Η σχέση του Κάφκα με τον πατέρα του ήταν άκρως προβληματική και άφησε πολυποίκιλα τραύματα στον Κάφκα. Η ναρκισσιστική συμπεριφορά του πατέρα του στοίχειωσε τον Κάφκα και έκανε τη πατρική φιγούρα να φαίνεται με μια τρομακτική σκιά.
Η απόρριψή του πατέρα του τον μετέτρεψε σε ένα υπερευαίσθητο και ανέτοιμο ον για αυτή την κοινωνία αλλά ταυτόχρονα επιρρεπή στο άκουσμα της Μούσας και να τον μετατρέψει σ’ έναν από τους μεγαλύτερους συγγραφείς του περασμένου αιώνα.
Ίσως εάν διαβάσεις Κάφκα, στον πρόλογο κάθε έργου του να μπερδευτείς και να απορήσεις με το τι συμβαίνει αλλά έπειτα, προοδευτικά θα σου φανεί το συναίσθημά του οικείο κι αυτό γιατί ο Κάφκα έσκαβε με φοβερή μαεστρία στις ανθρώπινες πληγές και τις μεταμόρφωνε σε αφηγήσεις που θα έχουν πάντα κάτι να αφήσουν σε κάθε αναγνώστη και σε κάθε εποχή.
(Διαβάστε τα αποφθέγματά του παρακάτω)
31 αποφθέγματα του Φραντς Κάφκα – Επιστολή προς τον πατέρα.
1.«Είσαι ελεύθερος και γι’ αυτό είσαι χαμένος.»
2.«… τελικά, δεν είναι απαραίτητο να πετάξεις κατευθείαν στη μέση του ήλιου, αλλά είναι απαραίτητο να συρθείς σε ένα καθαρό σημείο της Γης όπου ο ήλιος λάμπει μερικές φορές και μπορείς να ζεσταθείς λίγο.»
3.«Τα γραπτά μου ήταν όλα για σένα. Το μόνο που έκανα εκεί, τελικά, ήταν να θρηνώ για όσα δεν μπορούσα να θρηνήσω στην αγκαλιά σου.»
4.«Και δεν μπορούσα ποτέ να καταλάβω γιατί ήσουν τόσο αναίσθητος απέναντι στη θλίψη και την ντροπή που μου προκαλούσες με τα λόγια και τις κρίσεις σου – ήταν σαν να μην αντιλαμβανόσουν τη δύναμή σου. Και σίγουρα σε έκανα να αρρωστήσεις με τα λόγια μου, αλλά ήξερα τι έκανα, αν και με πονούσε, αλλά δεν μπορούσα να συγκρατηθώ, δεν μπορούσα να συγκρατήσω τα λόγια μου – αν και τα μετάνιωνα. Αλλά εσύ με χτυπούσες με τα λόγια σου και δεν είχες ιδέα – ποτέ δεν λυπήθηκες κανέναν, ούτε τότε, ούτε αργότερα – και οι άνθρωποι ήταν ανυπεράσπιστοι μπροστά σου.»
5.«Αγαπητέ πατέρα:
Μου ρώτησες κάποτε γιατί ισχυρίζομαι ότι σε φοβάμαι.
Ως συνήθως, δεν ήξερα τι να απαντήσω, εν μέρει, ακριβώς λόγω του
φόβο που σου έχω, και εν μέρει επειδή στα θεμέλια αυτού του φόβου
υπάρχουν πάρα πολλές λεπτομέρειες για να μπορέσω να τις συγκεντρώσω
στη διάρκεια μιας συζήτησης. Και, αν και προσπαθώ τώρα να σου απαντήσω
γραπτώς, η απάντησή μου θα είναι, ωστόσο, πολύ ακατανόητη, επειδή
ακόμα και όταν γράφω, ο φόβος και οι συνέπειές του με εμποδίζουν
να σου ανοιχτώ, και επειδή το μέγεθος του θέματος υπερβαίνει τη μνήμη και την κατανόησή μου».
6.«Πιθανώς δεν είμαι καθόλου τεμπέλης από τη φύση μου, αλλά δεν είχα τίποτα να κάνω.»
