, χωρίς φόβο – εκείνες τις σπάνιες, φευγαλέες στιγμές που μοιάζουν με ευτυχία.
Ο Φρόυντ το είπε (και δεν παίρνει πίσω τα λόγια του): «Η αγάπη συνοδεύεται με απροσδόκητη…»









