Τα σημαντικά στοιχεία του άρθρου για το ποίημα του Κωστή Παλαμά:
- Το ιστορικό βάρος: Ο Κωστής Παλαμάς (1859-1943), η επιβλητική φωνή της «Γενιάς του 1880», διαμόρφωσε τη νεοελληνική συνείδηση. Εδώ, παραδίδει μια βαθιά παγανιστική και απελευθερωτική ωδή, ενσωματώνοντας το αρχαίο μύθο στη λογοτεχνική πραγματικότητα.
- Το Αττικό Φως: Η απόλυτη διαύγεια του ελληνικού τοπίου πρωταγωνιστεί. Είναι ένα φως τόσο ανελέητο και καθαρό, που δεν αφήνει κανένα απολύτως περιθώριο για σκιές, κρυφά μυστικά και κοινωνική υποκρισία.
- Η ανατροπή της ενοχής: Το ανθρώπινο σώμα αποσυνδέεται από τη μεσαιωνική έννοια της αμαρτίας. Η σάρκα δεν είναι ντροπή, αλλά αποθεώνεται ως ο απόλυτος, ιερός ναός της ψυχής, ακολουθώντας το κλασικό αρχαιοελληνικό ιδεώδες.
- Ο συμβολισμός του Σάτυρου: Ο ποιητής αφαιρεί κάθε χυδαία ή σκοτεινή χροιά από τον Σάτυρο. Τον μεταμορφώνει στην προσωποποίηση της ίδιας της γης, σε μια αδούλευτη, αρχέγονη δύναμη που ενώνει τον άνθρωπο με το σύμπαν.
Τα 100 καλύτερά βιβλία της ελληνικής λογοτεχνίας – Ένα λογοτεχνικό ταξίδι δύο αιώνων
Το ποίημα ξεκινά με μια εκκωφαντική περιγραφή του ελληνικού τοπίου: «Όλα γυμνά τριγύρω μας». Για τον Παλαμά, το αττικό φως είναι τόσο ανελέητο και καθαρό, που κάνει το σύμπαν διάφανο. Οι κάμποι, τα βουνά και τα ουράνια παλάτια στέκονται ανοιχτά και «ξεσκέπαστα».
Σε ένα τέτοιο περιβάλλον πλήρους διαύγειας, τα ρούχα, τα στολίδια και οι κοινωνικές μάσκες αποτελούν παραφωνία («εδώ είν’ αριά κι αταίριαστα λεκιάσματα τα δέντρα»). Η φύση επιβάλλει τη δική της κυριαρχία, όπου η γύμνια δεν είναι απλώς μια φυσική κατάσταση, αλλά η υπέρτατη κοσμική «αφέντρα».
Ο Σάτυρος ή το γυμνό τραγούδι – Κωστής Παλαμάς
Όλα γυμνά τριγύρω μας,
όλα γυμνά εδώ πέρα,
κάμποι, βουνά, ακροούρανα,
ακράταγ’ είναι η μέρα.
Διάφαν’ η πλάση, ολάνοιχτα
τα ολόβαθα παλάτια·
το φως χορτάστε, μάτια,
κιθάρες, το ρυθμό.
Εδώ είν’ αριά κι αταίριαστα
λεκιάσματα τα δέντρα,
κρασί είν’ ο κόσμος άκρατο,
εδώ είν’ η γύμνια αφέντρα.
Εδώ είν’ ο ίσκιος όνειρο,
εδώ χαράζει ακόμα
στης νύχτας τ’ αχνό στόμα
χαμόγελο ξανθό.
Εδώ τα πάντα ξέστηθα
κι αδιάντροπα λυσσάνε·
αστέρι είν’ ο ξερόβραχος,
και το κορμί φωτιά ’ναι.
Ρουμπίνια εδώ, μαλάματα,
μαργαριτάρια, ασήμια,
μοιράζει η θεία σου γύμνια,
τρισεύγενη Αττική!
Εδώ ο λεβέντης μάγεμα,
η σάρκα αποθεώθη,
οι παρθενιές, Αρτέμιδες,
Ερμήδες είναι οι πόθοι.