7.«Είναι σαν να πρέπει κάποιος να ανέβει πέντε χαμηλά σκαλοπάτια και ένας δεύτερος μόνο ένα σκαλοπάτι, το οποίο όμως είναι τόσο ψηλό όσο τα πέντε μαζί. Ο πρώτος δεν θα καταφέρει μόνο τα πέντε, αλλά και εκατοντάδες και χιλιάδες άλλα, θα έχει ζήσει μια μεγάλη και πολύ κουραστική ζωή, αλλά κανένα από τα σκαλοπάτια που ανέβηκε δεν θα είχε τέτοια σημασία για αυτόν, όπως για τον δεύτερο εκείνο το πρώτο, ψηλό σκαλοπάτι, αδύνατο να το ανέβει με όλες τις δυνάμεις του, στο οποίο δεν μπορεί να ανέβει και φυσικά δεν μπορεί να το ξεπεράσει.»
8.«Από τότε που άρχισα να σκέφτομαι, είχα τόσο βαθιά άγχη για την επιβεβαίωση της πνευματικής μου ύπαρξης, που ήμουν αδιάφορος για όλα τα άλλα».
9.«Με ενθάρρυνες, για παράδειγμα, όταν χαιρετούσα και βάζαμε βήματα, αλλά δεν ήμουν μελλοντικός στρατιώτης, ή με ενθάρρυνες όταν μπορούσα να φάω με όρεξη ή ακόμα και να πίνω μπύρα με τα γεύματά μου, ή όταν μπορούσα να επαναλαμβάνω τραγούδια, τραγουδώντας αυτά που δεν είχα καταλάβει, ή να σου μιλάω χρησιμοποιώντας τις αγαπημένες σου εκφράσεις, μιμούμενος σε, αλλά τίποτα από αυτά δεν είχε καμία σχέση με το μέλλον μου. Και είναι χαρακτηριστικό ότι ακόμα και σήμερα με ενθαρρύνεις πραγματικά σε οτιδήποτε μόνο όταν εμπλέκεσαι εσύ ο ίδιος, όταν διακυβεύεται η δική σου αίσθηση αυτοεκτίμησης, την οποία εγώ βλάπτω».
10.«Η σύγκριση του πουλιού στο χέρι και των εκατό που πετούν μπορεί να εφαρμοστεί εδώ μόνο σχετικά. Στο χέρι δεν έχω τίποτα, όλα πετούν, και όμως -όπως το καθορίζουν οι συνθήκες της μάχης και οι ανάγκες της ζωής- πρέπει να επιλέξω το τίποτα».
11.«Δεν υπάρχει τίποτα κακό να φοβάσαι. Μόλις περάσεις το κατώφλι, όλα είναι καλά. Ένας άλλος κόσμος, και δεν χρειάζεται να μιλήσεις».
12.«Είναι σαν ένας άνθρωπος να είναι φυλακισμένος και να έχει όχι μόνο την πρόθεση να δραπετεύσει, κάτι που ίσως θα ήταν εφικτό, αλλά και, ταυτόχρονα, την πρόθεση να ξαναχτίσει τη φυλακή ως ένα παλάτι αναψυχής για τον εαυτό του. Αλλά αν δραπετεύσει, δεν μπορεί να ξαναχτίσει, και αν ξαναχτίσει, δεν μπορεί να δραπετεύσει».
13.«Κατά κάποιον τρόπο, ένιωθα ασφαλής όταν έγραφα».
14.«Φοβάται ότι η ντροπή θα τον ξεπεράσει».
15.«Δεδομένου ότι δεν υπήρχε τίποτα για το οποίο ήμουν σίγουρος, δεδομένου ότι χρειαζόμουν να μου παρέχεται κάθε στιγμή μια νέα επιβεβαίωση της ύπαρξής μου, δεδομένου ότι δεν είχα τίποτα δικό μου, αδιαμφισβήτητο, αποκλειστικό, καθορισμένο αδιαμφισβήτητα μόνο από εμένα — στην πραγματικότητα ένας αποκληρωμένος γιος — φυσικά άρχισα να αμφιβάλλω ακόμη και για το πιο κοντινό μου πράγμα, το ίδιο μου το σώμα».
16.«Ξέρω ότι είναι και η πρώτη φορά του πατέρα μου σε αυτόν τον κόσμο. Και ξέρω ότι είχε πιο δύσκολη ζωή όταν ήταν μικρός. Αλλά κι εγώ ήμουν μικρός».
