Στην Πτώση, ο ήρωας του Καμύ αναζητά στις γυναίκες όχι την ολοκλήρωση, αλλά ένα λιμάνι για να ξεφύγει από την αχρηστία των δικών του προσπαθειών και την υπαρξιακή του αποθάρρυνση.
Όπως αποκαλύπτει το απόσπασμα, η καταφυγή στον έρωτα δεν αποτελεί πράξη ελευθερίας, αλλά μια απέλπιδα προσπάθεια του «εγκληματία» της ηθικής να βρει ανάπαυση, καταλήγοντας τελικά δέσμιος μιας ανάγκης που τον αναγκάζει να υποκρίνεται συναισθήματα που δε διαθέτει.

Στο συγκεκριμένο κείμενο, ο αφηγητής περιγράφει τη σταδιακή του απομόνωση από την κοινωνία και τη στροφή του προς το γυναικείο φύλο, το οποίο θεωρεί ως τον τελευταίο «επίγειο παράδεισο» που δεν καταδικάζει τις αδυναμίες. Ωστόσο, η εξομολόγησή του παίρνει μια πικρή τροπή (αλίμονο, για τον Καμύ μιλάμε):
Η ανάγκη ως αυταπάτη: Η ανάγκη του να αγαπηθεί τον οδηγεί στο να «πιστέψει» πως είναι ερωτευμένος, παγιδεύοντάς τον σε μια κωμωδία υποσχέσεων.
Ο φόβος της απόρριψης: Η ερώτηση «Μ’ αγαπάς;» μετατρέπεται σε έναν μηχανισμό πίεσης, όπου το «ναι» είναι δέσμευση χωρίς αίσθημα και το «όχι» ένας ανυπόφορος κίνδυνος μοναξιάς.
Η ηθική εξάντληση: Ο Καμύ αναδεικνύει την τραγικότητα ενός ανθρώπου που απαιτεί από την καρδιά του «ένα συναίσθημα όλο και αχανέστερο», μόνο και μόνο για να διατηρήσει μια ψευδαίσθηση ασφάλειας.
Πρόκειται για μια συγκλονιστική ανάλυση της ανθρώπινης ματαιοδοξίας, όπου ο έρωτας παύει να είναι ένωση και γίνεται ένας καθρέφτης της εσωτερικής μας ερήμωσης.
Άλμπερ Καμύ: «Ανάμεσα στη δικαιοσύνη σας και τη μάνα μου, προτιμώ ….»
Αλμπέρ Καμύ, Η πτώση Τίτλος πρωτοτύπου: Albert Camus, La chute, 1948
«Αφού πάλεψα, αφού εξάντλησα την αυθάδη περηφάνια μου, αποθαρρυμένος από την αχρηστία των προσπαθειών μου, αποφάσισα να εγκαταλείψω τη συναναστροφή των ανθρώπων.
Όχι, όχι, δεν έψαξα για ερημονήσι, δεν υπάρχουν πια.
Κατέφυγα μονάχα στις γυναίκες.
Το ξέρετε, δεν καταδικάζουν καμιά αδυναμία στην πραγματικότητα: θα προσπαθούσαν μάλλον να ταπεινώσουν ή να αφοπλίσουν τις δυνάμεις μας.
Γι’ αυτό κι η γυναίκα είναι η ανταμοιβή όχι του πολεμιστή, αλλά του εγκληματία.
Είναι το λιμάνι του, το καταφύγιό του, στο κρεβάτι της γυναίκας τον πιάνουν κατά κανόνα.
Αυτή άραγε δεν είναι ό,τι μας απομένει απ’ τον επίγειο παράδεισο;
Χαμένος, έτρεξα στο φυσικό μου λιμάνι.
Μα δεν έλεγα πια λόγια.
Έπαιζα ακόμα λιγάκι, από συνήθεια · έλειπε όμως η ευρηματικότητα.
Διστάζω να το ομολογήσω, από φόβο μην πω ξανά παχιά λόγια: νομίζω πως την εποχή εκείνη ένιωσα την ανάγκη ενός έρωτα.
Αισχρό, έτσι;
Όπως και να ‘χει, ένιωθα έναν βουβό πόνο, ένα είδος στέρησης που μ’ έκανε πιο άδειο και μου επέτρεπε, εν μέρει από ανάγκη και εν μέρει από περιέργεια, να αναλάβω κάποιες υποχρεώσεις.
Εφόσον είχα ανάγκη ν’ αγαπήσω και να αγαπηθώ, πίστεψα πως ήμουν ερωτευμένος.
Έκανα, μ’ άλλα λόγια, το βλάκα.
Έπιανα ξαφνικά τον εαυτό μου να κάνει συχνά μια ερώτηση που, ως έμπειρος άντρας, μέχρι τότε την απέφευγα πάντοτε.
Άκουγα τον εαυτό μου να με ρωτάει: “Μ’ αγαπάς”;
Ξέρετε ότι σε παρόμοιες περιπτώσεις είθισται να σου απαντάς: “Κι εσύ”;
Αν έλεγα ναι, βρισκόμουν δεσμευμένος πέρα από τα πραγματικά μου αισθήματα.
Αν τολμούσα να πω όχι, κινδύνευα να μη μ’ αγαπούν πια και υπέφερα.
Όσο λοιπόν το συναίσθημα όπου είχα ελπίσει να βρω ανάπαυση απειλούνταν, τόσο το απαιτούσα από τη σύντροφό μου.
Προχωρούσα έτσι, σε όλο και πιο ρητές υποσχέσεις και κατέληγα ν’ απαιτώ απ’ την καρδιά μου ένα συναίσθημα όλο και αχανέστερο.»
Μετάφραση: Ιωάννα Ευθυμιάδου
Εκδόσεις «γράμματα»
Το διονυσιακό «όχι» του Κούντερα στην αβάσταχτη ομορφιά: «Γιατί ‘σαι τόσο όμορφη;»