Εδώ κάθε ώρα ολόγυμνη,
θάμα στα υγρόζωα κήτη,
πετιέται κι η Αφροδίτη
και χύνεται παντού.
—Παράτησε το φόρεμα,
και με τη γύμνια ντύσου,
Ψυχή, της γύμνιας ιέρισσα,
ναός είναι το κορμί σου.
Μαγνήτεψε τα χέρια μου,
της σάρκας κεχριμπάρι,
τ’ ολύμπιο το νεχτάρι
της γύμνιας δώσ’ να πιω.
Σκίσε τον πέπλο, πέταξε
τον άμοιαστο χιτώνα
και με τη φύση ταίριασε
την πλαστική σου εικόνα.
Λύσε τη ζώνη, σταύρωσε
τα χέρια στην καρδιά σου·
πορφύρα τα μαλλιά σου,
μακρόσυρτη στολή.
Και γίνε ατάραχο άγαλμα,
και το κορμί σου ας πάρει
της τέχνης την εντέλεια
που λάμπει στο λιθάρι·
και παίξε και παράστησε
με της ιδέας τη γύμνια
τα λυγερά τ’ αγρίμια,
τα φίδια, τα πουλιά.
Και παίξε και παράστησε
τα ηδονικά, τα ωραία,
λαγάρισε τη γύμνια σου
και κάμε την ιδέα.
Τα στρογγυλά, τα ολόισα,
χνούδια, γραμμές, καμπύλες,
ω θείες ανατριχίλες,
χορεύτε ένα χορό.
Μέτωπο, μάτια, κύματα
μαλλιά, γλουτοί, λαγόνες,
κρυφά λαγκάδια, του Έρωτα
ρόδα, μυρτιές, κρυψώνες,
πόδια που αλυσοδένετε,
βρύσες του χάιδιου, ω χέρια,
του πόθου περιστέρια,
γεράκια του χαμού!
Και ολόκαρδα, κι αμπόδιστα
λογάκια, ω στόμα, ω στόμα,
σαν το κερί της μέλισσας,
σαν του ροδιού το χρώμα.
Τα κρίνα τ’ αλαβάστρινα,
του Απρίλη θυμιατήρια,
ζηλεύουν τα ποτήρια
του κόρφου σου.— Ω! να πιω,
να πιω στα ροδοχάραγα,
στα ορθά, στα σμαλτωμένα,
το γάλα που ονειρεύτηκα
της ευτυχίας· εσένα.
Εγώ είμαι ιεροφάντης σου,
βωμοί τα γόνατά σου,
στην πύρινη αγκαλιά σου
θεοί θαματουργούν.
Μακριά μας όσα αταίριαστα,
ντυμένα και κρυμμένα,
τα μισερά και τ’ άσκημα
και ακάθαρτα και ξένα.
Ορθά όλα· ξέσκεπα, άδολα,
γη, αιθέρες, κορμιά, στήθια.
Γύμνια είναι κι η αλήθεια,
και γύμνια κι η ομορφιά.
—Στη γύμνια την ηλιόκαλη
της αθηναίισσας μέρας
κι ανίσως και φαντάξει σου
κάτι άντυτο σαν τέρας,
κάτι σα δέντρο αφύλλιαστο
και δίχως ίσκιου χάρη,
αδούλευτο λιθάρι,
ξεραγκιανό κορμί,
κάτι γυμνό και ξέσκεπο
στα ολανοιγμένα πλάτια,
που ζωντανό θα το ’δειχναν
μόνο δυο φλόγες μάτια,
κάτι που από τους σάτυρους
κρατιέται, και είν’ αγρίμι,
και είν’ η φωνή του ασήμι,—
μη φύγεις· είμ’ εγώ,
ο Σάτυρος. Και ρίζωσα
σαν την ελιά εδώ πέρα,
λιγώνω τους αγέρηδες
με τη βαθιά φλογέρα.
Και παίζω και παντρεύονται,
λατρεύονται, λατρεύουν,
και παίζω και χορεύουν
ανθρώποι, ζα, στοιχειά.
. . . . . . . . .
(Πηγή)
Κανόνες πνευματικής επιβίωσης από τον Δημήτρη Λιαντίνη για να μην παραδοθείς αμαχητί