17.«Και εδώ ήταν η μυστηριώδης αθωότητά σου και η ατρησία σου: κακοποιούσες τους άλλους χωρίς τύψεις, καταδίκαζες την κακοποίηση και έλεγες ότι ήταν απαγορευμένη. Υποστήριζες την περιφρόνησή σου με απειλές, για παράδειγμα, «Θα σε σκίσω σαν ψάρι». Και αυτό ήταν τρομακτικό για μένα, παρόλο που ήξερα ότι δεν θα συνέβαινε τίποτα κακό (αλλά ως μικρό παιδί δεν το ήξερα αυτό), αλλά τα λόγια σου ήταν ένδειξη της δύναμής σου και πάντα φαινόσουν ικανός να κάνεις κάτι. Και ήταν επίσης τρομακτικό όταν φώναζες αριστερά και δεξιά στο τραπέζι και προσπαθούσες να αρπάξεις κάποιον – ή προσποιούσουν ότι προσπαθούσες – μέχρι που η μητέρα φαινόταν να έρχεται να σε σώσει. Και σε ένα παιδί φαινόταν ότι η ζωή υπήρχε χάρη στην ευσπλαχνία σου και συνεχίζονταν ως ένα δώρο που δεν είχα κερδίσει. Και συνδεδεμένες με αυτό ήταν οι απειλές σου για την ανυπακοή και το πού θα οδηγούσε. Όταν άρχιζα κάτι που δεν σου άρεσε και με απειλούσες με αποτυχία, ο σεβασμός μου για τη γνώμη σου ήταν τόσο μεγάλος που η αποτυχία ήταν αναπόφευκτη – ίσως στην αρχή, αν όχι, τότε αργότερα. Έχασα την αυτοπεποίθηση να κάνω οτιδήποτε. Ήμουν αναστατωμένος, αμφιβάλλων. Και όσο μεγάλωνα, τόσο πιο στερεό ήταν το υλικό με το οποίο μπορούσες να αποδείξεις πόσο άχρηστος ήμουν. Και σταδιακά, σε κάποιο βαθμό, απέκτησες δίκιο. Αλλά και πάλι, πρέπει να πω ότι δεν είμαι έτσι μόνο εξαιτίας σου. Ωστόσο, εσύ ενίσχυσες αυτό που υπήρχε ήδη, και το ενίσχυσες σε μεγάλο βαθμό, επειδή εναντίον μου ήσουν πολύ ισχυρός και χρησιμοποίησες όλη σου τη δύναμη. Εσύ».
18.«Ένας άνθρωπος δεν χρειάζεται να πετάξει στον ήλιο, αρκεί να βρει ένα κομμάτι καθαρή γη, να συρθεί εκεί και να αφήσει τον ήλιο να τον λούσει.»
19.«Αλλά σε παρακαλώ, πατέρα, κατάλαβε με σωστά: αυτά ήταν εντελώς ασήμαντες λεπτομέρειες, αλλά με καταπίεζαν, γιατί εσύ, ένας μεγάλος άνδρας με εξουσία, μπορούσες να μου βάζεις κανόνες και να τους αγνοείς. Και μέσα από αυτό είδα ότι ο κόσμος ήταν χωρισμένος σε τρία μέρη: στο πρώτο ζούσε ο σκλάβος, εγώ, υπό νόμους που είχαν επινοηθεί αποκλειστικά για τη ζωή μου, αλλά στους οποίους, χωρίς να καταλαβαίνω γιατί, δεν μπορούσα ποτέ να προσαρμοστώ πλήρως. Στο δεύτερο μέρος ζούσες εσύ, απείρως μακριά από μένα, απασχολημένος με το να κυβερνάς, να δίνεις διαταγές και να θυμώνεις όταν δεν τις ακολουθούσαν. Και στο τρίτο ζούσαν όλοι οι άλλοι, ευτυχισμένοι και ελεύθεροι από διαταγές και υπακοή. Και εγώ ήμουν συνεχώς σε δυσμένεια, είτε επειδή ακολουθούσα τις διαταγές σας, και αυτό ήταν ντροπή, καθώς ίσχυαν μόνο για μένα, είτε επειδή ήμουν πεισματάρης, και αυτό ήταν επίσης ντροπή, επειδή ήμουν πεισματάρης για να σας αντιταχθώ, είτε επειδή δεν ήμουν σε θέση να υπακούσω, επειδή, για παράδειγμα, δεν είχα τη δύναμή σας, την όρεξή σας, την ικανότητά σας να κάνω ό,τι ήταν φυσικό για εσάς – και από όλα αυτά, αυτή η ντροπή ήταν η μεγαλύτερη.
