Ο Φεδερίκο Γκαρσία Λόρκα, ο ποιητής που έγινε το σύμβολο της ισπανικής ψυχής, καταφέρνει στα σονέτα του να μετατρέψει τον προσωπικό πόνο σε μια οικουμενική εμπειρία ομορφιάς και θανάτου.
Στα ποιήματα που ακολουθούν, ο έρωτας δεν παρουσιάζεται ως γαλήνιο λιμάνι, αλλά ως μια φουρτουνιασμένη θάλασσα, ένας διαρκής αγώνας ανάμεσα στο φως της ύπαρξης και το σκοτάδι της απώλειας.
Στο «Σονέτο του γλυκού παραπόνου», ο Λόρκα υφαίνει έναν ιστό από εύθραυστες εικόνες το ρόδο της ανάσας, τον κορμό δίχως κλαδιά για να περιγράψει τον απόλυτο φόβο της εγκατάλειψης. Είναι ο έρωτας που ζητά ταπεινά την παραμονή του, ακόμα και μέσα από τον πόνο, προτιμώντας το «μαρτύριο» από την κενή απουσία.
Στη «Νύχτα του Άγρυπνου Έρωτα», η σκηνή γίνεται πιο δραματική, σχεδόν τελετουργική. Η αντίθεση ανάμεσα στο γέλιο και το κλάμα, το κρύσταλλο και την άμμο, αποτυπώνει την τραγική ασυμφωνία δύο ψυχών που, ενώ ενώνονται σωματικά, παραμένουν εγκλωβισμένες στην προσωπική τους αγωνία.
Σονέτο του γλυκού παραπόνου
Φοβάμαι μη χάσω το θαύμα
των αγαλμάτινων ματιών σου και τη μελωδία
που μου αποθέτει τη νύχτα στο μάγουλο
το μοναχικό ρόδο της ανάσας σου
Πονώ που είμαι σε τούτη την όχθη
κορμός δίχως κλαδιά μα πιότερο λυπάμαι
που δεν έχω τον ανθό, πόλφο ή πηλό
για το σκουλήκι του μαρτυρίου μου.
Αν είσαι εσύ ο κρυμμένος μου θησαυρός
αν είσαι εσύ ο σταυρός και ο υγρός μου πόνος,
αν είμαι το σκυλί της αρχοντιάς σου
μη με αφήσεις να χάσω ό,τι έχω κερδίσει
και στόλισε τα νερά του ποταμού σου
με φύλλα από το φρενοκρουσμένο μου φθινόπωρο.
Νύχτα του Άγρυπνου Έρωτα
Νύχτα πάνω από τους δυο με πανσέληνο,
εγώ βάλθηκα να κλαίω κι εσύ γελούσες.
Η καταφρόνια σου ήταν ένας Θεός, τα δικά μου παράπονα
στιγμές και περιστέρια αλυσοδεμένα.
Νύχτα κάτω από τους δυο. Κρύσταλλο οδύνης,
έκλαιγες εσύ από βάθη απόμακρα.
Ο πόνος μου ήταν ένας σωρός από αγωνίες
πάνω στην αδύναμη καρδιά σου από άμμο.
Η αυγή μας έσμιξε πάνω στο κρεβάτι,
τα στόματα βαλμένα πάνω στο παγωμένο σιντριβάνι
του αίματος τ αστείρευτου που χύνεται.
Κι ο ήλιος μπήκε απ’ το κλειστό μπαλκόνι
και το κοράλλι της ζωής άπλωσε το κλαδί του
πάνω στην καρδιά μου τη σαβανωμένη.
Ίρβιν Γιάλομ: «Οι άνθρωποι που αισθάνονται κενό δεν θεραπεύονται ποτέ με…»