20.Αλλά αυτά δεν είναι αναμνήσεις από την παιδική ηλικία, αλλά συναισθήματα. Ίσως.»
21.«Δεν έχει κάθε παιδί την αντοχή και την ατρόμητη διάθεση να συνεχίσει να ψάχνει μέχρι να βρει την καλοσύνη που κρύβεται κάτω από την επιφάνεια. Μπορείς να φερθείς σε ένα παιδί μόνο με τον τρόπο που είσαι εσύ ο ίδιος».
22.«Κάθε φορά που άρχιζα να κάνω κάτι που δεν σου άρεσε και με απειλούσες με την προοπτική της αποτυχίας, ο σεβασμός μου για τη γνώμη σου ήταν τόσο μεγάλος που η αποτυχία ήταν, έστω και αργότερα, αναπόφευκτη. Έχασα την εμπιστοσύνη στις ικανότητές μου. Ήμουν ασταθής, αμφιταλαντευόμενος. Όσο μεγάλωνα, τόσο περισσότερα στοιχεία μπορούσες να χρησιμοποιήσεις εναντίον μου ως απόδειξη της αναξιότητάς μου. Σταδιακά, από μια ορισμένη άποψη, άρχισες να έχεις δίκιο».
23.«Είναι ένας μακρύς και σκοτεινός δρόμος από εκεί μέχρι το σημείο που έχω πραγματικά φτάσει».
24.«Ήμουν πεπεισμένος ότι δεν θα κατάφερνα να περάσω ούτε το πρώτο έτος στο σχολείο, αλλά τα κατάφερα, μάλιστα μου απονεμήθηκε και βραβείο. Αλλά σίγουρα δεν θα περνούσα τις εισαγωγικές εξετάσεις για το γυμνάσιο, και πάλι τα κατάφερα. Αλλά τότε σίγουρα θα αποτύγχανα στο σχολείο, αλλά όχι, δεν απέτυχα, στην πραγματικότητα συνέχισα να πετυχαίνω.
25.«Αλλά αυτό δεν μου έδωσε αυτοπεποίθηση, αντίθετα, πείστηκα – και το αποδοκιμαστικό σου βλέμμα ήταν η επίσημη απόδειξη αυτού – ότι όσο περισσότερο πετυχαίνω, τόσο χειρότερη θα είναι η τελική μου πτώση».
26.«Το μόνο που έκανα εκεί, τελικά, ήταν να θρηνώ για ό,τι δεν μπορούσα να θρηνήσω στην αγκαλιά σου».
27.«Για παράδειγμα, η επιλογή της καριέρας μου. Μου έδωσες γενναιόδωρα και υπομονετικά απόλυτη ελευθερία. Αν και αυτό ακολουθούσε τις συνήθειες, ή τουλάχιστον τις αξίες, της εβραϊκής μεσαίας τάξης όσον αφορά τους γιους της. Και εδώ η παρεξήγηση του χαρακτήρα μου έπιασε το στόχο της, η οποία – μαζί με την υπερηφάνεια του πατέρα σου – σε τύφλωσε ως προς την πραγματική μου φύση: την αδυναμία μου. Κατά τη γνώμη σου, ως παιδί μελετούσα συνεχώς, και αργότερα έγραφα συνεχώς. Κοιτάζοντας πίσω, αυτό σίγουρα δεν είναι αλήθεια. Μπορώ να πω χωρίς υπερβολή ότι σχεδόν δεν σπούδαζα και δεν έμαθα τίποτα. Το να έχω απομνημονεύσει κάτι μετά από τόσα χρόνια εκπαίδευσης δεν ήταν αξιοσημείωτο για έναν άντρα με μνήμη και κάποια νοημοσύνη. Αλλά δεδομένης της τεράστιας δαπάνης χρόνου και χρήματος, και της φαινομενικά εύκολης και ανέμελης ζωής μου, αυτό που πέτυχα όσον αφορά τη γνώση, ειδικά τη βαθιά γνώση, ήταν μηδαμινό – σίγουρα σε σύγκριση με αυτό που κατάφεραν οι άλλοι. Είναι λυπηρό, αλλά για μένα κατανοητό. Πάντα είχα μια βαθιά ανησυχία για τη συνέχιση της ύπαρξης του νου και του πνεύματός μου, που ήμουν αδιάφορος για όλα τα άλλα. Οι Εβραίοι μαθητές έχουν τη φήμη ότι μεταξύ τους συναντά κανείς τα πιο απίθανα πράγματα, αλλά η ψυχρή, ελάχιστα καλυμμένη, μόνιμη, παιδική, γελοία, ζωώδης, αυτοϊκανοποιητική αδιαφορία μου και το ψυχρό και φαντασιόπληκτο μυαλό μου δεν είναι πράγματα που έχω συναντήσει ξανά – αν και, ομολογουμένως, ήταν απλώς μια άμυνα ενάντια στην νευρική καταστροφή από το φόβο και την ενοχή. Και ανησυχούσα για τον εαυτό μου με κάθε τρόπο. Για παράδειγμα, ανησυχούσα για την υγεία μου: ανησυχούσα για την τριχόπτωση, την πέψη και την πλάτη μου, που ήταν καμπουριασμένη. Και οι ανησυχίες μου μετατράπηκαν σε φόβο και όλα κατέληξαν σε πραγματική ασθένεια. Αλλά τι ήταν όλα αυτά; Όχι πραγματική σωματική ασθένεια. Ήμουν άρρωστος επειδή ήμουν ένας αποκληρωμένος γιος, που χρειαζόταν συνεχή διαβεβαίωση για την ιδιόμορφη ύπαρξή του, που στην πιο βαθιά έννοια δεν είχε ποτέ τίποτα δικό του και που ήταν ακόμη και ανασφαλής για το πράγμα που βρισκόταν δίπλα του: το ίδιο του το σώμα. »
28.«Δεν είμαι είκοσι χρόνια πιο έμπειρος, είμαι είκοσι χρόνια πιο άθλιος».
29.«Ούτε καν η δυσπιστία σου προς τους άλλους δεν είναι τόσο μεγάλη όσο η δυσπιστία που μου ενστάλαξες για τον εαυτό μου».
30.«Αλλά πρέπει να σου θυμίσω ότι ήταν μπροστά σου που έχασα τον αυτοσεβασμό μου και απέκτησα ένα αίσθημα απεριόριστης ενοχής. (Θυμηθείτε αυτή την απεριόριστη ενοχή που κάποτε έγραψα για κάποιον: «Φοβόταν την ντροπή που θα τον ξεπερνούσε»). Δεν μπορούσα να αλλάξω ξαφνικά όταν ήμουν με άλλους ανθρώπους. Μάλιστα, με άλλους ανθρώπους ένιωθα ακόμα μεγαλύτερη ενοχή λόγω της στάσης σου απέναντί τους – ένιωθα ότι είχα συμμετοχή σε αυτό και έπρεπε να εξιλεωθώ για τα λόγια σου. Και πάντα μιλούσες άσχημα για τους ανθρώπους με τους οποίους είχα σχέσεις – μερικές φορές ανοιχτά, μερικές φορές κρυφά – και έπρεπε να εξιλεωθώ και για αυτό. Στην εργασία και στην οικογένεια προσπαθούσες να μου εμφυσήσεις δυσπιστία προς τους ανθρώπους (όταν θαύμαζα κάποιον, τον καταστρέφατε με κριτική). Και μπορούσες να το κάνεις αυτό χωρίς να σε βαραίνει (ήσουν αρκετά δυνατός για αυτό), αν και η στάση σου μπορεί να ήταν απλώς μια αριστοκρατική επιτήδευση. Αλλά η δυσπιστία σου ήταν αδικαιολόγητη, με τα παιδικά μου μάτια δεν μπορούσα να δω αυτό που έβλεπες εσύ: γιατί παντού υπήρχαν εξαιρετικοί, ασύγκριτοι άνθρωποι – έτσι, αντίθετα, απέκτησα δυσπιστία για τον εαυτό μου και έναν διαρκή φόβο για όλους. Έτσι, από αυτή την άποψη, η επιρροή σου πάνω μου ήταν απόλυτη. Και εσύ δεν το έβλεπες αυτό, πιθανώς επειδή δεν είχες βιώσει τον τρόπο με τον οποίο εγώ συναναστρεφόμουν τους ανθρώπους, και έτσι ήσουν αμφιλεγόμενος και ζηλότυπος (αλλά αρνούμαι ότι δεν με αγαπούσες;) και πίστευες ότι είχα βρει κάποια αποζημίωση αλλού, γιατί δεν μπορούσες να φανταστείς ότι ζούσα στον έξω κόσμο όπως ζούσα στην παρουσία σου. Ωστόσο, ως παιδί, βρήκα κάποια παρηγοριά στην έλλειψη εμπιστοσύνης στην κρίση μου: αμφισβητούσα τη διορατικότητά μου, έλεγα στον εαυτό μου: «Όπως όλα τα παιδιά, υπερβάλλεις, δίνεις μεγάλη σημασία σε μικρά πράγματα και πιστεύεις ότι έχουν μεγάλη βαρύτητα». Αλλά αυτή η παρηγοριά μειώθηκε καθώς μεγάλωνα και έχει σχεδόν εξαφανιστεί. Ομοίως»
31.«Είναι η προοπτική του να είμαι κοντά σου που κάνει τον γάμο εν μέρει ελκυστικό. Μπορώ να φανταστώ την ισότητα που θα απολαμβάναμε τότε, θα σήμαινε περισσότερα για σένα από οποιοδήποτε άλλο είδος ισότητας και θα ήταν πιο όμορφη. Θα μπορούσα να είμαι ένας γιος πιο ελεύθερος, πιο ευγνώμων, λιγότερο ένοχος και πιο έντιμος. Εσύ θα μπορούσες να είσαι ένας πατέρας λιγότερο ταραγμένος, λιγότερο τυραννικός, πιο συμπονετικός και πιο ικανοποιημένος. Αλλά για να φτάσουμε σε αυτό το σημείο, όλα όσα έχουν συμβεί θα πρέπει να αναιρεθούν, οπότε θα πρέπει να καταργηθούμε. Αλλά είμαστε όπως είμαστε, και ο γάμος είναι ο τομέας σου και γι’ αυτό μου απαγορεύεται. Μερικές φορές φαντάζομαι τον χάρτη του κόσμου απλωμένο και εσένα να εκτείνεσαι πάνω του. Και το μόνο που μένει για τη ζωή μου είναι οι περιοχές που δεν καλύπτεις ή δεν μπορείς να φτάσεις. Και επειδή σε βλέπω σαν γίγαντα, η επικράτειά μου είναι άθλια και μικρή και δεν περιλαμβάνει το γάμο».
Διαβάστε κι άλλα άρθρα που αγαπήσαν οι αναγνώστες μας:
- Πόση φτώχεια αντέχει ένας λαός πριν ξεσπάσει; Ο Στάινμπεκ είχε ήδη απαντήσει
- Η φράση του Τόλκιν που (εάν τη διαβάσεις) θα σε συνοδεύει για μια ολόκληρη ζωή
- Θεοδωρόπουλος: «Κάθε έθνος έχει τον δικό του Ναρκισσισμό. Εμείς οι Έλληνες τι έχουμε;»
- 30 σπουδαίες συμβουλές του Πλάτωνα: «Αφήστε τους γονείς να κληροδοτήσουν στα παιδιά τους…»
- Η διαδρομή της αυτοεκτίμησης από τον Μπουκάι: «Για να μάθω να εκτιμώ τον εαυτό μου δε φτάνει μόνο να…»
- Όσκαρ Ουάιλντ: «Ο δεσμός κάθε συντροφικότητας, είτε στο γάμο είτε στη φιλία, είναι …»
- «Η μητέρα που προσπαθεί να ελέγξει κάθε πτυχή της ζωής της κόρης της παίρνει…» – Το βιβλίο που μίλησε σε χιλιάδες γυναίκες
- Σταμάτα να φοβάσαι τα γηρατειά – O Σοπενχάουερ θα σου αλλάξει γνώμη
- Winnicott: «Αν οι μητέρες καλούνται να κάνουν αυτό ή εκείνο χάνουν την …»
- Το «Κρυφό Σχολειό» είναι μύθος και αυτά είναι τα 10 πραγματικά σχολεία που «έσωσαν» τα γράμματα
- Ο Καρλ Γιούνγκ είχε προειδοποιήσει πως θα ‘ρθει μια εποχή που οι γονείς θα μεγαλώνουν παιδιά για να …









